του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη

Ταπεινωτική ήττα υπέστη ο Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, οι οποίες διεξάγονται κάθε δύο χρόνια, δηλαδή στο μέσο της τετραετούς θητείας του προέδρου, και αφορούν την εκλογή των μελών του Κογκρέσου. Ο Τραμπ έχασε τον έλεγχο της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, αφού ηττήθηκε ακόμη και σε πολιτείες και κρίσιμες περιφέρειες, που παραδοσιακά αποτελούν προπύργια των Ρεπουμπλικανών.

Είναι ένα συνηθισμένο μοτίβο το κυβερνών κόμμα να ηττάται στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούνται παράλληλα ως ψήφος αποδοχής ή απόριψης της μέχρι τώρα πολιτικής του. Οι περιπτώσεις που εν ενεργεία πρόεδρος έχει νικήσει την «κατάρα της ενδιάμεσης θητείας» είναι ελάχιστες, καθώς οι ψηφοφόροι συνηθίζουν να τιμωρούν τους προέδρους για τη διάψευση των προεκλογικών τους δεσμεύσεων, περιορίζοντας τους μέσω της ψήφου των αντιπάλων τους στα δύο σώματα του Κογκέσου. Ο Τραμπ δεν ξέφυγε από αυτή την «κατάρα», δηλαδή να τιμωρηθεί για τα ψέμματα του στους ψηφοφόρους.

Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Μπεν Νόρτον, επισημαίνει σε ανάρτησή πως ο μοναδικός λόγος που ο Τραμπ κέρδισε στις εκλογές του 2024, είναι η αντιδημοφιλια της διοίκησης Μπάιντεν-Χαρις, καθώς και οι υποσχέσεις θα μείωνε τις τιμές μετά τον εκρηκτικό πληθωρισμό και ότι θα σταματούσε τους πολέμους. Ωστόσο, επισήμανε σωστά πως τίποτα από αυτά δεν έγινε. Αντίθετα, ο Τραμπ ξεκίνησε έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν, τον οποίο και έχασε. Ακόμα, συνέχισε να υποστηρίζει τη γενοκτονία στη Γάζα, βομβάρδισε την Υεμένη, εισέβαλε στη Βενεζουέλα απαγάγοντας τον νόμιμο πρόεδρο της, επέβαλε το πιο σκληρό αποκλεισμό στην Κούβα, απέτυχε να σταματήσει τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία και διεξήγαγε αδιάκοπο εμπορικό πόλεμο εναντίον φίλων και εχθρών, χάνοντας τον πόλεμο των δασμών κατά της Κίνας.

Μάλιστα, τα παραπάνω, και ιδιαίτερα η ήττα στο Ιράν, επιδείνωσαν την οικονομία των ΗΠΑ. Δεν είνα μόνο το άμεσο κόστος των επιχειρήσεων για τους Αμερικανούς φορολογούμενους έχει ήδη ξεπεράσει τα 47 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία του Πενταγώνου.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Moody’s Analytics, το μέσο κόστος του πολέμου ανέρχεται συνολικά σε 2.147 δολάρια ανά νοικοκυριό. Η σημαντικότερη οικονομική επίπτωση του πολέμου για τους καταναλωτές προέρχεται από την αύξηση των τιμών ενέργειας, εκτινάζοντας το κόστος κατά 1.227 δολάρια ανά νοικοκυριό. Οι τιμές εκτινάχθηκαν ως συνέπεια της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ, που ώθησε την Τεχεράνη να απαντήσει στους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς με τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, από όπου διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και το 1/3 του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η μείωση της προσφοράς της προϊόντων ενέργειας προκάλεσε αύξηση των τιμών τους, με μεγάλες κερδισμένες τις εταιρείες εξόρυξης σχιστολιθικού πετρελαίου στη λεκάνη Περμιάν των ΗΠΑ, που πουλάνε σε υψηλότερες τιμές αυξάνοντας τα κέρδη τους. 

Αντίθετα, χαμένοι από τον πολεμικό τυχοδιωκτισμό είναι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στις πετρομοναρχίες του Κόλπου, που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στο Στενό για να διοχετεύσουν το πετρέλαιό τους στις αγορές. Αυτό βέβαια επηρεάζει την ίδια τη δομή του πετροδολαρίου, που βασίζεται σε μια γεωπολιτική συμφωνία από τη δεκαετία του 1970, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ παρέχουν στρατιωτική ασφάλεια στις χώρες του Κόλμου με αντάλλαγμα αυτές να τιμολογούν το πετρέλαιο τους αποκλειστικά σε δολάρια, ανακυκλώνοντας τα κέρδη σε αμερικανικά ομόλογα. Όμως η κρίση στο Στενό του Ορμούζ περιορίζει τη ρευστότητα στις αμερικανικές χρηματοπιστωτικές αγορές των ενεργειακών προϊόντων από τις μοναρχίες του Κόλπου, που είδαν τις αμερικανικές βάσεις στα εδάφη τους να καταστρέφονται από τα ιρανικά χτυπήματα. Παράλληλα, η Τεχεράνη προωθεί τη λύση να επιτρέπεται η διέλευση πετρελαιοφόρων από το Ορμούζ υπό τον όρο οι πληρωμές να γίνονται σε κινεζικό γουάν.

Με άλλα λόγια, για να ικανοποιήσει τους ντόπιους πετρελαιάδες και το αμερικανοϊσραηλινό λόμπι, ο Τραμπ βλάπτει την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου, ενώ αντιδράσεις έχουν ξεσπάσει από μερίδα του κατεστημένου των ΗΠΑ για το γεγονός πως ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει μειώσει τα αποθέματα πυρομαχικών, δυσχεραίνοντας την ικανότητα παρέμβασης τους σε άλλα μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ασία. Παράλληλα, η αύξηση στο ενεργειακό κόστος επιβραδύνει τη βιομηχανική δραστηριότητα και την οικονομική μεγέθυνση υπέρ της Κίνας, διαψεύδοντας τις υποσχέσεις του Τραμπ για επαναβιομηχάνηση και να «κάνει ξανά την Αμερική μεγάλη». Οι τιμές της ενέργειας συμπαρασύρουν επίσης το κόστος των μεταφορών και τροφίμων, με την άνοδο του πληθωρισμού να προκαλεί τη μείωση των πραγματικών μισθών των εργαζομένων, που έχουν κάθε λόγο να είναι εξοργισμένοι.

Παρότι τις παραμονές των εκλογών υπήρξαν έντονες διπλωματικές προσπάθειες μέσω του Κατάρ για το άνοιγμα του περάσματος, το Στενό παρέμεινε κλειστό καθώς το Ιράν χαρακτήρισε μη πειστικές τις προτάσεις των ΗΠΑ, διατηρώντας την πίεση στον Τραμπ ενόψει των εκλογών. Ούτε η ληστεία του πετρελαίου της Βενεζουέλας, που είχε στόχο να καλύψει τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα, δεν κατάφερε να συγκρατήσει την άνοδο των τιμών. Οι συνεχείες κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της λατινοαμερικανικής χώρας έχουν πλήξει τις υποδομές της, ενώ το πετρέλαιο της είναι εξαιρετικά «βαρύ» και δύσκολο στην επεξεργασία του για τα αμερικανικά διυλιστήρια που λειτουργούν ήδη στο μέγιστο της χωρητικότητάς τους.

Η δε άρση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ, που θέλει τις ΗΠΑ να αγοράζουν πετρέλαιο από τη Μόσχα και να το μεταπωλούν στο εξωτερικό, αφορά πολύ μικρές ποσότητες, μάλλον σταγόνες στο ωκεανό της διεθνούς αγοράς, αφού ο Τραμπ δεν υλοποποίησε την προεκλογική του δέσμευση να φέρει μόνιμη κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία, κάτι που θα γινόταν μόνο αν αντιμετωπιζόταν η πραγματική αιτία του πολέμου, δηλαδή εξάπλωση του ΝΑΤΟ.

Ο Τραμπ προσπάθησε να μειώσει το περιθώριο ήττας, υποσχόμενος στο παρά ένα πριν τις εκλογές πως θα σταματήσει από το 2027 να παρέχει στρατιωτική βοήθεια περίπου 4 δισ. δολάρια τον χρόνο στο σιωνιστικό κράτος, παραδεχόμενος πως είναι ένα «κακό προεκλογικό επιχείρημα» για τους Ρεπουμπλικανούς. Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσιεύματα φέρεται να άσκησε πιέσεις στο Νετανιάχου να μην προχωρήσει σε μια νέα επίθεση κατά του Ιράν κατά τη προεκλογική περίοδο.  Ωστόσο, αποδείχτηκε αργά για να ανατρέψει το αποτέσμα. Τελικά παραδέχτηκε πως ο αντιδημοφιλής πόλεμος στο Ιράν «έπαιξε ρόλο» στην ήττα του, δηλώνοντας όμως κυνικά πως θα το ξαναέκανε.

Μάλιστα, ενώ στις προεδρικές του 2024 ο Τραμπ κατέκτησε το 44% της ψήφου των Λατίνων, λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, δημοσκόπηση του Pew έδειξε ότι η αποδοχή του Τραμπ μεταξύ της συγκεκριμένης ομάδας ψηφοφόρων έπεσε στο 24% ως αποτέλεσμα των δολοφονιών του ICE.

Όσο για την επικράτηση των Δημοκρατικών, παρά το αποτέλεσμα δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για αποδοχή της πολιτικής τους. Τον Μάιο, το Pew διαπίστωσε ότι το 59% των Αμερικανών έβλεπε τους Δημοκρατικούς αρνητικά, ένα ποσοστό χειρότερο από αυτό των Ρεπουμπλικανών. Τον Σεπτέμβριο, το Quinnipiac διαπίστωσε ότι μόνο το 21% των ψηφοφόρων ενέκρινε τους Δημοκρατικούς του Κογκρέσου, μερικά από τα χαμηλότερα ποσοστά που έχουν καταγραφεί ποτέ, με τους ίδιους τους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους να αποδοκιμάζουν τους δικούς τους εκπροσώπους. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Marist, 4 στους 5 Δημοκρατικούς είπαν ότι η ψήφος τους στις ενδιάμεσες εκλογές θα είναι κυρίως «εναντίον του Τραμπ» – με άλλα λόγια, όχι μια ανταμοιβή για οτιδήποτε έχουν πετύχει οι Δημοκρατικοί.

Ο φαύλος κύκλος, όπου η κάθε μια παράταξη του μονοκόμματος του πολέμου εναλλάσεται την άλλη, αφού πρώτα έχει διαψέυσει τις προεκλογικές υποσχέσεις της, δεν είναι τελικά κάποια «κατάρα της ενδιάμεσης θητείας», αλλά δομικός στο σύστημα των ΗΠΑ. Οι Δημοκρατικοί έλαβαν τη διακυβέρνηση στις 20 Ιανουαρίου 2021, μετά από μαζικές διαδηλώσεις κατά του Τραμπ, και ηττήθηκαν το 2024, αφού προκάλεσαν τον πόλεμο στην Ουκρανία και υποστήριξαν την ισραηλινή γενοκτονία στη Γάζα. Ο Τραμπ εκλέχθηκε πρόεδρος το 2024, αφού δεσμεύτηκε να σταματήσει τους πολέμους των ΗΠΑ. Ωστόσο, η ιστορία θα γράψει ότι έχασε στις ενδιάμεσες εκλογές, αφού ηττήθηκε από το Ιράν σε έναν ακόμα πόλεμο από όσους ξεκίνησε κατά τη θητεία του.

Πάντως η κυβέρνηση του Ιράν, που ο Τραμπ είχε απειλήσει με «αλλαγή καθεστώτος», όχι μόνο παραμένει στη θέση της, αλλά φαίνεται πως είναι ο μεγάλος νικητής των αμερικανικών εκλογών. Το δε αμερικανοϊσραηλινό λόμπι αποδεικνύεται ο μεγάλος χαμένος των εκλογών, αλλά και ένας τοξικός παράγοντας που καταπίνει τον έναν μετά τον άλλο πρόεδρο των ΗΠΑ.