Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) είναι το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας σε θέματα προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έχει συσταθεί με το Ν 2667/1998 σύμφωνα με κανόνες των Ηνωμένων Εθνών, τις «Αρχές των Παρισίων». Σε αυτήν μετέχουν πρόσωπα οριζόμενα από σαράντα ένα φορείς (ανεξάρτητες Αρχές, πανεπιστημιακές σχολές νομικών και πολιτικών επιστημών, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ, πολιτικά κόμματα και υπουργεία).

Στην επείγουσα παρέμβασή της, που κοινόποιηθηκε στον Πρόεδρο της Βουλής, Κωνσταντίνο Τασούλα, προς ενημέρωση των πολιτικών κομμάτων, η ΕΕΔΑ αναγνωρίζει μεν ότι η έκδοση ενός εκτελεστικού νόμου που θα ερμηνεύει το άρθρο 11 του Συντάγματος για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελούσε εκκρεμότητα και πως «ο νομοθέτης οφείλει να θεσπίσει διαφανείς και εξειδικευμένες εγγυήσεις, προκειμένου να προστατεύονται αφενός η επιτυχής απόλαυση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και αφετέρου η κοινωνικοοικονομική ζωή και τα δικαιώματα των τρίτων».

Ωστόσο, σχολιάζοντας τα άρθρα του νομοσχεδίου της κυβέρνησης, η ΕΕΔΑ διαπιστώνει σειρά ασφαειών και προβληματικών ρυθμίσεων. Σχετικά με την υποχρέωση άδειας για την πραγματοποίηση κινητοποίησης, η ΕΕΔΑ αναφέρει ότι «από το γράμμα του νομοσχεδίου προκύπτει ότι η γνωστοποίηση δεν αποτελεί όρο ή προϋπόθεση για την επιτυχή άσκηση του δικαιώματος, γεγονός που επιρρωνύεται από τη σχετική συνοδευτική Αιτιολογική Έκθεση, στην οποία αναφέρεται ρητώς ότι «μη γνωστοποιηθείσα συνάθροιση δεν καθίσταται εξ αυτού και μόνον του λόγου παράνομη». Ζητάει όμως μια πιο σαφή διατύπωση. « Πρέπει επομένως να καταστεί σαφές ότι η παράλειψη της γνωστοποίησης δεν μπορεί να συνεπάγεται απαγόρευση της συνάθροισης, καθώς σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή, απαγόρευση μπορεί να υπάρξει μόνο αν διαπιστωθεί με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομίας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για απειλή της δημόσιας ασφάλειας και της ομαλής ζωής της πόλης». Παράλληλα, η ΕΕΔΑ ζητάει να επεκταθεί η πρόωλεψη για μη προϋπόθεση γνωστοποίησης, εκτός της 17ης Νοεμβρίου και της Πρωτομαγιάς, όπως προβλέπεται και σε άλλες εκδηλώσεις, όπως οι κινητοποίησης για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, την Ημέρα του Πρόσφυγα, την Ημέρα Περιβάλλοντος, Κατά της Ομοφοβίας κ.α.

Το πιο σκληρό σημείο κριτικής της Επιτροπής αφορά τα άρθρα που προβλέπουν τους λόγους για τους οποίους η αστυνομία μπορεί να αποφασίσει την απαγόρευση μιας συγκέντρωσης. Όπως αναφέρει συγκεκριμένα, επικαλούμενη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:

«Οι διατάξεις αυτές εμπεριέχουν ένα αξιοσημείωτο σύνολο αόριστων νομικών εννοιών («επαπειλείται», «δημόσια ασφάλεια», «πιθανής διάπραξης», «απειλείται», «πιθανολογείται»), απονέμοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευρεία διακριτική ευχέρεια στις αστυνομικές και λιμενικές αρχές για την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών. Η πρόβλεψη αόριστων νομικών εννοιών προκειμένου να οριοθετηθούν περιορισμοί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν συνιστά κατάλληλη νομοθετική προσέγγιση, καθώς τέτοιες έννοιες στερούνται ακρίβειας, σαφήνειας και προβλεψιμότητας»

Σχολιάζοντας τη δυνατότητα προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας από κάποιον πολίτη ή φορέα, για αναστολή της απαγόρευσης κινητοποίησης, η ΕΕΔΑ τονίζει ότι «από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι υπάρχει σημαντική πιθανότητα η δημόσια συνάθροιση να λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο χρόνο αλλά και συνθήκες, που καθιστούν επίκαιρη και ουσιαστική την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Η απαγόρευση δημόσιας συνάθροισης σε μια δεδομένη χρονική συγκυρία, ακόμη και αν ακολουθήσει θετική δικαστική απόφαση, θα ισοδυναμεί στην ουσία με αδικαιολόγητη επιβολή περιορισμού».

Τέλος, σχετικά με τον ορισμό «οργανωτή» που αναλαμβάνει αστικές ευθύνες για ζημιές και βίαιες πράξειος τρίτον κατά τη συγκέντρωση, η ΕΕΔΑ, όπως και άλλοι θεσμικοί φορείς, κατακερευανώνουν τη διάταξη:

«Η «εγγυητική» ευθύνη του οργανωτή για τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στη συνάθροιση προσώπων, από την οποία μπορεί να απαλλαγεί εφόσον είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδείξει ότι είχε λάβει όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως οιονεί αντικειμενική στον βαθμό που εν τοις πράγμασι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, καθόσον πρέπει να αποδείξει ο ίδιος ο οργανωτής την άσκηση της προσήκουσας επιμέλειάς του. Παρά ταύτα, τόσο το άρθρο 11 παρ. 2 Σ. όσο και το ίδιο το ΣχN απονέμουν την αρμοδιότητα διαφύλαξης της δημόσιας ασφάλειας κατά τη διεξαγωγή των συναθροίσεων στις αστυνομικές αρχές. Είναι έτσι προφανές ότι η μετάθεση της ευθύνης για την ομαλή διεξαγωγή της συνάθροισης στον πολίτη-οργανωτή είναι συνταγματικώς μη συμβατή, ενώ στην πράξη μπορεί να καταστεί ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα για την ανάληψη αυτού του ρόλου και έμμεσο περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος».

Η παρέμβαση της Επιτροπής είναι ακόμα ένα θεσμικό ράπισμα στις διατάξεις που προωθεί η κυβέρνηση, μετά την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής που διαπιστώνει σωρεία προβλημάτων, την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων που θέτει ζητήματα αντισυνταγματικότητας, αλλά και τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών που εκφράζει σοβαρές αντιρρήσεις.

Ολόκληρη η παρέμβαση:

 

H (δια)Δήλωση της κυβέρνησης ενάντια στο δημοκρατικό δικαίωμα του συνέρχεσθαι