του Άλεξ Παζαΐτη

«Ο πόλεμος ενάντια στη φαντασία είναι ο μόνος που οι καπιταλιστές κατάφεραν όντως να κερδίσουν»
D. Graeber, 2011

Revolutions in Reverse: Essays on Politics, Violence, Art, and Imagination

Εμείς;

Οπότε θα κάνω εγώ την προσπάθεια για τον εξίσου άχαρο και κλισέ ρόλο του να δούμε «την επόμενη ημέρα», για άλλη μία φορά. Να «αλλάξουμε σελίδα», να «κοιτάξουμε μπροστά» και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες. Κάτι πρέπει να κάνουμε, σε κάθε περίπτωση. Να «κάνουμε» λέω, με αυτοπεποίθηση, στον πρώτο πληθυντικό. Ποιοί/ές θα τα κάνουμε όλα αυτά;

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα βασικά. Υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο. Ποιό είναι το υποκείμενο της πρότασης, συντακτικά και πολιτικά; Είμαστε το 99% που έλεγαν στην «κατάληψη της wall street»; Μήπως το 40% που απέχει από τις εκλογές; Είμαστε «ο λαός», «η εργατιά», «η μεσαία τάξη»; Μην είμαστε τίποτα «Αγανακτισμένοι» που ξέμειναν στις πλατείες; Μήπως τίποτα Μακεδονομάχοι που έμειναν με τη (απαραχάρακτη) ιστορία στο χέρι ή μήπως τίποτα αριστεροί αναρχοάπλυτοι που μισούμε την πατρίδα μας;

Με κάποια από τα παραπάνω ταυτιζόμαστε, με άλλα έχουμε έρθει σε αντιπαράθεση. Όμως δεν είμαστε κανένα από αυτά τα «εμείς». Είμαστε άτομα, απομονωμένα, που ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην οργή προς ένα «σύστημα» απρόσωπο, και την καχυποψία προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Μία οργή που δεν μπορεί να ξεσπάσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, οπότε την καταπίνουμε και κοιτάμε τη δουλειά μας. Να επιβιώσουμε άλλη μία ημέρα και έχει ο Θεός. Μετράμε τα ρέστα μας, κάνουμε τον λογαριασμό, και βλέπουμε ποιά από τις κακές επιλογές που μας δίνουν μας συμφέρει λίγο. Είμαστε τα «ορθολογικά άτομα» που μας διδάσκει ο νεοφιλελευθερισμός. Ένα σύστημα που υποθέτει το χειρότερο για τους ανθρώπους και, εν τέλει, αυτό παίρνει – ή μάλλον – αυτό δημιουργεί. Ένας κόσμος που δημιουργήθηκε από- και δημιουργεί- τέρατα. Ένα σύστημα αυτό που δεν έχει μούτρα, αλλά μας έκανε σαν τα μούτρα του.

Το μεγάλο (α)πολιτικό χακάρισμα

Και η αριστερά; Τί έγινε η «αντίσταση και η πάλη»; Που είναι «της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία»; Έστω ένα «ΠΑΣΟΚ ενωμένο δυνατό» τέλος πάντων; Η αριστερά μοιάζει να είναι πιο κλισέ και από τα συνθήματά της. Ζει σε έναν άλλο κόσμο. Όχι, δεν εννοώ την «ουτοπία», την οποία ιστορικά οραματίζεται. Ζει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν έχει θέση. Προφανώς όχι τυχαία, ο κόσμος αυτός σχεδιάστηκε για να μην έχει θέση η αριστερά. Κάτι που ιστορικά κάνουν πολύ καλά «οι λίγοι» είναι να καταλαβαίνουν πότε πάνε να χάσουν από «τους πολλούς». Οπότε δεν κάθονται να παίξουν για να χάσουν, αλλάζουν παιχνίδι. Και όταν ελέγχεις αυτούς που βγάζουν τους κανόνες, είναι πολύ εύκολο να τους αλλάξεις.

Αυτό ήταν το μεγάλο χακάρισμα του νεοφιλελευθερισμού. Μας έπεισε “εμάς” ότι ο κόσμος είναι όπως τον περιγράφει. Ότι δεν μπορεί να αλλάξει, να γίνει καλύτερος. Και οι πρόσφατες αποτυχίες της αριστεράς να τον αλλάξει ήρθαν να το επιβεβαιώσουν. Οπότε αφού ο κόσμος είναι αυτός που είναι, τουλάχιστον ένας νεοφιλελεύθερος μπορεί να τον χειριστεί όπως πρέπει. Δεν υπάρχει εναλλακτική. Δεν υπάρχει καν πολιτική. Υπάρχει μόνο διαχείριση. Όλα είναι κουκιά μετρημένα. Δεν χρειαζόμαστε όραμα, φαντασία, δικαιοσύνη και άλλα τέτοια παραμύθια για παιδάκια. Θέλουμε σταθερότητα, νοικοκύρεμα, να βγαίνουν τα νούμερα.

Χωρίς να αναλύσω όλο το πρόταγμα της ηγεμονίας της αγοράς, θα τονίσω δύο βασικά σημεία που κατάπιε με τα χρόνια αμάσητα η αριστερά:

  1. Όλη η αξία παράγεται από- και στην αγορά. Οι αγορές είναι το πεδίο όπου λαμβάνονται όλες οι σημαντικές αποφάσεις για ό,τι έχει σημασία, το οποίο εν τέλει δεν είναι τίποτα περισσότερο από το άθροισμα των «προτιμήσεων» των πολιτών-καταναλωτών. Οτιδήποτε δεν έχει τιμή, απλά δεν έχει και αξία. Είναι μέρος μιας κατηγορίας των «λοιπών», που αποτελούν κάτι «έξτρα», μία πολυτέλεια ή ακόμα και παράλογη απαίτηση. Θέλεις υγεία, παιδεία, φροντίδα, ρεύμα, νερό; Ε, θα τα βάλουμε στην αγορά να τα αγοράσεις! Αλλιώς πώς θα ξέρουμε πόσο αξίζουν; Τί; Θέλεις να στα δίνει το κράτος; Και πώς θα τα φτιάξει το κράτος, αφού όλα φτιάχνονται στην αγορά; Οι καιροί είναι δύσκολοι, δεν περισσεύουν χρήματα. Αυτές οι «παροχές» δεν είναι δωρεάν, κοστίζουν πολύ. Οπότε δεν μπορούμε να τις δίνουμε έτσι αβέρτα. Η υγεία, η παιδεία, η αξιοπρέπεια, είναι προνόμια που πρέπει να κερδηθούν μέσα από την ανάπτυξη, την πρόοδο, το νοικοκύρεμα. Πρώτα θα κάνεις τα μαθήματά σου και μετά θα φας τούρτα. Πρώτα η ανάπτυξη και μετά οι «παροχές», και αυτό, για όσους/ες τις αξίζουν. Και εδώ έρχεται το δεύτερο σημείο, παρακάτω.
  2. Η συνεχής ανάπτυξη είναι μονόδρομος. Είναι η μόνη ορθολογική επιλογή. Αφού όλη η αξία παράγεται στην αγορά, και αφού όλες οι απαραίτητες για μία αξιοπρεπή ζωή παροχές είναι προνόμια που αποκτώνται μόνο μέσα από την ανάπτυξη, δεν υπάρχει αξιοπρεπής ζωή χωρίς συνεχή ανάπτυξη σε όρους των αγορών. Κλιματική κρίση, πανδημία, θάνατος, ξενιτιά, πίκρα και ορφάνια, ότι και να βάλεις στην άλλη μεριά της ζυγαριάς, τίποτα δεν ταρακουνάει τον τρόμο του να μην έχουμε ανάπτυξη. Γιατί όλα τα προβλήματα τα λύνει η ανάπτυξη, ακόμη και αυτά που προκαλεί η ανάπτυξη.

Έχοντας αποδεχτεί αυτές τις βασικές συνθήκες για τον κόσμο, όλη η «πολιτική αντιπαράθεση» γίνεται για το ποιός (σπάνια ποιά) είναι ο πιο κατάλληλος να τον διαχειριστεί. Η μόνη πολιτική επιλογή που μας απομένει είναι πόσα δεινά είμαστε πρόθυμοι να ανεχτούμε για την πολυπόθητη «χρηστή διαχείριση». Τί θα κάνεις εσύ; Θα πας με αυτόν που θέλει να σου χαϊδέψει τα αυτιά που σου λέει ότι θα σου δώσει παροχές, ενώ δεν κάνει τα πάντα για την ανάπτυξη; Είσαι από αυτούς τους τεμπέληδες που τα θέλουν όλα έτοιμα; Η ανάπτυξη θέλει θυσίες, καμιά φορά και ανθρώπινες! Οπότε χρειαζόμαστε αυτόν που έχει το θάρρος να τις κάνει! Αυτόν που προχωράει πάνω στα πτώματα, τολμηρά, σταθερά, μπροστά (χα!).

Αναζητώντας έναν κόσμο που να αξίζει τον κόπο να ψηφίσεις

Η αριστερά είχε ιστορικά τη δική της κοσμοθεωρία που βασίζεται στην κριτική σκέψη. Είναι ένα εργαλείο αμφισβήτησης της κυρίαρχης «πραγματικότητας» που παρουσιάζεται ως η μόνη και απόλυτη αλήθεια σε κάθε ιστορική στιγμή. Είναι η πρόκληση των κυρίαρχων ιδεών, αντιλήψεων, και τρόπων δράσης, με σκοπό να αποκαλυφθεί ότι είναι κατασκευασμένες, και άρα μπορούν να κατασκευαστούν αλλιώς.

Η αριστερά, ή οτιδήποτε άλλο πρεσβέυει αυτήν την κοσμοθεωρία, οφείλει να οραματιστεί ξανά την ουτοπία: Έναν τόπο έξω από την κυρίαρχη εκδοχή της «πραγματικότητας» στον οποίο αξίζει να ζεις. Ένας κόσμος που δεν συμβιβάζεται απλώς σε μία λίγο πιο δίκαια μοιρασιά της αξίας των «αγορών», αλλά ένας που βρίσκει αξία έξω και πέρα από τις αγορές και τη σαθρή τους πραγματικότητα. Και είναι η απαραίτητη η αμφισβήτηση αυτής τη πραγματικότητας για την αναγνώριση της αξίας όλων όσων συνεισφέρουν στη ζωή και την αναπαραγωγή της. Πάμε να δοκιμάσουμε.

Πρώτον, ας πούμε ότι όλη η αξία παράγεται από κοινού. Η αγορά είναι ένας μόνο τρόπος, ανάμεσα σε πάρα πολλούς, που οι άνθρωποι δημιουργούν σχέσεις. Ναι, έχουμε αγορά και πώληση, παραγωγή και κατανάλωση. Έχουμε όμως και οικογένεια, φιλία, συντροφικότητα, φροντίδα, αγάπη, ευαισθησία. Έχουμε όλα αυτά που μας κάνουν ανθρώπους, και δεν υπάρχει κοινωνία, ούτε και αγορά, χωρίς ανθρώπους. Και που θα τα βρούμε όλα αυτά αν όχι στις αγορές; Οι περισσότερες ανθρώπινες σχέσεις, ακόμα και αυτές που συχνά αντιμετωπίζουμε ως απλές «συναλλαγές», είναι πολυκεντρικές και ομότιμες, ή πιο απλά «από πολλούς/ές προς πολλούς/ές». Απλώς η παρούσα εκδοχή της κοινωνίας επιλέγει να κρύβει κάποιες σχέσεις έναντι άλλων.

Για παράδειγμα, αναγνωρίζουμε τη σχέση μας με έναν οδηγό ταξί που μας πηγαίνει στον προορισμό μας, αλλά όχι με τον οδηγό του απορριμματοφόρου που φρόντισε πριν κάποιες ώρες να είναι καθαρός ο δρόμος. Τη σχέση μας με τον γιατρό που μας εξετάζει, αλλά όχι με τους καθηγητές και καθηγήτριές που τον έκαναν γιατρό, την οικογένεια και τους φίλους του που τον έκαναν λειτουργικό μέλος της κοινωνίας, και τη μητέρα του, τον πατέρα του, τα αδέλφια του και όσους/ες άλλους/ες νοιάστηκαν να τον κάνουν άνθρωπο. Ακόμα περισσότερο, στην «ψηφιακή» εποχή, αναγνωρίζουμε τη σχέση μας με έναν επίδοξο επιχειρηματία που δημιούργησε μία υπηρεσία που προβλέπει ποιά μουσική μπορεί να μας αρέσει, αλλά όχι τους εκατομμύρια χρήστες που μοιράστηκαν τις προτιμήσεις τους για να «μάθει» ο χαζός αλγόριθμος τί αρέσει και σε ποιούς/ές. Όλη η αξία παράγεται συλλογικά, μέσα από σχέσεις και δράσεις που δίνουν νόημα στη ζωή μας.

Δεύτερον, ας πούμε ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι μονόδρομος. Εάν καταλάβουμε ότι ο πραγματικός πλούτος δεν καταγράφεται σε λογιστικά βιβλία εταιρειών και εθνικούς λογαριασμός, αλλά είναι αποτέλεσμα σχέσεων από κοινού, τότε γίνεται αντιληπτός ο παραλογισμός της συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης. Η συνεχής ανάπτυξη, σε όρους αξίας της αγοράς, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της συνεχούς κάλυψης των αναγκών μας μέσα από σχέσεις ανταλλαγής. Οπότε θα πρέπει συνεχώς αυτές οι σχέσεις να επικρατούν έναντι των άλλων. Να εργαζόμαστε περισσότερο για την κάλυψη αναγκών που ικανοποιούνται από τις αγορές, και να απομένει λιγότερος χρόνος και ενέργεια για τις υπόλοιπες. Όσο πιο αποτελεσματικά καλύπτουμε ανάγκες από την αγορά, τόσο ανοίγονται νέες προοπτικές για ανάπτυξη, που θα πρέπει να εργαστούμε ακόμα πιο σκληρά να κατακτήσουμε, και πάει λέγοντας. Οι άνθρωποι όμως δεν σταματάνε να είναι άνθρωποι. Εξακολουθούν να έχουν ανάγκες για οδηγούς απορριμματοφόρου, γιατρούς, καθηγητές, φίλους και φίλες. Χρειάζονται φροντίδα, νοιάξιμο, αγάπη, λίγο κρασί, λίγη θάλασσα – για να μην αναφέρω οξυγόνο, νερό και τον πλανήτη γενικότερα. Με όλη την προσοχή μας να πέφτει στις αγορές, οι υπόλοιπες σχέσεις φθίνουν, καταστρέφονται, ή προσαρμόζονται κι αυτές σε σχέσεις ανταλλαγής. Μονόδρομος είναι η απαγκίστρωσή μας από το δόγμα της συνεχούς ανάπτυξης που το μόνο που εξυπηρετεί είναι να αναπαράγει το ψέμα ότι η αξία και η ζωή (ανα)παράγεται στις αγορές.

Πώς καταρρίπτουμε αυτό το ψέμα; Ξεκινάμε με μικρά βήματα, (ξανα)ανακαλύπτοντας αυτά που έχουμε από κοινού: τη γη, τις ιστορίες, τις παραδόσεις, τη γνώση, τη φύση, και αυτά που δημιουργούμε από κοινού, όπως την τεχνολογία, την ενέργεια, την τέχνη, τον πολιτισμό. Αυτά που φροντίζουμε από κοινού, όπως τις γειτονιές, τα πάρκα, τις πόλεις, τις ταράτσες, τις παραλίες, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα ωδεία, τα γραφεία, και τα θεία. Είναι όλα αυτά γύρω από τα οποία αναπτύσσονται οι σχέσεις που κάνουν τη ζωή μας να έχει νόημα. Εκεί πρέπει να ξανασυναντήσουμε τον κόσμο μας, να δημιουργήσουμε ξανά μαζί αυτές τις σχέσεις από κοινού. Μπορεί να μην έχουμε έτοιμες απαντήσεις, ούτε κοστολογημένο πρόγραμμα. Έχουμε όμως κάτι που δεν έχουν οι άλλοι: ελπίδα για μία ζωή με νόημα και, γιατί όχι, ευτυχία.

Και αν σκέφτεσαι «καλά εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ χορεύεις», προφανώς μία τέτοια ζωή δεν θα έρθει αυτόματα μόλις καταρρίψουμε αυτούς τους μύθους. Και, ναι, καλή η ελπίδα και οι ταράτσες, αλλά θέλουμε και λεφτά για φαγητό, ενοίκιο, και ΕΦΚΑ. Όμως θα πρέπει να γίνει και μία νέα αρχή. Ο κόσμος που μας φυλακίζει είναι σαν ένα ξωτικό: υπάρχει όσο πιστεύουμε ότι υπάρχει. Και είναι ο πόνος, η μιζέρια, και οι θυσίες ανθρώπων και φύσης που τον κάνουν να μοιάζει αληθινός. Παραμένουν η οικογένεια, η φιλία, η συντροφικότητα, η φροντίδα, η αγάπη, και η ευαισθησία που κρατούν αυτόν τον κόσμο στη ζωή. Ας αναζητήσουμε έναν άλλον κόσμο, στον οποίο να αξίζει να έχεις οικογένεια, φιλίες, συντροφιά, να φροντίζεις, να αγαπάς, να αισθάνεσαι. Και εν τέλει, ίσως να αξίζει και να ψηφίζεις.