Στο χωριό του Μαύρου Λόφου δεν θάβουν τους νεκρούς πριν τους φιλήσουν τρεις φορές.
Την πρώτη, για το σώμα που έζησε.
Τη δεύτερη, για την ψυχή που θα κριθεί.
Την τρίτη, για ό,τι μπορεί να μείνει πίσω.

Εκείνο το βράδυ, όμως, κανείς δεν πλησίαζε το φέρετρο του Ανέστη.
Ήταν άνθρωπος γλυκός, ντροπαλός, με μάτια χαμηλωμένα και λόγια μαλακά.
Μα οι γέροντες θυμούνταν πως, όταν ήταν παιδί, κάθε φορά που γελούσε, κάπου μακριά έσβηνε ένα φως.
Πριν χρόνια, το παλιό χωριό είχε καεί ολόκληρο. Σπίτια, ζώα, εικόνες, ονόματα.
Μονάχα η μητέρα του Ανέστη είχε σωθεί, γιατί είχε κλειστεί στο πηγάδι και δεν ξαναμίλησε ποτέ.
Από τότε ζούσε έξω από το χωριό, σε μια καλύβα ανάμεσα στα κυπαρίσσια, και δεν έλεγε τον γιο της με τ’ όνομά του.
Τον έλεγε «εκείνο».

Όταν πέθανε ο Ανέστης, ο παπάς κάλεσε τον κόσμο στον τελευταίο ασπασμό.
«Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», είπε.

Μα ούτε η μάνα του ήρθε, ούτε συγγενής, ούτε φίλος.
Στον ναό στέκονταν μόνο λίγοι χωριανοί, κρατώντας κλωνάρια δάφνης και σκόρδου. Κανείς δεν έκλαιγε.
Τότε άνοιξε η πόρτα χωρίς χέρι να την αγγίξει.
Μπήκε η γριά μητέρα του, σκυφτή και τυλιγμένη με μαύρο μαντίλι.

Πλησίασε το φέρετρο, κοίταξε τον νεκρό και είπε:
«Τρία μέτρα κάτω απ’ τη γη να πας. Ούτε ένα εκατοστό λιγότερο.»
Οι χωριανοί έσκαψαν βαθιά, ώσπου βρήκαν χώμα υγρό και μαύρο σαν αίμα.
Τον σκέπασαν γρήγορα, με χώμα, με πέτρες βαριές και ρίζες αγκαθωτές.
Μα πριν πέσει η τελευταία φτυαριά, ακούστηκε από τον λάκκο η φωνή του Ανέστη:
«Μη με θάβετε. Δεν είμαι εγώ εκεί κάτω.»

Κανείς δεν απάντησε.
Μόνο η μάνα του έσκυψε, φίλησε το χώμα και ψιθύρισε:
«Το ξέρω.»

Κι από εκείνη τη νύχτα, κανείς στο Μαύρο Λόφο δεν λέει πως ο Ανέστης πέθανε. Λένε μονάχα πως το χωριό κατάφερε, για δεύτερη φορά, να τον κρατήσει θαμμένο.