Απρόσμενη αύξηση της χημικής ουσίας CFC - 11 η οποία επηρεάζει αρνητικά την τρύπα του όζοντος, ανίχνευσαν επιστήμονες. Πρόκειται για χημική ουσία η οποία είχε απαγορευτεί από το 1987, όταν και ανακαλύφθηκε ότι είναι επιβλαβής για το περιβάλλον.
Επιστήμονες ανίχνευσαν απρόσμενη αύξηση της χημικής ουσίας CFC – 11 στην ατμόσφαιρα, για την οποία είχε απαγορευθεί η παραγωγή της από το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ το 1987 στις ανεπτυγμένες χώρες και στον υπόλοιπο κόσμο μέχρι το 2010, καθώς κατηγορήθηκε ότι διασπά το όζον της ατμόσφαιρας.
Πρόκειται για ένα χλωροφθοράνθρακα, το τριχλωροφθορομεθάνιο, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως ψυκτική ουσία τη δεκαετία του 1930. Επιπλέον, χρησιμοποιούνταν και στα μονωτικά σπρέι. Ωστόσο, όπως σημειώνουν οι New York Times, η ουσία CFC – 11 έγινε αντιληπτό ότι όταν διασπάται στην ατμόσφαιρα, απελευθερώνει άτομα χλωρίου που μπορούν να καταστρέψουν το στρώμα όζοντος της γης, το οποίο λειτουργεί ως φίλτρο ενάντια στη ραδιενέργεια που εκπέμπει ο ήλιος. Η ανακάλυψη μιας μεγάλης «τρύπας» πάνω από την Ανταρκτική οδήγησε στην υπογραφή του διακρατικού Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η αύξηση της εν λόγω ουσίας στην ατμόσφαιρα, πιθανώς να προέρχεται από πηγές παράνομων εκπομπών στην Ανατολική Ασία, αν και η αιτία παραμένει άγνωστη για την ώρα. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι λόγω της αύξησης των ρύπων της ουσίας CFC – 11, είναι πιθανό να αρχίσει πάλι να αυξάνεται η ποσότητα της στην ατμόσφαιρα. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ερευνητές προειδοποιούν ότι μετά το 2012 η μείωση των επιπέδων του CFC-11 έχει επιβραδυνθεί κατά περίπου 50%, πράγμα που σημαίνει ότι η ανάκαμψη της τρύπας του όζοντος θα καθυστερήσει μία δεκαετία.
Ο Στέφεν Μοντζκα, ερευνητής της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ, τόνισε τον κίνδυνο απειλής της στιβάδας του όζοντος αλλά και της κλιματικής αλλαγής. «Είναι ανησυχητικό ότι κάποιος κλέβει» δήλωσε ο Σ. Μοντζκα.