X
Πατήστε εδώ για να γίνετε συνδρομητής! Αν είστε ήδη Συνδεθείτε για να μη βλέπετε αυτό το μήνυμα
X

Συνδεθείτε μέσω TPP Community

Έχετε συνδεθεί επιτυχώς

Δεκαεπτά Ημέρες στο Ιράν (μέρος Β’)

Το ταξίδι αυτό έγινε το Μάρτιο του 2019, με μια παρέα τριών φίλων και τον 22χρονο γιό μου. Οι ημερολογιακές σημειώσεις μου και οι καθημερινές αναρτήσεις μου στο facebook, τότε, αποτελούν το βασικό μέρος αυτού του κειμένου, που ανεβαίνει σε δύο μέρη, για να δώσει την άλλη εικόνα του Ιράν, την τουριστική.
|

Το ταξίδι αυτό έγινε το Μάρτιο του 2019, με μια παρέα τριών φίλων και τον 22χρονο γιό μου. Οι καθημερινές αναρτήσεις μου στο facebook, τότε, αποτελούν το βασικό μέρος αυτού του κειμένου, που ανεβαίνει εδώ γιατί δίνει την άλλη εικόνα του Ιράν από τους φίλους που στήριξαν τις αποστολές μας και γιατί, πιστεύω, ταιριάζει ως ανάγνωσμα Σαββατοκύριακου.

Περσέπολη

«Αυτά τα δέντρα που βλέπετε, τα φύτεψε ο Σάχης το 1971, κατά τον εορτασμό των 2.500 ετών της Περσικής Αυτοκρατορίας».

Και, κατόπιν, πήγε ο Σάχης στο Δαρείο (όχι τον έσσονται παίδες δύο, τον άλλο), στο μνήμα του Δαρείου πάει να πει, και του είπε, λέει, «Μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος. Έχουν γνώσιν οι φύλακες».

Αλλά είχαν γνώσιν και οι φυλακές, που το κάθαρμα ο Σάχης τις είχε γεμίσει Αριστερά και Πίστη και γενικώς Αντίσταση (εδώ σου κλείνω το μάτι) και που βασάνιζε τους συντρόφους μας και τους συντρόφους της Ζαχράς μας (βλέπε πρώτο μέρος) μέχρι θανάτου ή, στο ανθρωπιστικότερον, μέχρι ακρωτηριασμού. Και μες στην ίδια δεκαετία, αντί να νικήσουν οι φύλακες, νίκησαν οι φυλακές κι ο Πέρσης Παναγούλης (και μετά τα ξανακάναν μαντάρα οι Αμερικάνοι, που δεν ακούνε πάντα τον Εγγλέζο, ο οποίος ως πολύπειρος αποικιοκράτης ξέρει πως να κινηθεί από την εποχή των σταυροφοριών, ως γνωστόν, αλλά αυτή είναι μια άλλη (σα)νταμν ιστορία, τα είπαμε).

Στα ενδιαφέροντα του σαχικού ντεφιλέ, να προσθέσουμε ότι πήγε εκεί ο Καντάφης ο σχωρεμένος, και είδε πως ενδύονταν οι αρχαίοι Λίβυοι και του άρεσε και άρχισε να ντύνεται έτσι κι αυτός (η ξεναγός μας το είπε, νοτ μη!).

Στα καθ’ ημάς. Η Περσέπολη θέλει τεσσερις πέντε ώρες μόνη της. Μόνο να περπατήσεις και να σου εξηγήσουν κάποιοι που ξέρουν, δηλαδή, γιατί αν δεν ξέρεις που πας θες μέρες. Και οι σημάνσεις δεν είναι κι οι πιο αναλυτικές, όπου είναι. Άρα, επιλέγουμε ξεναγό, επίσημη και με πολύ καλά αγγλικά, που αμείβεται με πέντε ευρώ τα εβδομήντα λεπτά ξενάγησης, και τα κάναμε 140 λεπτά και δέκα ευρώ να μάθουμε τα βασικά και να ξεστραβωθούμε πέντε άνθρωποι.

Χτισμένη ως η τελετουργική πρωτεύουσα των Αχεμενιδων, ακόμη είναι γνωστή με το όνομα που εμείς της δώσαμε: Περσέπολις, η πόλις των Περσών. Το δικό της όνομα ήταν Φαρς, που στα φαρσ-ί σημαίνει Περσία, γιατί ήταν η κορωνίς των πόλεων και παραμένει κορωνίς των ερειπίων.

Με ειδική είσοδο, την Πύλη των Εθνών, για να έρθουν οι υποταγμένοι τα προσκυνήσουν το βασιληά, με Απάδανα και Τρίπυλον και σκάλα μετά τη σκάλα (να καταλάβεις, το health του κινητού έδειξε τριάντα (30) ορόφους πάνω κάτω στην Περσέπολη, κι άρα γι’ αυτό κανένας αρχαίος Πέρσης στα γλυπτά δεν είναι υπέρβαρος, ας σημειώσω) και πλατέα μετά την πλατέα, με απεικονίσεις των λαών που υποτάχθηκαν να φέρνουν δώρα στον μεγάλο, και μιαν αίσθηση μεγαλείου που δεν σε τσακίζει όμως, όπως των Αιγυπτίων, που σου θυμίζει ότι είσαι υπόδουλος αλλά δεν είναι οι συμπληγάδες, αρμόζει στο Θεό-Βασιληά που ακόμη δεν ξέχασε να συγχωρεί (και τη θάλασσα, ναι, άρα λογικό είναι ότι δεν έχτισε τον τόπο ο Ξέρξης αλλά ο Δαρείος, διότι ο Ξέρξης, τα είπαμε, ήταν γνωστός μαλάκας). Και εδώ παρακαλώ ενός λεπτού σιγή για όσους τριγύριζαν στην αγορά των Αθηνών και δεν προσκυνούσαν κανέναν πλην των καινών δαιμονίων.

Εχει την ομορφιά της μνήμης και της φαντασίας μαζί ο τόπος. Έρημη πόλη, κάποτε ολοζώντανη, θουκυδίδειας καλλονής πια (ξέρεις, αν η Αθήνα κι η Σπάρτη μέναν χωρίς ανθρώπους κλπ κλπ). Ερημικός, σε χρώματα της άμμου, με μικρές στάλες χρώματος εδώ κι εκεί να θυμίζουν πως ξεκίνησε αυτό το ωραίο γαλανό της Περσίας. Οι φωτογραφίες θα στα πουν αυτά όμως, που εδώ είναι απαραίτητες γιατί κάποτε και η πιο φλύαρη Λαμπρινή (εγώ, δηλαδή) δεν έχει λόγια.

Α, μη ξεχάσω! Όπου πας κι όπου σταθείς η υπόμνηση των Ελλήνων. Όχι του ΜεγΑλέξανδρου που έκανε την Περσέπολη ρημαδιό, να μάθουν αυτοί να έρχονται στο σπίτι μας και να μας πειράζουν την Ακρόπολή μας, αλλά των ιστορικών της αρχαίας μας γραμματείας, αυτών που σώσανε τους τρόπους των αρχαίων Περσών, γιατί ο Πέρσης, δυστυχώς, δεν είχε σκεφτεί να κρατήσει έναν ανθρώπινο απολογισμό της καθημερινής ζωής του και χρειαζόταν από Ηρόδοτος και πάνω να το κάνει. Διότι ακόμη ο αρχαιολόγος για την Περσέπολη και τα τριγύρω, ότι του είπε ο Έλλην κουτσομπόλης ιστορικός ξέρει και με αυτά κοιτάει να κάνει ο έρμος ζάφτι. Κι αυτός ο ευγενής λαός σου θυμίζει, με πινακίδες δίγλωσσες, πως τούτη κι εκείνη η πληροφορία σώζονται από τον τάδε και τον δείνα Έλληνα ιστορικό.  

Κι επίσης, η ξεναγός μας μας φρόντισε πολύ, να μας τα εξηγήσει όλα, να μας βγάλει φωτογραφίες στα καλύτερα σημεία αν θέλαμε, και να μας πει που θα πιούμε καφέ (καφέ!) και θα κάνουμε τσιγάρο, όσο οι πιο ανθεκτικοί ανέβαιναν κι άλλο κι άλλο. Και είχαμε και μια στιγμή ολη δική μας, ελληνοπερσική, διότι «η ποδιά του Δαρείου, του κτήτορος, ένθετη και ολόχρυση, είναι τώρα στο Λούβρο», «τα στολίδια στα μαλλιά είναι στο Μουσείο Φιτζουίλιαμ του Καίμπριτζ», και της λέω «το έχουμε δει το έργο», σίγουρη πως ξέρει και για τα μάρμαρα και για τη Νίκη και για όλα, και αρχίζουν τα χαμόγελα της ενιαίας, πια, παρέας. (Κι εδώ έχω να ξαναπώ στην «πολιτισμένη» Ευρώπη το εξής, από βάθους καρδίας: Φτου σας ξεφτύλες!).

Ααααα! Μη ξαναξεχάσω! Σου έλεγα που ήρθε εδώ ο ΜεγΑλέξανδρος και τα έκανε ρημαδιό (έτσι είναι ο ΠΑΟΚτζής στην εκάστοτε έδρα του γαύρου, από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως βλέπεις), αλλά δε σου έλεγα πως ήρθε, ως Περσέπολη. Με το γνωστό θερμοπυλαίικο κόλπο! Βρήκε εφιάλτη! Εφιάλτη εσείς, σου λέει; Εφιάλτη κι εμείς, να μάθετε! Τριάντα μέρες τον είχε σταματήσει ο στρατός του βασιληά σε ένα δύσκολο στενό. Αυτοί οι νίνζα που είδες στους 300; Αυτοί! (και εδώ καταλάβαμε τι διαβαζει ο RR Martin στον ελεύθερο του χρόνο). Και την 31η ημέρα, ένας ντόπιος φύλαρχος του λέει, να σου πω Αλέξανδρε, το καλό το παλληκάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι, κι ο Άλεξ τον άκουσε και μπήκε στην Περσέπολη με τα ίδια κόλπα που μας είχαν μάθει οι Πέρσες.

Τώρα, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αν την κάψαμε επιτούτου ή κατά λάθος. Το πιο πιθανό είναι ότι κάναμε πάρτυ, λέει, και πάνω στο πίνε και χόρευε και τραγούδα, ε, ξέφυγε η φωτιά των πελεκουδίων που καίγονταν, κατά το ρωμέικο έθιμο, κι έγινε το κακό κι ευτυχώς δεν έγινε ολόκληρο αλλά χλιαρό, παρ’ ότι καυτό, και πολλά σημαντικά αρχαία και αρχεία σώθηκαν, για να έχουν να κλέβουν οι Ευρωπαίοι (ξαναφτου σας, ξεφτύλες!). Και ο Αλεξ φρόντισε να θάψει βασιλικά και τον Δαρείο τον Γού, στον μισοτελειωμένο τάφο του, για να μη λες. Διότι, το είχαν έθιμο οι Πέρσες να ετοιμάζουν τον τάφο τους όντας εν ζωή, και να κανονίζουν τις λεπτομέρειες της θρησκευτικής τους κηδείας, κι έτσι οι δύο Δαρείοι, ο ηλίθιος ο Ξέρξης αλλά και ο Αρταξέρξης είναι όλοι θαμμένοι στη Νεκρόπολη, λίγο παραδίπλα, σε μνημεία υπέροχα και συγκλονιστικά, που θέλει καμμιά ωρίτσα κι αυτή.

Κοντά σχετικά είναι κι οι Πασαργάδες, που πας να χαιρετήσεις τον Μέγα Κύρο, όπως έκανε κι ο Μέγας ο δικός μας, και σκέφτεσαι που πατάς και στέκεσαι και ανατριχιάζεις.

Αφήνοντας τη Σιράζ

Στη Σιράζ μείναμε σε ένα σοσιαλιστικής λογικής ξενοδοχείο, το Niayesh, που στο συστήνω. Ο μάστορας ο κάστορας που το έχτισε, δε θυμάμαι αν στο ξανάπα, έχει αναστηλώσει ένα ολόκληρο μεσαιωνικό τετράγωνο, που έχει μέσα από χόστελ με τρία ευρώ το κρεβάτι στο εξάκλινο, μέχρι μπουτίκ δωμάτια με ιδιωτικό κήπο στο πενηντάευρο, και από όλα αυτά, όλοι οι ένοικοι, ασχέτως δωματίου και λόγω τιμής που τιμή δεν έχει, μοιράζονται οπωσδήποτε το πρωινό, το ίδιο πρωινό στον ίδιο χώρο. Ε, εμείς είχαμε απλό δίκλινο με δικό μας μπάνιο και χωρίς κήπους ιδιαίτερους, με 15 ευρώ τη βραδυά, και ήταν μεγάλο και είχε και ψυγειάκι και έφτανε και περίσσευε.

Στη Σιράζ, ακόμη, ήταν τα γραφεία των παιδιών που μας βοήθησαν να βγάλουμε εισιτήρια στα λεωφορεία και να κλείσουμε εκδρομή και τα τοιαύτα, με ευγένεια και γλύκα και όλη την Περσική χάρη, ενώ ακόμη είμασταν στην Ελλάδα.

Το τελευταίο βράδυ στη Σιράζ, λοιπόν, μετά την εκδρομή στην Περσέπολη και τη Νεκρόπολη και τις Πασαργάδες, μαζευτήκαμε παρέα, εμείς και τούτα τα περσόπουλα που αγαπήσαμε πριν καν φτάσουμε στο Ιράν, που μας βοήθησαν στην οργάνωση και υπέστησαν τις ερωτήσεις και τις παραξενιές μας και τα «θέλω τουαλέτα για ευαίσθητα πωπουδάκια».

Οταν μοιράστηκα τα σχέδια μου για ελληνικό τσιμπούσι, ζητώντας τη βοήθειά του, ο ξενοδόχος μας, καλεσμένος μαζί με την εργατική τάξη που εργάζεται και ζει στην παράδεισο, παραχώρησε την πιο ιδιωτική αυλή του και την κουζίνα ολόκληρη του μπουτίκ οτέλ, να φτιάξουμε ότι θέλουμε να μοιραστούμε. Γενναιόδωρα, απλόχερα, γιατί έτσι, και γιατί «κανείς πελάτης δε ζήτησε ποτέ να μαγειρέψει για μας», όλο το μαγαζί ήταν για πάρτη μας, στήθηκε ένα τραπέζι τεράστιο κι έγινε η ελληνοπερσική Αγάπη.

Κι ήταν η Αφρούζ κι η Αναχίτα και η Παρβίν κι η Ναργκίς και η Ζοχρέ κι ο Μασούντ κι ο αγνώστου ονόματος εργάτης ξενοδοχείου, το σεμνό το αγόρι το αμίλητο, επί τέσσερα, κι εμείς οι πέντε. Και ψωνίσαμε όλα μαζί τα ελληνάκια και φτιάχτηκαν και γιουβαρλάκια και σουτζουκάκια και τηγανιά κοτόπουλο και χωριάτικη, κι ο γνωστός διεθνολόγος Κώστας Ράπτης βοήθησε με το αυγολέμονο (αριστοτέχνης!), και έφερε και το ξενοδοχείο τα αριάνια και τα νερά και σαλάτες και καφέδες και γλυκά στο τέλος, και στρώσαμε γιορτή μεγάλη. Και, μιλάγαμε για εμάς κι εμάς, για το τραπέζι στην κουλτούρα μας και την κουλτούρα μας, για την Ελλάδα, ρε γαμώτο, για το Ιράν, και χάρηκα πολύ, γιατί έβλεπες ότι οι κυρώσεις, δεν φτώχυναν αυτό τον πάμπλουτο λαό σε κείνα που έχουν σημασία – δεν άγγιξαν τη δίψα για επαφή, όχι με την κατανάλωση μα με τον άνθρωπο: τίποτε και ποτέ δε θα τους κλείσει στον άνθρωπο, στο λέω μετά βεβαιότητος.

Από το πακέτο ελληνικά τσιγάρα «για τον πατέρα μου που καπνίζει», που μας ζήτησε το παληκαράκι ο καφετζής στη Γιάζντ, από το «ένα τσιγάρο και να σας το πληρώσω» του περαστικού που μας βρήκε στον ασίκη Πέρση Αγά να πίνουμε σαφράνια, ως τις μεταφράσεις του Καβάφη και του Σεφέρη που ζητήσε ένα μαγικό κορίτσι, ως το διαρκές «καλως ορίσατε!», αυτοί οι φιλόξενοι άρχοντες, οι Πέρσες, έβλεπες πως διψούν την επαφή. Ταξιδευτές επί αιώνες, κόμβος στο δρόμο του μεταξιού και γέφυρα ανατολής και δύσης της Ασίας, θέλουν να σε φροντίσουν και να μοιραστούν, όπως ορίζει ο τρόπος τους. Ξέρουν τον πλούτο τους, ιστορία, παράδοση, πετρέλαια, χαβιάρια, τέχνες, υψηλά μορφωμένο εργατικό δυναμικό, δεν σκύβουν το κεφάλι, μα από την άλλη τους λείπεις και ποθούν να σε ξενίσουν όπως πιστεύουν πως σου πρέπει κι όπως τόσους αιώνες έμαθαν. Φιλόξενοι και περήφανοι μαζί. Όχι εκείνο το δουλικό της άλλης Ανατολής που ξέρεις πως από πίσω τροχίζει μαχαίρι. Όχι. Περήφανοι και φιλόξενοι μαζί. Ωραίοι ως Πέρσες.

Το άλλο πρωί, λίγο πριν πάρουμε το λεωφορείο για Ισφαχάν, την πιο τουριστική των Ιρανικών πόλεων, ήρθε ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου και μου έφερε ένα δώρο, έναν δίσκο ξύλινο, με χειροποίητο κλασσικό πέρσικο πλακάκι στο κέντρο, να με ευχαριστήσει, να μου πει ότι θα είναι πάντα στη διάθεσή μας κι οι τιμές για μας (και τους φίλους μας, ναι, για σένα δουλεύω) θα είναι άλλες, ότι πολύ χάρηκε που μας γνώρισε. Ανταπόδωσα και χωριστήκαμε, λίγο αμήχανα γιατί πολύ γρήγορα προχώρησε αυτή η σχέση κι εκείνος είναι άμαθος σε τέτοια. Κι ύστερα, το άλλο αγόρι, το τεράστιο και σεμνό, ο άγνωστος εργάτης που κοιτούσε χαμηλά όταν ρωτούσα το όνομά του, και  που φιλμάρισε όλο το μαγείρεμα, περνούσα και μου χαμογέλαγε και κατι έλεγε στο φίλο του, κι άρχισε το δούλεμα ο Ράπτης, κλασσικός, «και κοκκινομάλλα, και χρυσοχέρα…» – χαλάλι του το δούλεμα, γιατί πολύ καλά το ξέρει πως, εμείς, οι λαοί που για αιώνες πεινάσαμε ξανά και ξανά ελευθερία και ψωμί και τριαντάφυλλα, μια μπουκιά αρκεί που μοιραζόμαστε με τα κορίτσια που ροδομυρίζουν, κι άλλη υπόσχεση δε χρειάζεται.

Οι αιώνιοι όρκοι είναι γι αυτούς που τους πατάνε.

Πρωτευουσιάνοι

Η Τεχεράνη ειναι δυό Αθήνες μαζί. Δύο. Χαμός, και φασαρία και μόλυνση και αυτοκίνητα και οδηγοί δαιμονισμένοι… και φτωχολογιά και ναρκωτικά και ορατά τα οικονομικά χάσματα βόρειας και λοιπής. Και ωραίο μετρό και φτηνά ταξί και αίσθηση ασφάλειας, νύχτα μέρα, για τον τουρίστα. Και άρα κάνεις τουρισμό, θες δε θες. Θελει πολύ χρόνο να τη ζήσεις, να τη μάθεις, να αγγίξεις τους ανθρώπους, μια τέτοια πόλη…

Τα καταφέραμε κάπως, με ανθρώπους πάει να πει, στο χοστελάκι μας, που είχε ένα ωραίο χώρο, ταρατσάτο, για πρωινό και κάπνισμα – όταν δεν ερχόταν η Μέρκελ 20 χρονών, να πει ότι, ανοιχτά ξε-ανοιχτά όλα τα πορτοπαράθυρα, αυτήν την ενοχλεί, ‘μω τη Γερμανία μου μέσα…. Αν και το ρεκόρ οξείας γερμανίασης το έχει η Γερμανίς που μες στην έρημο, δίπλα στα κανάτ, έκανε μάθημα οικονομίας νερού στους ντόπιους. Και μας είπε για τους παραδείσιους κήπους του Ιράν πως «αν έχεις δει έναν, τους εχεις δει όλους» (εδω παει το «δε μας χέζεις ρε Νταλάρα» γερμανιστί, και παρακαλώ όποιος ξέρει να το λέει να μου το μάθει, και με πολύ καλή προφορά).

Ομολογώ, πάντως, στην Τεχεράνη ήθελα να πάω για τα μουσεία. Και πρώτο πρώτο το μουσείο Anti Arrogance, πρώην πρεσβεία των ΗΠΑ, για να σταθώ ευθυτενής στην είσοδο και να απαγγείλω το Βλαδιβοστόκ του Τζιμάκου, φόρο τιμής στους πέρσες ήρωες. Τρεις φορές πήγαμε, μέχρι να το βρούμε ανοικτό. Αλλά χαλάλι. Διότι πες μου, που αλλού θα δεις πως στα αλήθεια δούλευε (και δουλεύει, αναβαθμισμένη τεχνολογικά) η CIA; Που αλλού θα πατήσεις εκεί που νίκησαν οι δαυίδ τους γολιάθ, οι άνθρωποι τις φονικές μηχανές, μόλις προχτές; Ανατριχίλα και μια υπόγεια χαρά. «Τούμπα, Ιράν, Καμπότζη, Βιετνάμ!» κατάσταση. Και δεν είναι ούτε η (καλή και ισορροπημένη) ξενάγηση, ούτε τα κτίρια, ούτε καν οι μηχανές και τα σιδερόφραχτα κελιά που σε ανατριχιάζουν. Είναι η μνήμη, οι μαυρόασπρες φωτογραφίες των παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, που μπούκαραν, γιατί οι αρχαίοι λαοί δεν ξεχνάμε, Δεν Ξεχνώ, ρε!, κι από το Μοσαντέκ ως το 1979 είναι για μας μια στιγμούλα τόση δα, και γιατί ο πόνος κι η αηδία για το Ιμπέριουμ βαράνε προσοχές ωσπου να αναπαυθεί η ψυχή των ελέω CIA και πετρελαιοBP μαρτύρων μας.

Τι έγινε με το Μοσαντέκ τα ξέρεις. Μη τολμήσει άνθρωπος να κάνει τον εθνικό πλούτο λαϊκό, έστω και τόσο δα, αμερικανοεγγλέζοι εμφανίζονται και κάνουν πραξικόπημα στο τσάκα τσάκα. Και ρίχνουν την κυβέρνηση που δεν τους έκανε κόλπα στο κρεβάτι, ανεβάζουν μια συμμαχία των προθύμων στα τσαλιμάκια, και σιγά μη τους νοιάζει τι θα πεις ο λαός. Ε, ξεχνιούνται αυτά; Ειδικά όταν είσαι παγκόσμια πρώτη, όπως η ανατροπή Μοσαντέκ, σε καιρό ειρήνης και «δημοκρατίας»; Η οποία δημοκρατία είναι, ως γνωστόν, καλή μόνο αν συμφωνεί με τα γούστα τους (κι υστερα μου απορείς γιατί έρχεται ο Αγιατολάχ – πρώτον και κύριον, γιατί δεν είναι του γούστου τους. Αυτό το αντιδραστικό οι λαοί το έχουν, ειδικά οι αρχαίοι. Κι άμα δεν πιστεύεις εμένα, ρώτα τον κινέζο αδελφό μου.).

Υπέροχος σταθμός η πρεσβεία, παοκτζίδικος. Να πας. Κι ύστερα, βγήκα έξω, απήγγειλα τζιμάκο, πήγα στο μελαχροινό αγόρι που ήταν μες στην κλωβό των εισιτηρίων, We are so proud of you! του είπα δυό φορές και χαμογέλασε κι έλαμψαν τα ματάκια του και πολύ χάρηκα.

Δεν ήταν όμως αυτό το πρώτο μουσείο που πήγαμε. Ήταν από τα τελευταία- αφού σου λέω τρεις φορές την κάναμε τη διαδρομή μέχρι να το βρούμε ανοικτό! Το πρώτο μουσείο που πήγαμε ήταν το Μουσείο Ιερής Αμύνης, Holy Defence, όπου της Αμύνης τα Παιδιά που διώξανε το βασιληά (καναν σαχ του σαχη, ντε) εξηγούν αναλυτικά τι συνέβη στον πόλεμο Ιράκ-Ιράν, και τονίζουν το ηθικό τους πλεονέκτημα ευφυέστατα, χρησιμοποιώντας το εξαιρετικό καλλιτεχνικό δυναμικό της χώρας. Συγκίνηση και ανατριχίλα και δάκρυα και περηφάνεια. Γέμιζε το στήθος μου. Το πρώτο μουσείο που πήγαμε κι όμοιό του δεν έχω ξαναδεί και που στη χάρη του κατάλαβα τους παραδείσιους κήπους. Είναι για να μαζεύουν τα κορίτσια ανθούς, να αφήνουν στον άγνωστο και στο γνωστό στρατιώτη.

Και τώρα, θα σε πάω εκτάκτως στο μουσείο του Ιρανικού Σινεμά, που ως γνωστόν κάθε Πέρσης και καλύτερα…

Και δεν είναι αυτό που με συγκλόνισε τόσο, θα στο πω. Δεν είναι η ιστορία, οι προθήκες, οι μνήμες, ο φόρος τιμής στην αρμένικη προσφορά, τα δώρα του Κουροσάβα, ή έστω το καφενείο με τις μαντηλελέ (μαντηλες + φιλελέ, ΤΜ ο υιός μου ο αγαπητός), το δωρεάν γουάιφάι και τους ωραίους καφέδες και τα μπέηκον (ω, γιες!), είναι η κοινότητα, η νίκη του συλλογικού απέναντι στο προσωπικό. Θέλω να πω, στη Δύση έχεις μουσείο τάδε και μουσείο δείνα, κι όποιος είναι «κάποιος» τοποθετείται σε λατρευτική θέση, το σπίτι της Μαρίας Κάλλας και το σπίτι του Αρθούρου Ρεμπώ (κλείνω το μάτι συνθηματικά στην ταξιδιωτική παρέα εδώ) και του ενός και του άλλου.

Μα στην Τεχεράνη, στο μουσείο που έφτιαξε η χαμένη ελπίδα Χαταμί (κι αν το είχα αγαπήσει αυτό το αγόρι, αλλά στο τέλος όλοι ίδιοι είναι…), μαζεύτηκαν όλοι. Ολοι. Και δώσαν τους χρυσούς τους φοίνικες και τις χρυσές αρκούδες, και τις πλακέτες με τις υποψηφιότητες για Οσκαρ, κι είπαν, όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα, και ποιός θα ήμουν χωρίς την ιστορία μου; Και τώρα αγαπάω ακόμη περσότερο το Πέρσικο σινεμά, θέλω να σου πω, και καμαρώνω όσους είναι επίμονα στο «Εμείς» κι όχι στο «Εγώ».

Και μετά τη βόλτα στο μουσείο, γενικώς χάζεμα. Πάρκα, πλατέες, καφέδες και τα συναφή. Με την καρδιά γεμάτη. Και μια απαραίτητη στάση στο μουσείο μικρογραφίας και μετά στο Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο, πάλι για τη μικρογραφία, που είναι μοναδική εδώ, αιώνες τώρα, μαγευτική και ανυπέρβλητη τέχνη, σημείο αναφοράς και χάδι της Ιστορίας: μικροί, μα αιώνιοι και νικητές με το δικό μας τρόπο, σύντροφοι. 

Όχι, δεν πήγα να δω τα παλάτια του τελευταίου Σάχη, διότι σκασίλα μου, αφού τον ρίξαμε μου φτάνει. Αλλά, αν θες να πας εσύ, έχει στα ιντερνέτια άφθονη πληροφορία.

Βόλτες και χαρμολύπη

Πήγα όμως, και θα σε πάω στο Γκολεσταν, το παλιό παλάτι, αυτό των λουλουδιών, να ξεσκάσεις. Που γκολεστάν αυτό σημαίνει στα φαρσί, «των λουλουδιών». Στην καρδιά της κάποτε παλιάς πόλης της Τεχεράνης, ενα ακόμη έργο των Σαφαβιδων (το θυμάσαι το μεγαλειώδες αγόρι Αμπάς από το Ισφαχάν, έτσι; ε, η φαμελιά του έβαλε το χεράκι της κι εδώ), πριν η Τεχεράνη βάλει υποψηφιότητα για πρωτεύουσα, διότι, που πας κυρά μου Τεχεράνη και βάζεις υποψηφιότητα, αν δεν έχεις ούτε ένα παλάτι της προκοπής; Που θα μείνει ο σάχης, σε ποιόν κήπο θα παει να σκεφτεί και να καθαρίσει ο νους του, σου λέει; και που θα πάει σήμερα ο λαός μου, που έδιωξε το σάχη, να ξεκουραστεί και να περάσει όμορφα οικογενειακώς, σου λέω; ε, στο τεράστιο και παρα ταύτα κομψό Γκολεστάν.

Και όταν λέμε κήπος, εννοούμε παράδεισος, στα φαρσί, τα θυμάσαι, έτσι; και εντός και εκτός και επί τα αυτά, λουλούδια και νερά, πλατιοί διάδρομοι και δρόμοι, στολίδια και παιγνίδια του φωτός, ημιπολύτιμοι λίθοι και δουλεμένα μάρμαρα, σκαλισματα, ξυλόγλυπτα, μωσαϊκά, πέρσικα πλακάκια και χρώματα, καθρέφτες, σμάλτα, πόρτες, αχ τι πόρτες, και παραθύρια, να κάθονται δυό μαύρα φρύδια, πίσω απ’ τα ψηλά τα καφάσια, από τις ξύλινες δαντέλες και τα χρωματιστά τζάμια… (αν είχε χαρέμι με γρήγορο ίντερνετ, κλεινόμουν τώρα, τι λέμε…).

Το μάρμαρο το φέρανε από τη Γιαζντ, που είναι η Πεντέλη της Περσίας, αλλά στην έρημο. Και με αυτό φτιάξανε, πρώτα και κύρια και πριν απ’ όλα, το θρόνο, που είναι γκοτζαμάν ξαπλώστρα, και χωράει και τον σάχη και το σκάκι και τον αντίπαλο, και μερικά κορίτσια, να δροσίζει ο τόπος. Διότι, πες μου, πως να μη πάει στα κορίτσια ο νους μου, που το θρόνο τον στηρίζουν ξεμαντήλωτες και γυμνόστηθες νεάνιδες, εκπάλγου μαρμαροκαλλονής; ναι, ναι, καμμία αιδώς, αργείοι και λοιποί συμπατριώτες, ωραία γύμνια, καθόλου προκλητική, σχεδόν ελληνική ένα πράμμα (εξαιρείται η Φρύνη, νταξ). Και, επιπροσθέτως, ο θρόνος σε βεράντα, ανοικτή έμπροσθεν, να καπνίζει ο σάχης άνθρωπος χωρίς απαγορεύσεις και τα τοιαύτα.

Δεν ήταν αυτός ο μόνος θρόνος, πρέπει να σου πω. Είχε και εσωτερικό, μπας και πιάσει κανά ψιλόβροχο και δεν είμαστε να αλλάζουμε μαγαζί, τώρα. Είχε μέσα τον Θρόνο του Παγωνιού, αλλά επειδή εκεί γίνεται του πολυτίμου λίθου και μετάλλου, αυτός μεταφέρθηκε στο θησαυροφυλάκιο της Τραπέζης του Ιράν, και μπορείς να τον δεις μουσειακά, κι όχι στο φυσικό του χώρο, μαζί με τα αποδέλοιπα κοσμήματα των σάχηδων, αφού πρώτα σε ψάξουν (και σου κάνουν σχόλια για τα κιλάκια σου, ε Κώστα μου;).

Η αίθουσα που κάποτε φιλοξενούσε το Παγώνι, κι οι διπλανές της, φιλοξενούν τώρα τη συλλογή των δώρων ξένων δυνάμεων προς τους σάχηδες, να δεις και να θαυμάσεις τα κινέζικα και τα ιαπωνικά και να πεις του εγγλέζου «δε μας χέζεις, ρε Νταλάρα, που κατάκλεψες την κινεζική τέχνη;» και να πεις και του Ναπολέοντα, χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη, «εσύ, μικρέ, να προσέχεις, θα σε φάει ο ναρκισισμός σου», διότι πήγε και χάρισε του Σάχη ένα σερβίτσιο που έχει ζωγραφισμένους πάνω όλους τους πολέμους του, εξαιρείται το Βατερλώ.

Εχει πολλά θαυμάσια το Γκολεστάν, αίθουσα την αίθουσα και ξεχωριστό εισιτήριο το ξεχωριστό εισιτήριο (μας πιάσανε τα οπίσθια, μάι ντάρλινγκς, κοντά δέκα ευρώ για να τα δεις όλα!). Το πιο ωραίο από όλα, όμως, είναι η αποθήκη για τις σκηνές, που φαρσί λέγεται Τσαντόρ χανέ, εκ του τσαντόρ (σκηνή, ναι, και μη γελάς, ντροπή βρε τα κορίτσια!) και χανέ, που είναι το σπίτι.

Που λες, ως νομαδικής καταγωγής, οι σάχηδες γουστάρανε πολύ το κάμπινγκ, κι επειδή η Σίφνος και ο Μάκης τους έπεφτε μακρυά πηγαίνανε στα περιτρίγυρα βουνά και λαγκάδια. Τώρα, σάχηδες ήταν αυτοί, που να πάνε μόνοι τους, χωρίς τεχνική υποστήριξη, μαγείρους κι σφουγγοκωλάριους; οπότε, για να πάνε καμπινγκ θέλανε γύρω στις 100 καμήλες (όχι Πάρκερ Μπόουλς, τις άλλες) βαρυφορτωμένες κι επίσης θέλανε μια αποθήκη σωστό παλάτι, στην επιστροφή, για να φυλάξουν τα σχετικά μέχρι την άλλη φορά.

Το μόνο που δεν πέρνανε μαζί στο κάμπινγκ, ήταν καθρέφτες. Διότι, ο καθρέφτης στο πέρσικο εθιμικό είναι πάντα κατακερματισμένος κι άρα πάπαλα θα δεις, μου εξήγησε η φίλη μου η Ζαχρά. Και στα παλάτια και τζαμιά που στολίζουν με αυτόν, τον χτίζουν με μικρά, μωσαϊκά, κομματάκια, βαλμένα αριστοτεχνικά, και καμμία εικόνα σου εντός τους, διότι και ανεικονικοί είμεθα, μου λέει, και πρέπει να νοιώθεις τι είσαι μπρος στο Θεό. (Κι εδώ προκύπτει η ερώτηση: γι’ αυτό είναι όλες σμιχτοφρύδες στις ζωγραφιές; δεν ξέρανε που να κοιτάξουν για να βγαλουνε την τρίχα; ξέρω, με την απορία θα μείνω…).

Εκεί που δεν έχει Μόριες

Και εδώ να σου πω ότι στο Ιράν, οικονομικά, δεν έχουν προβλήματα σαν τα δικά μας – πετρέλαια, μεταλλεύματα, χαβιάρια, καλλιέργειες και κτηνοτροφία, απ όλα έχει ο μπαξές κι η έρημος. Και το ηθικόν είναι σημαντικόν, στους λαούς (οι εξουσίες ότι θυμούνται χαίρονται, ως γνωστόν). Κυρώσεις όμως έχει και αρκετά από όσα εμφανίζονται ως εσωτερικά προβλήματα είναι αποτέλεσμα των πολιτικών του φονιάδα των λαών Αμερικάνου. Ομως, αντιστεκόμαστε. Κι όταν τελειώσουμε με τον Αμερικάνο να δεις τι έχει να γίνει!

Πριν φύγουμε ταξίδι, στις ετοιμασίες, διάβασα κάπου ένα σημείωμα ενός Ιρανού μετανάστη, καθηγητή αμερικάνικου πανεπιστημίου, που προσπαθούσε να εξηγήσει τι δυναμώνει το καθεστώς του Ιράν (ναι, και η πολιτική Τραμπ, μεταξύ άλλων). Ελεγε λοιπόν ο άρχων των πανεπιστημιακών γηπέδων (κάμπους), ότι, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής, το Ιράν δεν φτιάχτηκε με αγγλογάλλους να του χαράσσουν σύνορα, αλλά υπήρχε πριν από αυτούς και υπάρχει και μετά. Άρα, είναι πατρίδα-ταυτότητα χιλιάδων ετών, αδιάσπαστα, κι όχι «διαίρει και βασίλευε» κατασκευή προς όφελος αποικιοκρατών. Ελεγε επίσης ότι, η δολοφονία του Σαντάμ προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στο Ιράν. Διότι ήξερε ο Ιρανός πόσο καλό φιλαράκι των Αμερικάνων ήταν ο λεγάμενος, αφού γι’ αυτό τους την έπεσε, και το Ιράν μου πολέμησε αμυνόμενο κι έχυσε τόνους αίμα. Κι ήξερε επίσης τα αυτά και ο γείτων του Ιρανού, και γι’ αυτό το αυστηρό αγόρι Σολεϊμανί χρησιμοποιούσε στις διπλωματικές του επαφές τη φράση «Εμείς δεν προδίδουμε τους φίλους μας, σαν τους Αμερικάνους». Η δολοφονία του Σαντάμ ενίσχυσε το ρόλο του Ιράν στην περιοχή, άρα, και ηθικά, λέει ο μάστορης, που έγραφε πριν τη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί, αλλά κι εδώ τα ίδια θα έλεγε, γα τους ανάποδους λόγους. Σκοτώνουν τους συμμάχους τους, σκοτώνουν τους ήρωές μας, γενικώς φονική μηχανή – ε, αυτά οι λαοί δεν τα πολυγουστάρουμε, και δικαίως. 

Και ενώ βασανίζεται από κυρώσεις και κόντρα κυρώσεις, και την Αυτοκρατορία να επιτίθεται και να αντεπιτίθεται και σταματημό να μην έχει (ακόμη), το Ιράν έχει δεχθεί και φιλοξενεί εκατομμύρια πρόσφυγες, κυρίως Αφγανούς, και τους φιλοξενεί αλήθεια. Ενάμισυ μύριο με χαρτιά και γύρω στα δύο μύρρια άνευ. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ είναι «παγκόσμιο πρότυπο και παράδειγμα στην υποδοχή προσφύγων, λόγω των προοδευτικών και ενταξιακών πολιτικών του στο προσφυγικό». Οι πρόσφυγες μπαίνουν κατ’ ευθείαν στο σύστημα υγείας, παίρνουν κατ’ ευθείαν πράσινη κάρτα εργασίας, επιμορφώνονται για να μπορούν να βγουν στην αγορά, και όλα τα παιδιά, νόμιμα ή παράνομα στη χώρα, έχουν πλήρη πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα (ενδεικτικό: το 2015 μπήκαν στα ιρανικά σχολειά 350.000 προσφυγόπουλα). Κι αυτά, με τον φονιάδα των λαών Αμερικάνο να κάνει ότι είναι δυνατόν για να μην έχει λεφτά και ειρήνη το Ιράν. Κι αυτά χωρίς μίσος και «να τους πάρετε σπίτι σας» και τα συναφή. Kαι αυτά με κυρώσεις που κάνουν κάθε μέρα όλο και δυσκολότερη τη ζωή για όλους. 

Και τι γίνεται με τις ειδικές ομάδες προσφύγων, ρωτάς, αυτές των ομοφυλοφίλων και των γυναικών; τι γίνεται με τα πρεζόνια; γίνεται ότι ο ΟΗΕ βρίσκει επαρκέστατα τα μέτρα που έχει πάρει το Ιράν για την βοήθεια σε θύματα σεξουαλικής ή gender based βίας, όπως και για τους εθισμένους, ως ασθενείς, μεταξύ των προσφύγων. Ο ΟΗΕ, οχι εγώ, νταξ; Κι άρα, πρόσεξε, ασχέτως των εσωτερικών πολιτικών του, το Ιράν, οι αγιατολάδες ντε, στο προσφυγικό βάζει γυαλιά σε όλη την Ευρώπη και σε όλα τα μέτωπα, με σεβασμό στη διαφορετικότητα ακόμη κι όταν αυτή δε συμβαδίζει με το δικό του νομικό σύστημα. 

Κι αυτά στα λέω γιατί τα εσωτερικά και τα άλλα, και όλη τη σάλτσα και την προπαγάνδα από πάνω, τα παίζουμε όλοι στα δάχτυλα, αλλά τέτοιες πληροφορίες για το Ιράν, ποιός ξέρει γιατί, δεν πολυβρίσκουν το δρόμο για τον Τύπο, βρε παιδί μου…

Πρακτικά

Οι 17 ημέρες και 16 νύχτες, μαζί με αεροπορικά (κλείσαμε με 230 ευρώ με τους τούρκικες αερογραμμές), βίζες (60 ευρώ – βγαίνει στο αεροδρόμιο, και ασφαλεια με περίπου ένα ευρώ τη μέρα) κλπ, είχαν ένα συνολικό κόστος 750 ευρώ κατ’ άτομο. Αυτό περιελάμβανε όλες τις μετακινήσεις (με λεωφορεία), μιά ολοήμερη εκδρομή στην Περσέπολη και τη Νεκρόπολη, με ξεναγό, και όλα τα παραδείσια πιλάφια που καταναλώθηκαν, όπως και όλα τα ξενοδοχεία. Μείναμε στην πολύ καθαρή και με τουαλέτες δυτικού τύπου αλυσίδα seven hostels. Aν έχεις 10 ευρω τη βραδυα παραπανω ανα δίκλινο (με πρωινό) συστήνω στην Τεχερανη το Ferdowsi Grand Hotel, 30 μετρα απο το υπουργείο Εξωτερικών για να στελνετε φιλακια του Ζαρίφ – και με δωμάτια καπνιζόντων, σημειώνω- και στο Ισφαχάν το ιστορικό, πανέμορφο και μοναδικής θέσης κι ομορφιάς ξενοδοχείο Abbasi. Γενικώς, βγαίνει και με λιγότερα και αυτές είναι μάλλον μέσες τιμές. Βεβαίως, ήταν Μάρτιος, αλλά ο Μάρτιος είναι ο μήνας του Νοουρούζ, της πέρσικης πρωτοχρονιάς, και αυτό σημαίνει ότι ο εσωτερικός τουρισμός είναι στα ντουζένια του.

Συντρόφισσες, δύο μαντήλες τουλάχιστον – η μία για έξω κι η μία μονίμως περασμένη στο πόμολο της πόρτας του δωματίου, γιατί είμαστε άμαθες και πρέπει κάπως να τη θυμόμαστε, οπότε έτσι όποτε πας να βγεις εξω, τσουπ! τη βλέπεις μπροστά σου.

Σύντροφοι καπνιστές, συστήνονται τα εντόπια τσιγάρα Μπαχμάν Κουτσίκ, με κάτι λιγότερο από ένα ευρώ το πακέτο, άμα τελειώσουν τα Καρέλια.


Σε χρειαζόμαστε

Το ThePressProject είναι το μοναδικό μέσο ανεξάρτητης, ερευνητικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που στηρίζεται αποκλειστικά στις μικρο-δωρεές των επισκεπτών του. Πιστεύουμε ότι η πληροφορία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους και για αυτό δεν κλειδώνουμε κανένα κομμάτι της ύλης αλλά για να παραχθεί το πρωτογενές υλικό που θα βρείτε εδώ χρειαζόμαστε την υποστήριξή σου. Αν δεν πληρώσουμε εμείς για την ενημέρωσή μας, θα την πληρώσει κάποιος άλλος (και αν δεν είσαι ο Μαρινάκης μάλλον δεν έχεις τα ίδια συμφέροντα). Μάθε πώς
- Κάνε κλικ για να σχολιάσεις