Η αγωγή αφορούσε επιστολή που είχε αποστείλει το 2024 ο Στέλιος Κούλογλου, με την ιδιότητά του ως ευρωβουλευτής, προς την πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, στην οποία γινόταν αναφορά στο σκάνδαλο των υποκλοπών και στις αγωγές SLAPP.

Ο Γρηγόρης Δημητριάδης ζητούσε αποζημίωση ύψους 450.000 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι το περιεχόμενο της επιστολής ήταν συκοφαντικό. Στη δίκη κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ του Στέλιου Κούλογλου ο δημοσιογράφος Παντελής Μπουκάλας.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο έκρινε ότι οι αναφορές της επιστολής δεν ήταν ψευδείς. Όπως σημειώνεται, ο ενάγων παραιτήθηκε από τη θέση του όταν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη παράνομου κυκλώματος παρακολουθήσεων, ενώ η στενή του σχέση με πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση επιβεβαιώθηκε και από μάρτυρα της δικής του πλευράς.

Το δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η αναφορά του Στ. Κούλογλου σε «βιομηχανία αγωγών» δεν συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς προέκυψε ότι ο Γρηγόρης Δημητριάδης έχει καταθέσει πολλαπλές αγωγές κατά δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης που έχουν ασχοληθεί με το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι η επίμαχη επιστολή συνδέεται άμεσα με την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων του Στέλιου Κούλογλου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς είχε ενεργό ρόλο στην προώθηση και ψήφιση της ευρωπαϊκής οδηγίας κατά των αγωγών SLAPP το 2023.

Ακόμη και ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως ευρωβουλευτή, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση βλάβης ή γνώση αναλήθειας εκ μέρους του εναγομένου, στοιχείο απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Τέλος, επισημαίνεται ότι κατά τον χρόνο σύνταξης και αποστολής της επιστολής δεν είχε ακόμη εκδοθεί το πόρισμα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση των υποκλοπών, γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε δόλος.