Ένα από τα δημοφιλή κομμάτια τους ήταν το Happy Hour και το video clip διαδραματιζόταν σε μια πάμπ. Στο ερώτημα ‘’πόση μοναξιά μπορεί να στοιβαχτεί μέσα σε μια πάμπ;’’ απαντά με διαύγεια πνεύματος και γραφίδα ώριμου δημιουργού η συλλογή διηγημάτων Ιστορίες του Χάλ, του συνομήλικου –τολμώ να πω- Γιώργου Μητά, από τις πολύ φροντισμένες εκδόσεις της Κίχλης.

« Οι δρόμοι του Χαλ το βράδυ είναι έρημοι και παγωμένοι. (…) Όταν ο άνεμος πέφτει και παύει ν’ ακούγεται το συριστικό βουητό του, το κρύο μοιάζει να επικάθεται βουβό και απειλητικό πάνω στις σκοτεινές προσόψεις των σπιτιών και στους ξύλινους φράχτες, επιβάλλοντας μια απόκοσμη σιωπή. (…) Κι όταν το άγαλμα της Παρθένου ξεπροβάλλει υποβλητικό και πένθιμο μέσα από την ομίχλη, πάνω στο φωτισμένο υπέρθυρο του ναού των μεθοδιστών, βιάζεις το βήμα για να βρεθείς στη ζεστασιά του δωματίου σου το συντομότερο δυνατό, με την αλλόκοτη αίσθηση του τελευταίου ζωντανού ανθρώπου στον πλανήτη.»
 
Συγγραφέας: Γιώργος Μητάς
Τίτλος: Ιστορίες του Χαλ
Κατηγορία: Ελληνική πεζογραφία
Εκδότης: Κίχλη
Έτος έκδοσης: 2011
Σελίδες: 144
Τιμή: 11,50€
Τρείς ιστορίες, η Κεντρική Βιβλιοθήκη, οι Ντόναλντ και Τζόυ και το Ένα ποτήρι μπίρα, τρείς αταίριαστες σχέσεις φιλίας- έρωτα- φυγής από την αβάσταχτη μόνωση ανάμεσα σε ντόπιους, με τόσο αποκλίνουσες παραστάσεις και ισάριθμους φοιτητές, που έρχονται στην αγγλική πόλη να σπουδάσουν από τη θερμή Μεσόγειο, Ισπανός, Έλληνας, Τούρκος. Στην πρώτη ιστορία, η ηλικιωμένη ταξιθέτρια της Κινηματογραφικής Λέσχης κυρία Ρότζερς, που ζει ολομόναχη σ’ ένα γέρικο σπίτι, με παρέα κάποια παλιά δερματόδετα βιβλία, το πιστό ποδήλατο και το μικρό κήπο της, ανακαλύπτει λίγη ζεστασιά στο πρόσωπο του Λουίς. Ο μικροκαμωμένος, μοναχικός συμφοιτητής του –ενδεχόμενα- αυτοαναφορικού μεταπτυχιακού συγγραφέα, Ντόναλντ με τα ‘’άψυχα μάτια’’ και τη σκυλίτσα- συνοδό του, την Τζόυ, βιώνει τον αποκλεισμό της τυφλότητας αλλά και τον ανέφικτο έρωτα για μια συμφοιτήτριά του. Εκείνος αναζητά απεγνωσμένα το καταφύγιο στο απέραντο σκοτάδι του, ψαύοντας το μέτωπο, το πρόσωπο και το μάγουλο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, για ν’ αναφωνήσει: ‘’Τώρα ξέρω πως είσαι!’’. Και σ’ ευθεία αντιπαραβολή με τους εύθραυστους γηγενείς των δύο πρώτων Ιστοριών του Χάλ, ο θηριώδης ‘’πολυτεχνίτης’’ Στηβ, ‘’ο χιλιοταξιδεμένος bricklayer’’, με το αινιγματικό παρελθόν και το θλιβερά διαταραγμένο παρόν, σπιτονοικοκύρης του μετοίκου Αζίζ. Το πλέον ψυχολογικό -γοτθικού μεγαλείου- αφήγημα και η κορύφωση του δράματος του ραγισμένου ψυχισμού των ηρώων του Μητά, που υψώνουν αλύχτισμα αγωνίας μέσα ‘’στην καρδιά του σκότους,… στο ερημωμένο σκηνικό της όχθης του ποταμού’’.
 
Οι Ιστορίες του Χάλ συγκροτούν μια πυκνογραμμένη ελεγεία, σε ήχους μαύρων μπλούζ και γκόσπελ, για τη ρημαγμένη ψυχή σ’ ένα σισύφειο αγώνα να συμφιλιωθεί με τον ‘’ξένο που κατοικεί μέσα μας’’, όπως εύστοχα παρατηρεί η Τζούλια Κρίστεβα και μας υπενθυμίζει η Κατερίνα Σχινά από την Καθημερινή. Ο Γιώργος Μητάς, με στόφα αγγλοσάξονα δεξιοτέχνη της υπαινικτικά δυσοίωνης γραφής, καταδύεται στο ανυπέρβλητα κινηματογραφικό – με την κάμερα ενός Μπέργκμαν ή ενός Ντράγερ- υπερβόρειο σκηνικό, περπατά στις ερημωμένες αποβάθρες του άλλοτε κραταιού βρετανικού λιμανιού και των παρηκμασμένων φαλαινοθήρων, καταναλώνει περίφημες stouts σε πολυσύχναστες παραδοσιακές μπυραρίες, αφουγκράζεται την απόλυτη σιωπή των σκοτεινών νερών του ποταμού Χάλ και καταγράφει το αποτύπωμα της ανείπωτης ερημιάς του τόπου στα πρόσωπα των ντόπιων ηρώων του.
 
«Ήθελα να μιλήσω για τη σκληρή μοναξιά των ανθρώπων, πίσω από την οποία ελλοχεύει πάντα ο βαθύς, υπαρξιακός φόβος. Οι ήρωές μου δυσκολεύονται αλλά αγωνίζονται να ζήσουν με όλες τους τις δυνάμεις, ελκόμενοι από την ομορφιά της ζωής, την οποία δεν παύουν στιγμή να αναγνωρίζουν. Και είναι αυτή η πίστη που με συγκινεί σε αυτούς στον σκληρό, άγνωστης έκβασης, αγώνα που δίνουν» λέει ο ίδιος.
 
Υπάρχει αισιόδοξη ματιά ή κατά το ήσσον αγωνιστική διάθεση στην προσέγγιση του συγγραφέα ενός εξαίσια προσωπικού και για το λόγο αυτό συνταρακτικά εσωτερικού αγώνα απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς –και όχι της μοναχικότητας- της ανθρώπινης ύπαρξης; Μην ξεχνάμε πως ο Γιώργος Μητάς λατρεύει την Έμιλυ Ντίκινσον, που συνάθροισε σε αδιαίρετη ενότητα ζωή και δημιουργία και μιαν ακόμη Έμιλυ, εκείνην του Χήθκλιφ και της Κάθριν από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Ως εκ τούτου, ο αγώνας για τη λυτρωτική κοινότητα του Άλλου και ταυτόχρονα η ηθική αποζημίωση από ένα φουρτουνιασμένο ταξίδι, που σε κάθε περίπτωση αξίζει τη θυσία και αποπνέει αξιοπρέπεια ως στάση ζωής, εντάσσεται στα σχέδια του Μητά.
 
Υφέρπει όμως, μια ανησυχαστική κλιμάκωση στις τρείς Ιστορίες του Χάλ, που αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, και το συνδετικό κρίκο, προσδίδοντας εσωτερικό ρυθμό και υποδηλώνοντας μια προβληματική, επί της οποίας ο Γιώργος Μητάς καλεί τον αναγνώστη να τοποθετηθεί. Η κυρία Ρότζερς ξυπνά την επομένη του δείπνου με τον Λουίς με μια γλυκιά ανάμνηση και ανάβει φωτιά για το πρώτο τσάι της ημέρας. Ο τυφλός Ντόναλντ, σε μιαν ημέρα που έχουν ανοίξει οι ουρανοί, επισκέπτεται αλαφιασμένος – σαν κάτι δυσοίωνο να προοιωνίζεται – τον Έλληνα φίλο και συμφοιτητή. Θέλει μόνο και μόνο να τον αγγίξει ‘’στο δεξί μάγουλο, εκεί που το δέρμα συναντά την τρυφερή γωνιά των χειλιών’’, κι ύστερα κινεί να φύγει μαζί με την Τζόυ, χωρίς να αρθρώσει λέξη, μέσα ’’στο αδύναμο πρωινό φώς’’. Για να κορυφωθεί η ένταση και η ανθρώπινη αγωνία, με μια εικονογραφία, αντίστοιχη της Κραυγής του Έντβαρντ Μύνχ, όταν ο απελπισμένος σαλός Στηβ, σκίζει με το ουρλιαχτό του το παγερό πέπλο της νύχτας, κάνοντας τον έντρομο αυτόπτη Αζίζ να αναρωτηθεί: ‘’ποιο γήινο πλάσμα, άνθρωπος ή ζώο, μπορούσε να ελευθερώσει έναν τόσο άγριο, σπαραχτικό λυγμό;’’
 
Οι ήρωες του Μητά εκπέμπουν στη διαπασών προειδοποίηση κινδύνου για την ανθρώπινη ύπαρξη, προϊδεάζοντάς μας για την κατάσταση μέγιστης εντροπίας που τείνει ο συγκλονισμένος μας εαυτός, μεταδίδοντας ένα μεταφυσικό τρόμο, που σωρεύεται όχι γύρω μας αλλά εντός μας. Πιστοποιούμε με αυτόν τον τρόπο πως οι Ιστορίες του Χάλ διαβάζονται περισσότερο ως περίκλειστη κεντροευρωπαϊκή, παρά ως εγχώρια, καφκικού ιδιώματος λογοτεχνία. Αναμένουμε τη συνέχεια, απ’ όσο γνωρίζω, πολύ σύντομα.