Δεν θυμάμαι, μέσα στη θάλασσα των παραπομπών που κατακλύζει καθημερινά τον αναγνώστη του 21ου αιώνα, πού το διάβασα. Το είχα όμως βρει-και συνεχίζω να το βρίσκω- ακριβές: η διαφορά μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού είναι η διαφορά μεταξύ του αντρικού και του γυναικείου οργασμού: ο πρώτος είναι μονοδιάστατος, γραμμικής εξέλιξης και καταλήγει σε μία σαφή κορύφωση· ο δεύτερος είναι σπειροειδής, μη γραμμικός, με πολλές κορυφώσεις, πισωγύρισματα και νέες εφορμήσεις, έκκεντρος και πολυεστιακός. Το μυθιστόρημα του Αντρέι Μπίτοφ Οίκος Πούσκιν είναι ένας τέτοιος, γυναικείος οργασμός.
Τι συμβαίνει ωστόσο με αυτό το μυθιστόρημα η γραφή του οποίου ολοκληρώνεται το 1971, εν μέσω της ηγεσίας Μπρέζνιεφ, για να μοιράζεται στα κρυφά, έως ότου δημοσιευτεί για πρώτη φορά στο εξωτερικό στα 1978, και στη Ρωσία μόλις το 1987; Γιατί η ιστορία του Λιόβα Οντόγιεφτσεφ, ενός συνομήλικου του συγγραφέα φιλολόγου που δουλεύει στον Οίκο Πούσκιν της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ και του οποίου την οικογενειακή και ερωτική περιπέτεια παρακολουθουμε να μας ενδιαφέρει τόσο; Τι κομίζει ο Αντρέι Μπίτοφ στα γράμματα και γιατί αυτό το παγκοίνως αναγνωρισμένο έπος της παγκόσμιας μεταμοντέρνας γραμματείας να καθίσταται ένα από τα εκδοτικά φαινόμενα της ελληνικής σκηνής;
Πριν αποπειραθώ να απαντήσω, δίνω ένα στοιχειώδες και μεταφερμένο στα γραμμικά πρότυπα περίγραμμα της πλοκής: Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον Λιόβα να βρίσκεται νεκρός μετά από μονομαχία, που έχει λάβει χώρα εντός του Οίκου Πούσκιν και με εργαλείο δυο πιστόλια κειμήλια. Ο συγγραφέας θα ανασυστήσει τον πώς φτάσαμε εκεί μέσα από ένα ταξίδι στην παιδική ηλικία του ήρωα, τη σχέση με τον πατέρα του και τον απόντα αντιστασιακό θείο, τους αποτυχημένους και πετυχημένους έρωτες, τη σχέση του με το πνευματικό περιβάλλον και το ιστορικό συγκείμενο, που περιλαμβάνει την άνδρωση στη σκιά μιας αποτυχημένης επανάστασης που κατέληξε στον Τρόμο, και την μερική φιλελευθεροποίηση που επέφερε ο θάνατος του Στάλιν.
Αυτά τα στοιχειώδη για την πλοκή δεν μας λένε ωστόσο τίποτα για το ίδιο το μυθιστόρημα, όπως τα μπετά ενός κτιρίου δεν μας λένε τίποτα για την αρχιτεκτονική του. Η ενηλικίωση ενός ήρωα σε ένα συγκεκριμένο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον είναι ένα από τα πλέον τετριμμένα θέματα. Και η κατάρρευση της ατομικότητας μέσα στον ολοκληρωτισμό άλλο ένα. Κακά πράγματα και τα δύο, και ο Μπίτοφ θα ήταν φυσικά ο τελευταίος που θα διαφωνούσε. Το ζήτημα είναι πώς μέσα από ένα κοινωνιολογικό αφενός και προσωπικά βιωμένο αφετέρου υλικό θα βγει ένα λογοτεχνικό έργο.
Ο Μπίτοφ θα δώσει μια μεταμοντέρνα απάντηση, αξιοποιώντας στην φαρέτρα του τα καλύτερα βέλη από εποχής Λώρενς Στερν και εντεύθεν. Αντί να μείνει ως συγγραφέας στα παρασκήνια, σκηνοθετώντας τους ήρωές του, θα βγαίνει συχνά πυκνά στη σκηνή για να μας υπενθυμίζει τις αβεβαιότητές του ως προς τον σχεδιασμό της πλοκής και των χαρακτήρων, τορπιλίζοντας έτσι την έννοια του μυθιστορήματος ως είδους. Τα τρία μέρη του βιβλίου θεματοποιούνται ρητά ως εναλλακτικές απόπειρες προσέγγισης του υλικού και του αντικειμένου, ως ασκήσεις του συγγραφέα στην προσπάθειά του να μορφοποιήσει την εκ των πραγμάτων ρευστή ιστορική πραγματικότητα. Κοινώς, το μυθιστόρημα αποτελεί τον εφιάλτη του σοσιαλιστικού (και γενικώς κάθε) ρεαλισμού. Ο Μπίτοφ δεν θα αντιτάξει στο καθεστώς ένα βίωμα αλλά ένα (αποσαθρωμένο) λογοτεχνικό είδος. Όχι απλά ένα περιεχόμενο αλλά μία μορφή.
Ο Μπίτοφ δεν θα περιοριστεί σε αυτό. Θα μεταφέρει στο εργαστήρι του την ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας ώστε να τον συνδράμει. Η διακειμενικότητα θα αποτελέσει τον καταλύτη για την εκτύλιξη της πλοκής, με όλη τη γκάμα της παράδοσης να αξιοποιείται τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα. Το οικογενειακό μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα ιδεών, το ερωτικό μυθιστόρημα, όπως και οι θεματικές του διπλού και του σωσία θα αρδευτούν και θα ωθηθούν σε νέα κανάλια, κυκλώνοντας το φλέγον ερώτημα του συγγραφέα: πώς είναι δυνατή μια αισθηματική αγωγή σε καιρούς ανελευθερίας και με τι κόστος. Ο αντιφρονών συγγραφέας θα διεκδικήσει την παράδοση της γλώσσας και της δημιουργίας που συνδέεται με αυτή, υποστηρίζοντας μέσα ακόμα και από την ίδια την παρωδία τους ότι μπορούν να παραμείνουν ζωντανά μόνο όσο χρησιμοποιούνται, όσο κυκλοφορούν δηλαδή.
Μαζί, το μεταμοντέρνο παιχνίδι δεν θα υστερήσει και στη μείξη των ειδών. Πέρα από παραλλαγές τύπων μυθιστορήματος, ο Μπίτοφ θα εγκιβωτίσει στην αφήγηση και ποικίλα είδη: θα διαβάσουμε τις πραγματείες του ήρωα, διηγήματα, ακόμα και αποκόμματα εφημερίδας -όχι τυχαία εκεί θα βρούμε το θραύσμα ενός δοκιμίου του ρωσικού φορμαλισμού, υπόμνηση ήδη στην αρχή του έργου ότι εδώ η φόρμα έχει κατατμηθεί και επανασυγκολληθεί χωρίς να ακολουθούνται οι τυποποιημένοι αφηγηματικοί κανόνες.
Ταυτόχρονα, η ιστορική συγχρονία του έργου θα διασωθεί ως τεκμήριο μέσα από τις σημειώσεις που ο συγγραφέας προσθέτει στο έργο ως πραγματολογικά σχόλια. Και για να μη μας μείνει καμία αμφιβολία ότι στη γραφή ο ρεαλισμός είναι όχι η πραγματικότητα αλλά μια αναπαραστατική μέθοδος, αυτά τα σχόλια θα μπλεχτούν με επιπλέον ιστορίες, πολλές εκ των οποίων μοιάζουν με αυτόνομα διηγήματα ή και ως ψευδοδοκίμια. Παραθέτω τυχαία:
«Δεκαετίες ολόκληρες οι λόγιοί μας προσπαθούσαν μάταια να δώσουν έναν ορισμό του σοσιαλιστικού ρεαλισμού – ξέραμε μόνο ότι είχε αντικαταστήσει τη λογοτεχνία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το σύστημα Στανισλάφσκι: κανείς δεν γνώριζε τι είναι, παρότι είχε αντικαταστήσει το θέατρο. Οι κορυφές είναι γραφτό να στέκουν μοναχικές , κι αυτή εδώ πάντα δέσποζε στη χώρα μας. Έτσι λοιπόν, όταν ρώτησαν έναν γνωστό προπονητή ποδοσφαίρου με ποιο σύστημα θα έπαιζε η ομάδα του σε κάποιοι κρίσιμο ματς, εκείνος εύστοχα απάντησε: “Με το σύστημα Στανισλάφσκι”». (σ. 677)
Το χιούμορ αποτελεί μια σταθερά που επανέρχεται σε όλο το έργο, και ,μετατρέπεται πολλές φορές σε «ξεσπάσματα επανειλημμένου, ορμητικού, αχαλίνωτου, υπέροχου γέλιου, μεγαλόπρεπου και τρελού […] το γέλιο της αισθησιακής απόλαυσης, η αισθησιακή απόλαυση του γέλιου. Όταν γελάς, ζεις σε βάθος» -(όπως θα γράψει η Ανί Λεκλέρ και θα την παραθέσει ο Μίλαν Κούντερα -όπως μου θυμίζει ο Τέρι Ήγκλετον στο Χιούμορ). Ο ίδιος ο ήρωας εξάλλου είναι κωμικός μέσα στη θάλασσα των αντιφάσεων όπου κολυμπά – μήπως στην ίδια θάλασσα εξάλλου δεν πλέουμε όλοι;
Ο Οίκος Πούσκιν με όλα αυτά και παρόλα αυτά είναι ένα μυθιστόρημα που τέρπει τόσο αυτούς και αυτές που θέλγονται από τα παιχνίδια της λογοτεχνίας όσο και τους άλλους και τις άλλες που θέλουν απλώς να διαβάσουν μια ιστορία (με δώρο τις παραλλαγές της). Η Βιργινία Γαλανοπούλου δεν μετέφρασε μόνο το κείμενο, αλλά πρόσθεσε και μια σειρά επεξηγηματικών σημειώσεων τόσο στο κείμενο όσο και στις σημειώσεις του συγγραφέα, καθώς και ένα επίμετρο, συμβάλλοντας με τις δικές της δίνες στον κοχλία ενός έργου που δυναμιτίζει τις αφηγηματικές μας πεποιθήσεις.
Αντρέι Μπίτοφ, Οίκος Πούσκιν, μετάφραση από τα ρωσικά: Βιργινία Γαλανοπούλου, Gutenberg, Αθήνα 2025, 767 σελ.