«Βεβαίως, η τελευταία εμπειρία από την εξεταστική για τη λίστα Πέτσα ήταν μάλλον απογοητευτική, καθώς η ΝΔ εκμεταλλευόμενη την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία και αρνούμενη να κληθούν μάρτυρες, με κορυφαίο παράδειγμα την άρνηση κλήσης του ίδιου του κου Πέτσα, οδήγησε τα πράγματα σε αδιέξοδο. Νομίζω ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα για τη ΝΔ, καθώς υπάρχει ένα συμπαγές μέτωπο της αντιπολίτευσης, ενώ η πίεση που ασκείται στη ΝΔ από πολλές και διαφορετικές μεριές, τόσο από τον διεθνή τύπο, όσο και από το εσωτερικό της, ειδικά μετά την τοποθέτηση του κου Καραμανλή, δεν θα διευκολύνει αποφάσεις συγκάλυψης», σχολιάζει και συνεχίζει:

«Θεωρώ λοιπόν ότι στην εξεταστική επιτροπή θα πρέπει να επιμείνουμε στους λόγους παρακολούθησης Ανδρουλάκη – Κουκάκη, καθώς και στις σχέσεις της κυβέρνησης και του κου Μητσοτάκη με την εταιρία που εμπορεύεται το κακόβουλο λογισμικό παρακολούθησης, το Predator. Και αν η επιτροπή δεν εμποδιστεί στο έργο της από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα υπάρξουν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα. Ωστόσο, η διερεύνηση αυτής της υπόθεσης δεν θα σταματήσει εδώ. Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, τόσο ως αξιωματική αντιπολίτευση, όσο και ως επόμενη κυβέρνηση για να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια, καθώς εδώ πρόκειται για μια υπόθεση που αφορά την ίδια τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, την ίδια τη δημοκρατία».

Σχολιάζοντας την θέση ότι θα πρέπει να καταργηθεί η τροπολογία που δεν επιτρέπει σε αυτόν που παρακολουθείται να ενημερώνεται, λέει:

«Η τροπολογία αυτή αναδεικνύει τον τρόπο λειτουργίας του καθεστώτος Μητσοτάκη. Στην πραγματικότητα επιτρέπει στην ΕΥΠ να παρακολουθεί οποιονδήποτε πολίτη, προφασιζόμενη λόγους “εθνικής ασφάλειας” χωρίς να δίνει λογαριασμό ποτέ και σε κανέναν. Και ο λόγος της ψήφισης της ήταν προφανώς για να συγκαλύψει τις υποθέσεις Κουκάκη – Ανδρουλάκη, αλλά και την ενδεχόμενη παρακολούθηση άλλων πολιτικών προσώπων. Είναι λοιπόν απολύτως αντισυνταγματική και πρέπει να καταργηθεί. Αν όμως η κυβέρνηση συνεχίζει να αρνείται, ο δικαστικός δρόμος ακύρωσης της είναι νομίζω ένα ενδεχόμενο».

Τέλος, σχολιάζοντας τις δημοσκοπήσεις που θέλουν ακόμη τη ΝΔ να προηγείται, παρατηρεί:

«Ακόμα και δημοσκοπήσεις των οποίων η αξιοπιστία είναι -το λιγότερο- αμφισβητούμενη, δείχνουν μια προϊούσα φθορά της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του ίδιου του κου Μητσοτάκη. Είναι πλέον σχεδόν αδύνατον μετά το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, την αποτυχία διαχείρισης της πανδημίας – η Ελλάδα έχει το θλιβερό ρεκόρ σε θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων στην ΕΕ – αλλά και την επιλογή στήριξης των καρτέλ που επιδεινώνει το πρόβλημα της ακρίβειας οδηγώντας μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στη φτώχεια και τις υλικές στερήσεις, ο κος Μητσοτάκης να διατηρήσει το προφίλ του μετριοπαθή και αποτελεσματικού τεχνοκράτη. Ένα προφίλ που φιλοτεχνήθηκε με το αζημίωτο από μέσα μαζικής ενημέρωσης και εκδοτικά συγκροτήματα της ελληνικής ολιγαρχίας. Το πραγματικό του πρόσωπο είναι σήμερα σε κοινή θέα: αυταρχικός, καθεστωτικός, αλαζόνας και ταυτόχρονα αμήχανος μπροστά στην πολιτική του κατάρρευση. Καμία δημοσκόπηση δεν μπορεί να αλλάξει την εικόνα του γυμνού βασιλιά. Είναι εκεί για να τον δουν όλοι να καταρρέει. Και αυτό θα είναι μια ανακούφιση για την ελληνική κοινωνία αλλά και μια μεγάλη νίκη για τη δημοκρατία».