«Η αργή αποκλιμάκωση στο ιικό φορτίο των λυμάτων της προηγούμενης περιόδου φαίνεται ότι σταμάτησε, ενώ οι τιμές του βρίσκονται ακόμη σε υψηλά επίπεδα και τα νοσοκομεία της πόλης είναι γεμάτα. Παρότι μέσα στα όρια της αβεβαιότητας προσδιορισμού οι μέσες τιμές των μετρήσεων δείχνουν ήδη μία ένδειξη ανοδικής πορείας. Δεδομένης πλέον και της παρουσίας του στελέχους Όμικρον και της αυξημένης κινητικότητας και κοινωνικότητας των Χριστουγέννων, είναι πολύ πιθανή η περαιτέρω διεύρυνση της διασποράς του ιού στην Θεσσαλονίκη», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρύτανης του ΑΠΘ και επιστημονικά υπεύθυνος του ερευνητικού έργου, καθηγητής Νίκος Παπαϊωάννου.

«Είναι δεδομένο πως το στέλεχος Όμικρον, το οποίο είναι πολύ μεταδοτικό και θα οδηγήσει σε μεγάλο αριθμό μολύνσεων, μπαίνει προοδευτικά στο σκηνικό της πόλης και αναμένεται σύντομα να επικρατήσει ως κυρίαρχο στέλεχος. Από την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου παρατηρούμε μια σταδιακή αύξηση του φορτίου του Omicron στα λύματα της πόλης. Συγκεντρώνοντας τις αναλύσεις και από τις δειγματοληψίες των επόμενων ημερών θα είμαστε σε θέση να δώσουμε στοιχεία ασφαλούς ποσοτικοποίησης της παρουσίας του», συμπλήρωσε ο πρύτανης του ΑΠΘ ρωτηθείς αν μπορεί στην παρούσα φάση να εκτιμηθεί η διασπορά του στελέχους.

Σε ότι αφορά τον κίνδυνο επιδημιολογικής έξαρσης τις ημέρες των Χριστουγέννων επισήμανε πως «λαμβάνοντας υπόψη τα επιδημιολογικά δεδομένα για την πόλη μας, καθώς επίσης και τις διεθνείς εξελίξεις και επικαιροποιημένες οδηγίες των παγκόσμιων οργανισμών στο νέο σκηνικό που διαμορφώνει η άκρως μεταδοτική μετάλλαξη, σημαντικότερο όλων είναι, να αντιληφθεί κάθε πολίτης την κρισιμότητα της συγκυρίας και την ανάγκη να προστατευτεί το σύστημα υγείας. Πέρα από τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας που έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ό,τι έχει ανακοινωθεί ως ισχυρή σύσταση δεν πρέπει να υποτιμάται. Ο διαγνωστικός έλεγχος -το self-test ή ένα rapid test- πριν τις οικογενειακές συναθροίσεις στα σπίτια πρώτα και κύρια θα προστατεύσει εμάς τους ίδιους και τους πιο αγαπημένους μας. Και κυρίως ας είμαστε όλοι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επαφές μας με άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες».