Ανακοίνωση εξέδωσε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), μία ημέρα μετά τη γνωστοποίηση της άσκησης έφεσης κατά της δικαστικής δικαίωσης της Παρασκευής Τυχεροπούλου.
Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών διέταξε την επανατοποθέτηση της κ. Τυχεροπούλου στη θέση της Διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου στον πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης της εν λόγω υπαλλήλου στην καταργηθείσα θέση ευθύνης από 1/1/2026 και μετά, αλλά μόνο τυχόν καταβολής χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους προς την εν λόγω υπάλληλο, σε περίπτωση απόρριψης των ένδικων μέσων», επισημαίνει μεταξύ άλλων η ΑΑΔΕ.
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος της κ. Τυχεροπούλου, Αντώνης Βαγιάνος, σχολίασε τις εξελίξεις λέγοντας: «Η άσκηση έφεσης δεν εκλαμβάνεται ως άσκηση θεμιτού ένδικου μέσου, αλλά ως επιλογή συνέχισης μιας προδήλως άδικης και ήδη δικαστικά αποδοκιμασθείσας διοικητικής πρακτικής. Η Διοίκηση της ΑΑΔΕ φαίνεται να επιλέγει, αντί της αποκατάστασης της νομιμότητας, την εξακολούθηση και τη θεσμική κάλυψη πράξεων της προηγούμενης ερευνώμενης διοίκησης».
Η ανακοίνωση της ΑΑΔΕ αναφέρει:
«1. Η ΑΑΔΕ, ως δημόσια υπηρεσία, προβαίνει στην άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει σχετική εισήγηση των νομικών παραστατών της και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (συναφής η από 31/3/2026 ενημέρωσή μας προς τα ΜΜΕ). Η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων αποτελεί ταυτόχρονα δικαίωμα και υποχρέωση της Υπηρεσίας, για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Η μη άσκηση ενδίκου μέσου, παρά τη σχετική θετική εισήγηση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, εγείρει ζήτημα πειθαρχικής και ποινικής ευθύνης των αρμοδίων οργάνων της Υπηρεσίας. Πολύ περισσότερο, όταν το αντικείμενο της δικαστικής διαφοράς, σε υποθέσεις τέτοιας φύσης, είναι η καταβολή χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Σε ορισμένα δημοσιεύματα επιχειρείται να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η έκδοση της μη εκτελεστής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την υπόθεση αυτή —η οποία, σημειωτέον, συζητήθηκε πριν από την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ— συνεπάγεται υποχρέωση της ΑΑΔΕ να επανατοποθετήσει την εν λόγω υπάλληλο ως προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Τούτο δεν ισχύει, καθώς η συγκεκριμένη θέση ευθύνης δεν υφίσταται από 1/1/2026, μετά την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Οι αρμοδιότητες εσωτερικού ελέγχου έχουν μεταφερθεί στην υφιστάμενη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΑΔΕ, η οποία λειτουργεί από τη σύσταση της Αρχής, την 1/1/2017, και στην οποία, σύμφωνα με τον Οργανισμό της ΑΑΔΕ, προΐσταται υπάλληλος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ). Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης της εν λόγω υπαλλήλου στην καταργηθείσα θέση ευθύνης από 1/1/2026 και μετά, αλλά μόνο τυχόν καταβολής χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους προς την εν λόγω υπάλληλο, σε περίπτωση απόρριψης των ένδικων μέσων.
Η τοποθέτηση υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης της ΑΑΔΕ πραγματοποιείται μέσω ανοικτών διαδικασιών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπονται από τον νόμο και τον Οργανισμό της Αρχής. Δεν είναι νομικά εφικτή η τοποθέτηση σε θέση ευθύνης χωρίς την πλήρη τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων, ούτε η παράκαμψη της διαδικασίας επιλογής.
Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η μη άσκηση ένδικου μέσου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα συνιστούσε όχι μόνο προνομιακή μεταχείριση, αλλά και λόγο αναζήτησης πειθαρχικών και ποινικών ευθυνών από τα αρμόδια όργανα της ΑΑΔΕ που δεν θα προχωρούσαν στις προβλεπόμενες ενέργειες.
Η ΑΑΔΕ σέβεται τα δικαιώματα του συνόλου των 12.000 εργαζομένων της και εφαρμόζει ενιαία το θεσμικό πλαίσιο, στη βάση των αρχών της ισότητας, της αμεροληψίας και της μη διάκρισης, με στόχο τη διασφάλιση της νομιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας της Διοίκησης. Αυτονόητα, εφαρμόζει όλες τις δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση συμμόρφωσης. Ταυτόχρονα, αναμένει από τους υπαλλήλους της τον σεβασμό των διαδικασιών που προβλέπονται από τον νόμο και το κανονιστικό πλαίσιο και αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση και εξέλιξη».