«Αρχίζοντας […] πρέπει να πω, πριν από κάθε τι άλλο, ότι δεν έχω ακόμη βρει ορισμό για το διήγημα» – όχι εγώ, αλλά ο πολύς Βίκτορ Σκλόφσκι. «Δηλαδή ότι δεν μπορώ ακόμη να πω ποια ιδιότητα πρέπει να χαρακτηρίζει το κινητήριο θεματικό στοιχείο ούτε το πώς πρέπει να συνδυάζονται τα θεματικά στοιχεία ώστε να έχουμε μια υπόθεση». Ξέρει ωστόσο ότι «δεν αρκεί μία απλή εικόνα, μία απλή παραβολή, ούτε μία απλή περιγραφή ενός συμβάντος για να έχουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διήγημα» (Βίκτορ Σκλόφσκι, «Η κατασκευή του διηγήματος και του μυθιστορήματος» στο Τσβετάν Τοντόροφ (επιμ.), Θεωρία λογοτεχνίας. Κείμενα των ρώσων φορμαλιστών, Οδυσσέας, Αθήνα 1995, σ. 186).

Μπροστά στον φόβο του διηγήματος κι εγώ, με τις γραμματολογικές μου γνώσεις λειψές, θα αποπειραθώ να μιλήσω για τη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Μπιστολά, εστιάζοντας έξω σχεδόν από αυτή, στα μότο που προτάσσει ο συγγραφέας στο κάθε ένα από αυτά.

Στην εναρκτήρια «Μεσογαία» αντί για μότο ένας κατάλογος φερέτρων, ιδανικό memento mori στο έμπα του βιβλίου: «φέρετρο καρυδιάς, φέρετρο κερασιάς, φέρετρο μαύρο ματ, φέρετρο λευκό, φέρετρο με χάντρες στο πλαίσιό του, φέρετρο πλουμιστό (γιρλάντες και διάκοσμος), φέρετρο με σταυρουδάκια και μαύρες κολόνες, φέρετρο σκάφη, φέρετρο κερασιάς ξανά, φέρετρο με κασκόλ του Παναθηναϊκού, φέρετρο ξανθό, φέρετρο με ταμπλάδες, φέρετρο κερασιάς πάλι (ήταν φθηνό), φέρετρο με χρυσά δάκρυα (η μάνα του δημάρχου), φέρετρο με σκαφτή κούρμπα, φέρετρο βιενέζικο (πολυτελείας), φέρετρο ορθογώνιο». Με αφορμή μια ιστορία μαζικών θανάτων υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες ο Μπιστολάς τοποθετεί τη δράση στην Κερατέα και χτίζει μέσα από μια ταυτόχρονα πολυφωνική και ελλειπτική αφήγηση μια αλληγορία της θανατοπολιτικής που κυριαρχεί στον μετα-την-πανδημία κόσμο, όπου οι θεωρίες συνωμοσίες και η άκριτη πίστη στην επιστήμη συγκρούονται στο φόντο μιας καθαρής, χωρίς ψιμύθια και δικαιολογίες καταστολής (εδώ τα ΜΑΤ και οι ταραχές στην υπόθεση ΧΥΤΑ).

Στον «Θεό πίθηκο» το μότο είναι επίσης σκοτεινό: «Το πελώριο τείχος της βλάστησης […] έμοιαζε με οργιαστική εισβολή μιας σιωπηλής ζωής, σαν ένα κύμα χλωρίδας, που έχει φουσκώσει, έχει αφρίσει κι είναι έτοιμο να σκάσει και να σαρώσει την ασήμαντη ύπαρξη καθενός από εμάς τους ασήμαντους ανθρώπους». Και ταυτόχρονα το ίδιο το θέμα μοιάζει αρκετά σκοτεινό και τρομώδες: μια αποστολή που αναζητά ίχνη των Μάγιας στη ζούγκλα της Μοσκιτίας χάνεται, και ο μοναδικός επιζών αναλαμβάνει να μας εκθέσει το πώς. Μόνο που πάνω στην απόλυτη ένταση του βίου, εκεί όπου η ζωή παρουσιάζεται στην πλήρη της ευαλωτότητα, τον τόνο στην αφήγηση δίνει το πλέον ευτελές: μικροϊστορίες του βίου, γκομενικά, ζήλιες, ξενοπηδήματα.

Στην «Αόρατη επικράτεια» συναντούμε το πρώτο χαρούμενο μότο: «Κύριε, ἀνήγαγες ἐξ ᾅδου τὴν ψυχήν μου, ἔσωσάς με ἀπὸ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον» από τον 29ο ψαλμό. Κι όντως, το διήγημα αρχίζει με μια Ανάσταση: κολυμβητής διασώζεται από πλανόδια πωλήτρια χαϊμαλιών για να δει το φως το αληθινό και να αρχίσει να κηρύττει. Το ψαλμικό μότο δίνει τη θέση του σε μια πλημμύρα νεοχιλιασμού, με χιλιάδες κατατρεγμένους να ακολουθούν το δρόμο μιας παθητικής -πλην δημόσιας και ορατής- πορείας που θα πνιγεί στο αίμα.

Η αληθινή χαρά ωστόσο ακολουθεί στον «Κουμπάρο». Εδώ το μότο είναι απολύτως ενδεικτικό του οργίου που θα ακολουθήσει: «Το πρώτο πιάτο του γεύματος σερβιρίστηκε και ο Ιωνάς πήρε μια κολοκύθα, ο Ησαΐας πήρε λαχανικά, ο Ισραήλ πήρε τεύτλο, ο Ιεζεκιήλ βατόμουρα, ο Ζακχαίος άνθη συκομουριάς, ο Αδάμ εσπεριδοειδή, ο Δανιήλ λούπινα, ο Φαραώ ένα πεπόνι, ο Κάιν αγκινάρες, η Εύα σύκα, η Ραχήλ ένα μήλο, ο Ανανίας ένα δαμάσκηνο, η Λεία βολβούς». Μια ωδή στο καταλογάδην από το σατιρικό Συμπόσιον του Κυπριανού, μια καρναβαλική εισόρμηση στο μεγάλο φαγοπότι, μια ψυχαναλυτική πλημμύρα ακατάσχετης επιθυμίας ηδονής και θανάτου που τρελαίνει τον νευρωτικό κουμπάρο που αδυνατεί να μετάσχει στο κανιβαλικό όργιο της εντοπιότητας: ένας γάμος στην Καλαμάτα που εορτάζεται με τη σαρκοβόρα μεγαλοπρέπεια της επαρχιακής άρνησης της σπάνης θα γίνει η αφορμή για ένα σπάσιμο πλάκας με τον κουμπάρο που θα τον οδηγήσει στην τρέλα. Ίσως το πιο ξεκαρδιστικά απολαυστικό διήγημα της συλλογής, αλλά ταυτόχρονα και απειλητικά γκροτέσκο. Η φρενιτιώδης και ξέφρενη επιθυμητική ροή μεταφράζεται σε ένα όργια κατανάλωσης -όχι μόνο τροφών και προϊόντων αλλά και ενέργειας.

To μουντ αλλάζει δραστικά στην «Προοπτική του βαθέος χρόνου». Εδώ έχουμε δύο μότο, ένα σύγχρονο, από την αγαπημένη του Μπιστολά Υπογαία του Ρόμπερτ Μακφάρλεν «Ο χρόνος ημιζωής του ουρανίου-235 είναι 4,46 δισεκατομμύρια χρόνια, βγάζοντας τον άνθρωπο στο περιθώριο και συνθλίβοντας ως την πλήρη απουσία νοήματος το πρώτο πρόσωπο», και ένα δεύτερο εξίσου σκληρό, από ένα κλασικό κείμενο, τον Οιδίποδα επί Κολονώ (σε μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη): «Ω συ, της Γης ο γιος και του Ταρτάρου, / ολόψυχα εύχομαι ο ξένος / τον δρόμο του ανεμπόδιστα να πάρει / στον Κάτω κόσμο / για τα ασφοδίλια των νεκρών». Σε αρμονία με τα μότο, το διήγημα παρακολουθεί την ύφανση ενός αρχαίου τραγικού θέματος (με ένα σύγχρονο πλοτ τουίστ ωστόσο) πάνω στον καμβά της μοντέρνας πραγματικότητας και της τεχνοεπιστήμης που έχει αποικιοποιήσει το φαντασιακό της. Η ένταση των δύο στοιχείων είναι που δίνει στο διήγημα την κίνηση και συγκίνησή του. Η οικολογική ανησυχία συνυφαίνεται με μια καταστροφή του οίκου.

Στις «Θεαματικές κινήσεις του Κατς» συναντούμε στο μότο τον Βαρβαρόσα του Νίκου Καρούζου:

Ο Βαρβαρόσσας όμως είχε το δράμα του…

Τιποτένιος απ’ το γήρασμα και γιομάτος από τεφρώδεις

τρόμους και παραισθήσεις ο άλλοτε τροπαιούχος του αίματος

κάθε τόσο κοντοζύγωνε στα πικρά παράθυρα

για να διώξει με τα χέρια του τις ολόσωμες οπτασίες

 

και όντως, στο διήγημα συναντάμε την τομή δύο ιστοριών παροπλισμού. Ο αφηγητής θρηνεί έναν χωρισμό, ο Κατς μια καριέρα στην πάλη. Ίδιοι και διαφορετικοί, καταλήγουν ο ένας στην ανανέωση ο άλλος… πού άραγε. Αναρωτιέται όμως κανείς γιατί ο Μπιστολάς δεν συνεχίζει το μότο με τον επόμενο στίχο

τα λουλούδια φτύνοντας τ’ ανοχύρωτα στον άκακο μεγάλο κήπο

και τ’ αηδόνια στους κλώνους αναθεματίζοντας

γοερά προς τα έξω γερμένος

 

Άγνωστο. Όπως άγνωστο το αν η ολόσωμη οπτασία είναι η συνέχιση της ζωής στο πλαίσιο μιας ρουτίνας. Ο παροπλισμός εν προκειμένω δεν ακούγεται τόσο κακή εναλλακτική.

Στο «Τσακώνικο πορνό» το μότο είναι φυσικά στα τσακώνικα (μια παραλλαγή του κόκκινη κλωστή δεμένη):«Κοτσινά κωνά βαφτά, τ’ αν ανέμη κ’ υλιτ’ ά, δί νι μπάτσου να γιουρζίση, παρανύθι ν’ αρχινήση», και το ό,τι ακολουθεί επιβεβαιώνει παρωδιακά την ηθογραφία που υπόσχεται. Ένα woke ηθογραφικό διήγημα που αποδομεί τη λατρεία της ντοπιολαλιάς, ανατέμνει την ενδημική βία των μικρών κοινωνιών και αναδεικνύεται σε ένα φεμινιστικό μανιφέστο ενδεδυμένο τον μανδύα αστυνομικής ιστορίας. Το χρονικό πλαίσιο του διηγήματος, η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, προσφέρουν επιπλέον αλληγορικό περιεχόμενο στο πιο καλοδουλεμένο ίσως από άποψη πλοκής διήγημα της συλλογής.

Η συλλογή θα κλείσει με το «Κάτω από το σέλας» και δύο μότο και πάλι. Ένα από το Arctic Dreams του Μπάρυ Λόπεζ («Γνωρίζουμε περισσότερα για τους δακτυλίους του Κρόνου απ’ ότι για τα ναρβάλ») και ένα από το Περί Φύσεως του Παρμενίδη («Και ακίνητο / μεγάλα με δεσμά στα πέρατα,/ άναρχο και άπαυτο είναι, αφού γέννα κι όλεθρος / μακριά πολύ διωχτήκαν, και τ’ απώθησε η πειθώ». Σωστό τοποθετημένο στο τέλος της συλλογής, στην κορυφή του, το διήγημα αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του εγχειρήματος του Μπιστολά, νομίζω. Η υπόθεση απλή: δύο αδέρφια βοηθούν τον πατέρα τους να διασχίσει τις εκτάσεις της Αρκτικής, και όταν αυτός χάνεται αποπειρώνται να τον βρουν, ακολουθώντας τα χνάρια του ως «την κορυφή του κόσμου». Αυτή η κορυφή αποτελεί την αλληγορική εικόνα για τον κρυφό εκείνο πυρήνα της ύπαρξης, που καίτοι οικείος και κοντινός, μας θέτει σε κατάσταση τρόμου. Εν προικεμένω είναι το ζήτημα της πατρότητας, η οποία αναδεικνύεται στον υψηλό της χαρακτήρα ως θαυμαστή και αποτρόπαιη ταυτόχρονα -δηλαδή άφατη.

Παιδί της εποχής του, ο Μπιστολάς κομίζει μια τέχνη του υψηλού που προσπαθεί να περικυκλώσει και να πει αυτό που δεν χωρά στην αναπαράσταση, αυτό που είναι πίσω από τις λέξεις. Μ’ αυτό τον τρόπο, ξαναδιαβάζοντας κανείς τα μότο ξαναδιαβάζει στιγμιότυπα της ανθρώπινης προσπάθειας να κατακτήσει το μέρος του κόσμου εκείνο που διαφεύγει της έννοιας: τα τόσο τετριμμένα ζητήματα της γέννησης και του θανάτου, της σεξουαλικότητας και του σχετίζεσθαι αποκτούν έτσι μια πρωτόγνωρη βαρύτητα επανατειθέμενα μέσω της γραφής. Γνώριμα αλλά όχι γνωστά προκαλούν συγγραφέα και αναγνώστη όχι τόσο να τα σκεφτεί, αλλά να τα δει στην τραγικότητά τους, σ’ αυτό δηλαδή που ξεφεύγει από τη λογική και αναδεικνύει το χάσμα εκείνο που συνηθίζουμε να λέμε άνθρωπο.

Αυτός είναι θαρρώ και ο λόγος της εκλεκτικιστικής πολλαπλότητας των καταβολών τους. Αλιευμένα τόσο από επιστημονικά κείμενα, όσο και από ποιητικά, από κλασικά και από σύγχρονα, από κοσμικά και από ιερά, τα μότο του Μπιστολά προδιαθέτουν για την υφολογική ποικιλία, που αποτελεί μια στρατηγική περικύκλωσης της ανέφικτης έκφρασης.

 

*Εκδοχή του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Zatopek.