Αφορμή στάθηκε η επιστολή της Ένωσης στον επικεφαλής του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Γινόμαστε συχνά αποδέκτες καταγγελιών που σχετίζονται με την προβολή θεμάτων της επικαιρότητας μόνον μέσω της δημοσιοποίησης απαντήσεων κυβερνητικών παραγόντων, χωρίς αναφορά στην είδηση που προκάλεσε την απάντηση ή σε τοποθετήσεις που συμπληρώνουν την εικόνα».

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΕ ΜΠΕ

«Κυρία Πρόεδρε,

Κύριε Γενικέ Γραμματέα,

Σε απάντηση της από 17.11.2022 επιστολής σας, επισημαίνω ότι το ΑΠΕ-ΜΠΕ, τα στελέχη και οι συντάκτες του, ανέκαθεν υπήρξαν και παραμένουν εξαιρετικά ευαίσθητοι σε ζητήματα δεοντολογίας και πολυφωνίας, σεβόμενοι τον θεσμικό ρόλο του Πρακτορείου – τον οποίο, δυστυχώς, ορισμένοι συνάδελφοί μας, εκτός Πρακτορείου, δυσκολεύονται να κατανοήσουν.

Για λόγους ηθικής τάξης και αποκατάστασης της αλήθειας όμως και με αφορμή τα όσα αναφέρετε στην επιστολή σας, σας γνωρίζω ότι ουδέποτε στα χρόνια λειτουργίας του ΑΠΕ-ΜΠΕ, από εποχής του αειμνήστου Ανδρέα Χριστοδουλίδη, δημοσιοποιήθηκε προσωπική (αντ)απάντηση συντάκτη οποιουδήποτε άλλου μέσου προς οποιοδήποτε πρόσωπο. Η δεοντολογία είναι αυτή που επιτάσσει ως μονόδρομο τη θεσμική οδό, ήτοι την αποστολή επίσημης ανακοίνωσης/δελτίου Τύπου ή ενυπόγραφης επιστολής προς δημοσίευση στο Πρακτορείο, εφόσον βέβαια το περιεχόμενο είναι συμβατό με τις ελάχιστες προϋποθέσεις ευπρέπειας και τους κανόνες που η νομοθεσία και η δεοντολογία ορίζουν, όπως η αποφυγή υβριστικών σχολίων και προσωπικών χαρακτηρισμών. Γι’ αυτή την πρακτική δεκαετιών, μπορούν να σας διαβεβαιώσουν διευθυντές σύνταξης και αρχισυντάκτες που εργάζονται επί σειρά ετών στο Πρακτορείο και με ενημέρωσαν αναλόγως, όταν τους το ζήτησα.

Ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία αναφέρεστε, σας διαβεβαιώ ότι ουδέποτε το ΑΠΕ-ΜΠΕ έλαβε επίσημο δελτίο Τύπου ή ανακοίνωση της εφημερίδας “Documento”. Ουδέποτε υπήρξε επικοινωνία του εκδότη, του διευθυντή, αρχισυντάκτη ή οποιουδήποτε άλλου συντάκτη της εφημερίδας με το ΑΠΕ-ΜΠΕ και με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με διαβεβαίωσαν οι διευθυντές σύνταξης, οι αρχισυντάκτες και οι υπεύθυνοι βάρδιας που εργάζονταν στο Πρακτορείο την περασμένη Κυριακή. Η μοναδική όχληση που υπήρξε ήταν από τον συντάκτη του επίμαχου δημοσιεύματος στο κινητό μου τηλέφωνο, στις 3 και μισή το μεσημέρι της Κυριακής. Προφανώς, όμως, θα συμφωνείτε ότι δεν συνιστά παραβίαση της δεοντολογίας η αντικειμενική μου αδυναμία ν’ απαντήσω λόγω της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής και μάλιστα σ’ έναν άγνωστο σ’ εμένα αριθμό! Και το χειρότερο είναι πως ο εν λόγω συντάκτης έβγαλε το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι αρνήθηκα να… συμμορφωθώ προς τας υποδείξεις του, με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε διάστημα 30 λεπτών σε σειρά προσβλητικών έως και απειλητικών αναρτήσεων σε βάρος μου στα social media και σε αντίστοιχα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας…

Επισημαίνω, δε, για την πλήρη αποκατάσταση της αλήθειας, ότι επί δύο Κυριακές υπήρξε σειρά τηλεγραφημάτων του ΑΠΕ-ΜΠΕ, στα οποία γίνεται σαφής αναφορά στο περιεχόμενο των δημοσιευμάτων της εφημερίδας “Documento”, ενώ καλύφθηκαν π.χ. στο πρόσφατο παρελθόν με πρωτότυπο οπτικοακουστικό υλικό παραγωγής του ΑΠΕ-ΜΠΕ οι επανειλημμένες επισκέψεις του εκδότη της εφημερίδας στον Άρειο Πάγο.

Επειδή, λοιπόν, το σχόλιό σας για «επαναλαμβανόμενη πρακτική που παραπέμπει σε επιλογή» αδικεί όχι εμένα, αλλά το ΑΠΕ-ΜΠΕ και κυρίως τους συντάκτες του, εκτιμώ ότι θα πρέπει πριν οποιαδήποτε κρίση σας να έχετε την πλήρη εικόνα και να γνωρίζετε τα πραγματικά περιστατικά. Το θεωρώ κρίσιμο ακριβώς για να μην υπονομεύεται η αξιοπιστία του Πρακτορείου και να μη θίγεται η δεοντολογία, αλλά και για να αποτρέπονται προσπάθειες στοχοποίησης του ΑΠΕ-ΜΠΕ και των συντακτών του».