Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Παπαδομανωλάκης, Σύνθια Μπούσιου
«Η Αντιτρομοκρατική κατασκευάζει σενάρια που συχνά καταρρίπτονται, χωρίς κανένα κόστος»
Ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ξεκίνησε την κατάθεσή του, αναφερόμενος στη συντροφική σχέση που τον συνδέει με την Μ. Μανουρά και τον Κ. Ξυμητήρη. Το χαρακτηριστικό του μάρτυρα υπεράσπισης που τον καθιστά ακόμη πιο σχετικό με την υπόθεση, είναι το γεγονός πως έχει πέσει και ο ίδιος στο παρελθόν θύμα των κατηγορητηρίων της Αντιτρομοκρατικής, η οποία όπως κατήγγειλε «συλλαμβάνει ανθρώπους, κατασκευάζει σενάρια, ποινικοποιεί προσωπικές σχέσεις, ενώ τα θύματα χάνουν το τεκμήριο της αθωότητας, αφού διασύρονται στα ΜΜΕ». Μάλιστα, σημείωσε πως η Αντιτρομοκρατική «έχει το ακαταδίωκτο, είναι υπεράνω του νόμου και δεν αντιμετωπίζει κανένα τίμημα για όλα αυτά».
«Είναι απάνθρωπο, ανήθικο και ανέντιμο όταν έχεις χάσει ανθρώπους, πόσο μάλλον αν είσαι πολυτραυματίας, όπως ήταν η Μαριάννα, να προσπαθούν να σου πάρουν πληροφορίες» είπε χαρακτηριστικά. «Πρεπει να καταλογίζονται αυτά που αναλογουν σε κάθε άνθρωπο και όχι ό,τι κατασκευαζει κάποιος σε ένα γραφείο χωρίς αποδεικτικα στοιχεια, αν θελουμε να λεμε πως απονέμεται δικαιοσύνη» προσέθεσε. Σχετικά με τον Κυριάκο Ξυμητήρη, ανέφερε πως στο μυαλό όλων των ατόμων του αναρχικού χώρου, θα παραμείνει για πάντα ως ένα φωτεινό παράδειγμα αγωνιστή.
Ο πρόεδρος ρώτησε τον μάρτυρα αν συνάδει η νόμιμη πολιτική δράση με βία, όπλα και βόμβες. Ο ίδιος απάντησε πως η ίδια η Μαριάννα θα απαντήσει στην απολογία της για συγκεκριμένες κατηγορίες. Ωστόσο, είπε πως η αρχική εικόνα δεν απεικονίζει πάντα την πραγματικότητα, φέρνοντας για παράδειγμα τη δική του υπόθεση, στην οποία αθωώθηκε, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος στο κατηγορητήριο κατηγορούνταν για όπλα.
Ο συνήγορος της Μαριάννας, Κώστας Παπαδάκης, ζήτησε από τον μάρτυρα να σχολιάσει το γεγονός πως το κατηγορητήριο παραδέχεται μεν πως έγινε λάθος υλικού, αλλά εντούτοις υποστηρίζει πως οι κατηγορούμενοι αποδέχτηκαν το ενδεχόμενο να γίνει έκρηξη. Εξέφρασε με βεβαιότητα πως η Μ. Μανουρά και ο Κ. Ξυμητήρης δεν θα αποδέχονταν τη λογική των παράπλευρων απωλειών, καθώς δεν χωράει στον ηθικό κώδικα των αναρχικών. «Το 187Α χρησιμοποιείται μόνο σε πολιτικά αδικήματα και όχι του κοινού ποινικού δικαίου», τόνισε επίσης, επαναλαμβάνοντας πως και ο ίδιος διώχθηκε με τον ίδιο νόμο για 80 κακουργήματα, αλλά οι κατηγορίες κατέπεσαν στο δικαστήριο.
Ο Θ. Καμπαγιάννης, συνήγορος υπεράσπισης της Μαριάννας, ρώτησε τον μάρτυρα αν στη δική του υπόθεση υπήρξε διαρροή των προσωπικών στοιχείων του στα ΜΜΕ, με τον ίδιο να απαντάει πως ακόμα και μετά την αθώωση του δεν ανακλήθηκε αυτή η δημοσιότητα, ενώ μάλιστα αν μπει κάποιος στο διαδίκτυο σήμερα πρώτα θα δει τις κατηγορίες εναντίον του και μετά ενδεχομένως να διαβάσει να γράφεται κάπου κάτω-κάτω ότι αθωώθηκε.
«Η αναφορά σε ενδεχόμενο δόλο έχει στόχο να συκοφαντήσει τους κατηγορούμενους»
Στη συνέχεια, κατέθεσε ο Παναγιώτης Αργυρού, ο οποίος στο παρελθόν είχε καταδικαστεί για τη συμμετοχή του στην οργάνωση «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς». Αναφερόμενος στη δική του υπόθεση, υπενθύμισε το γεγονός πως η Αντιτρομοκρατική δίωξε και φυλάκισε πολλούς ανθρώπους ως δήθεν μέλη της συγκεκριμένης οργάνωσης. «Τελικά αθωώθηκαν όλοι, εκτός από όσους εξαρχής είχαμε αναλάβει την ευθύνη για τη συμμετοχή μας. Η Αντιτρομοκρατική ποια ευθύνη ανέλαβε για όλα αυτά;» αναρωτήθηκε. Επίσης, τόνισε πως ειδικά στην υπόθεση των Αμπελοκήπων που εξετάζεται σήμερα, η Αντιτρομοκρατική δεν έχει καν έρθει να υποστηρίξει τις κατηγορίες της.
Ο πρόεδρος ρώτησε τον μάρτυρα αν είναι συμβατή η ύπαρξη πιστολιών ή βόμβας σε μια λογική ένοπλου αγώνα. Τότε οι συνήγοροι υπεράσπισης παρενέβησαν για να σημειώσουν πως αμφισβητούν τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Ο μάρτυρας απάντησε πως και η ίδια η Μ. Μανουρά έχει πει πως ο Κυριάκος ήταν «ένοπλος αγωνιστής». «Ως άνθρωπος που ήμουν μέλος οργάνωσης – που εσείς τη λέτε τρομοκρατική, αλλά εμείς τη λέμε επαναστατική – ξέρω πως όποιος θεωρεί τον εαυτό του ένοπλο αγωνιστή δεν σημαίνει πως είναι μέλος οργάνωσης» εξήγησε ο μάρτυρας. Η εισαγγελέας επί ώρα ρωτούσε τον μάρτυρα τι σημαίνει να είναι κανείς «ένοπλος αγωνιστής» – και αυτό στα πλαίσια της αντίφασης που θέλει την έδρα να μην έχει αποδεχθεί πως δικάζονται πολιτικά αδικήματα, αλλά συνεχώς τίθενται πολιτικά ερωτήματα. «Δεν είναι κατηγορούμενη, είναι αναρχική και επαναστάτρια» συμπλήρωσε ο μάρτυρας.
Ο κ. Αργυρού ανέφερε πως ο Κυριάκος Ξυμητήρης «θα μείνει στο πάνθεον των αγωνιστών» και πως «το παράδειγμά του μας δείχνει πώς είναι «να περπατάς όρθιος τη ζωή». Έχοντας εμπιστοσύνη στα λεγομενα της συντρόφισσάς του, Μαριάννας, προσέθεσε πως η αντιτρομοκρατική μένει αλώβητη και πως η υπόθεση είναι μια σκευωρία.
Ο Κ. Παπαδάκης ανέφερε πως το βούλευμα κάνει λόγο για «ενδεχόμενο δόλο», επαναλαμβάνοντας το σχετικό ερώτημα. Ο μάρτυρας ξεκαθάρισε πως δεν πιστεύει πως η Μ. Μανουρά και ο Κ. Ξυμητής είχαν πρόθεση να θέσουν κόσμο σε κίνδυνο, τονίζοντας πως οι αναρχικοί δεν έχουν θέσει ποτε ιστορικά σε κίνδυνο διαμερίσματα και ζωές απλών ανθρώπων. Είπε ακόμα πως η διατύπωση του βουλεύματος έχει συγκεκριμένη πολιτική στόχευση, αποτελεί νοητικό άσμα και έχει σκοπό να συκοφαντήσει του κατηγορούμενους.
Η τρίτη μάρτυρας, δήλωσε πως γνωρίζει χρόνια την Μ. Μανουρά και τον Κ. Ξυμητήρη από το Βερολίνο, περιγράφοντας την από κοινού συμμετοχή τους στα κοινωνικά κινήματα. Η δράση τους, σύμφωνα με τη μάρτυρα, βασίστηκε σε αξίες αλληλεγγυης, ισότητας και συντροφικοτητας, καθώς οι ίδιοι στο Βερολίνο βοηθούσαν μετανάστες και αστέγους «αφήνοντας παρακαταθήκη στην ιστορία του ταξικού και κοινωνικού αγώνα». «Ήταν μια ζωή βασισμένη στην ισότητα και την ελευθερία» προσέθεσε. «Η δράση που περιγράψατε ήταν ειρηνική», παρατήρησε ο πρόεδρος της έδρας, ο οποίος ρώτησε τη μάρτυρα αν εξεπλάγη όταν άκουσε για την έκρηξη. Εκείνη απάντησε πως τέτοιου είδους πρακτικές είναι συνήθεις σε αγώνες ατόμων «από τα κάτω», με την εισαγγελέα να ρωτά τη μάρτυρα τι είναι «οι άνθρωποι από τα κάτω» που ανέφερε στην κατάθεσή της και αν είναι φυσιολογικό να παίρνουν όπλα. «Εν δυνάμει όλοι οι από τα κάτω -οι καταπιεσμένοι- άνθρωποι θα μπορούσαν» απάντησε ξανά.
O Κ. Παπαδάκης ρώτησε και αυτή τη μάρτυρα αν θεωρεί πως οι Μ. Μανουρά και ο Κ. Ξυμητήρης θα έθεταν ποτέ κίνδυνο τους ενοίκους της πολυκατοικίας, με την ίδια να το αρνείται κατηγορηματικά. Ο Θ. Καμπαγιάννης ρώτησε πώς γνωρίστηκαν. Η ίδια απάντησε πως ο Κυριάκος τη βοήθησε όταν έφτασε στο Βερολίνο με τα λίγα γερμανικά που ήξερε, κάτι που της έκανε από την πρώτη στιγμή θετική εντύπωση, καθώς, όπως ανέφερε, δεν είχε καμία υποχρέωση απέναντί της. Τέλος, περιέγραψε τις δράσεις των κινημάτων αλληλεγγύης στα οποία συμμετείχαν στη Γερμανία, ενώ ανέφερε πως διατηρούσε σχέσεις μαζί τους και αφού γύρισαν στην Ελλάδα.
Ο επόμενος μάρτυρας ήταν συμφοιτητής, φίλος από το 2011 και σύντροφος με τη Μ. Μανουρά, ενώ διατήρησε επαφή μαζί της και κατά τη διαμονή της στο Βερολίνο. Σε ένα ταξίδι του στο Βερολίνο, με σκοπό να επισκεφτεί τη Μαριάννα, γνώρισε και τον Κυριάκο. Όπως ανέφερε, τόσο στη Γερμανία, όσο και όταν γύρισε στην Αθήνα, η Μ. Μανουρά συνέχισε να αγωνίζεται. Ενδεικτικά αναφέρθηκε στους αγώνες για τα Τέμπη, την Πύλο, τη δολοφονία Μανιουδάκη. Στο τέλος της κατάθεσής του διάβασε ένα απόσπασμα της Έμμα Γκόλντμαν.
Απαντώντας σε ερώτηση του Προέδρου σχετικά με την ύπαρξη όπλων, ο μάρτυρας δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν είχε δει ποτέ όπλα ή παρόμοια αντικείμενα στον χώρο τους. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι σπουδές της Μαριάννας δεν σχετίζονταν με εκρηκτικούς μηχανισμούς ή τεχνικές γνώσεις αυτού του είδους, αλλά κινούνταν σε πιο καλλιτεχνικά και ψηφιακά πεδία. Με βάση τη γνώση που έχει για τον χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τους, θεωρεί αδύνατο να είχαν πρόθεση ή επίγνωση πρόκλησης ζημιών σε κατοικίες ή σε ανθρώπους. Τέλος, στο πλαίσιο της πολιτικής τους τοποθέτησης, αναφέρεται ότι ο ένοπλος αγώνας αντιμετωπίζεται ως μία από τις εκφάνσεις του πολυμορφικού αναρχικού αγώνα, χωρίς ωστόσο αυτό να συνδέεται, σύμφωνα με την κατάθεσή του, με προσωπική εμπλοκή ή πρακτική δράση εκ μέρους τους.
Ο πρόεδρος είπε στον μάρτυρα ότι ακόμα και αν δεχτούμε ότι η εκρηκτική ύλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε κτίρια, τα όπλα έχουν στόχους ανθρώπους. Ο μάρτυρας εξήγησε πως σε πολλές περιπτώσεις τα όπλα έχουν στοχοποιήσει συμβολικά κτίρια. Η εισαγγελέας ρώτησε αν στα ταξίδια του στο Βερολίνο γνώρισε την κατηγορούμενη Δήμητρα Ζαραφέτα, με τον ίδιο να απαντά αρνητικά. Ο συνήγορος υποστήριξης κατηγορίας ρώτησε τον μάρτυρα αν πιστεύει πως ο κατηγορούμενος γνώριζε πως ο χειρισμός εκρηκτικής ύλης εγκυμονεί από μόνος του κινδύνους. Απάντησε πως είναι βέβαιος πως αν ισχύει ο Κ. Ξυμητήρης θα το είχε συνυπολογίσει για να μην θέσει σε κίνδυνο ανθρώπους.
Ο επόμενος μάρτυρας γνώρισε τη Μαριάννα στις κινητοποιήσεις κατά του νόμου Διαμαντοπούλου. Τον Κυριάκο τον γνώρισε το 2021. Ο πρόεδρος τον ρώτησε αν εξεπλάγη με την έκρηξη. Δεν γνώριζε τι έγινε, όπως αναφέρει ο μάρτυρας. «Ο ένοπλος αγώνας είναι κομμάτι του πολύμορφου αναρχικού κινήματος» απάντησε σε ερώτηση της εισαγγελέα. Εκείνη τον ρώτησε αν αυτό σημαίνει ότι όλοι μαζί συμμετέχουν όλες τις μορφές του αγώνα, δηλαδή και σε ένοπλη δράση. «Όχι, είναι προσωπική επιλογή του καθενός» είπε ο μάρτυρας. «Θα το είχαμε καταλάβει αν όλοι οι αναρχικοί ήταν ένοπλοι». «Υπάρχουν τα ειρηνικά κομμάτια και τα μη, τα ενοπλα». «Το ένοπλο μέρος σχετικά με τα υπόλοιπα μέρη είναι στεγανό; Τα υπόλοιπα μέρη, δηλαδή, είναι «συνωμοτικά απέναντί του;» ρώτησε η εισαγγελέας, με τον μάρτυρα κατηγορίας να απαντά πως «όταν ανήκεις στο ένοπλο μέρος του αγώνα δεν το συζητάς από δω κι από κει».
Έπειτα, η Μαριάννα πήρε τον λόγο, με σκοπό να θέσει ορισμένα ερωτήματα, σε επέκταση της προηγούμενης συζήτησης σχετικά με τη βία. «Από πού εκπορεύεται η βία και ποιος ο ρόλος του κρατους;» ρωτά η Μαριάννα, και απαντά: «Η βία είναι δομικό σημείο του κράτους για να αναπαράγει την εξουσία. Δεν μπορεί να συγκρίνεται με την κοινωνική βια και την αντιβία ως αντίδραση. Για μένα τρομοκράτης είναι το κράτος και οι μηχανισμοί του. Τρεις λέξεις περιέγραφαν τον Κυριάκο: φαντασία, αισιοδοξία και αντίσταση. Θα μας συντροφεύει σε κάθε μας βήμα».
Έπειτα, ανέβηκε στο βήμα ως μάρτυρας υπεράσπισης του Δημήτρη, ο Δημήτρης Γκρίτζαλης, καθηγητής Κυβερνοασφάλειας και διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Ασφάλεια & Ανάπτυξη Πληροφοριακών Συστημάτων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στον φάκελο του κατηγορουμένου, σημειώνοντας ότι περιλάμβανε δύο συστατικές επιστολές ιδιαίτερα θετικές, έως και εγκωμιαστικές, για τις σπουδές και τις ικανότητές του. Όπως κατέθεσε, η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε μέσω ηλεκτρονικής συνέντευξης, με θετικό αποτέλεσμα, και ο υποψήφιος κρίθηκε αποδεκτός στο πρόγραμμα. Ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει τα μαθήματα τον Οκτώβρη, τα οποία διεξάγονταν απογευματινές ώρες (18:00–21:00) για φοιτητές που εργάζονται παράλληλα, ωστόσο αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της κράτησής του.
Ο μάρτυρας εξέφρασε την προσωπική του αδυναμία να ανταποκριθεί στον ρόλο του ως διδάσκων υπό αυτές τις συνθήκες, δηλώνοντας ότι αισθάνθηκε ενοχή, τόσο ως πατέρας τριών παιδιών όσο και ως καθηγητής. Διευκρίνισε ότι ο φοιτητής παρέμεινε εγγεγραμμένος στο πρόγραμμα, επισημαίνοντας όμως ότι η δυνατότητα αυτή υφίστατο μόνο για ένα έτος. Σε περίπτωση που δεν αφηνόταν ελεύθερος, δήλωσε ότι θα εισηγούνταν τροποποίηση του κανονισμού, ώστε για λόγους ανωτέρας βίας να μπορούσε να δοθεί παράταση και να εξασφαλιστεί η παρακολούθηση των μαθημάτων. Παράλληλα, τόνισε ότι ήταν διατεθειμένος, εφόσον χρειαζόταν, να μεταβεί ο ίδιος στον χώρο κράτησης για να διδάξει.
Αναφερόμενος στο κατηγορητήριο και τον ισχυρισμό περί κατοχής επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων σχετικών με την κατασκευή εκρηκτικών μηχανισμών, ο μάρτυρας εξέφρασε επιφυλάξεις. Όπως εξήγησε, ο κατηγορούμενος είχε επιλέξει κατεύθυνση σχετική με τους υπολογιστές και όχι με την ηλεκτρολογία ή συναφή πεδία. Αν και αναγνώρισε ότι υπήρχαν κοινά μαθήματα στα πρώτα έτη σπουδών, κυρίως μαθηματικά και φυσική, επισήμανε ότι η εξειδίκευση σε αντικείμενα που προσέγγιζαν τον «πυρήνα» της ηλεκτρολογίας εμφανιζόταν σε προχωρημένα στάδια, όπως το πέμπτο έτος. Θεώρησε, λοιπόν, απίθανο κάποιος στα πρώτα εξάμηνα να είχε αποκτήσει σε βάθος τέτοιου είδους τεχνικές γνώσεις.
Σε ερώτηση της υπεράσπισης σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να διαχειριστεί εκρηκτική ύλη μέσω αναζήτησης στο διαδίκτυο, απάντησε ότι, με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, η πρόσβαση σε πληροφορίες ήταν εύκολη σε όλους. Τέλος, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι, ως καθηγητής, δεν ήταν σε θέση να αξιολογεί τον χαρακτήρα των φοιτητών, αλλά μπορούσε να εκτιμήσει τη βάση γνώσεων, την προθυμία για προσπάθεια και την ακαδημαϊκή τους πορεία. Όπως σημείωσε, εκτίμησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο φοιτητής εργαζόταν παράλληλα με τις σπουδές του, γεγονός που εξηγούσε και την καθυστέρηση στην ολοκλήρωσή τους, ενώ κατέληξε τονίζοντας τη σαφή διάθεση και επιμονή του να προχωρήσει στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.
Ο συνήγορος υπεράσπισης ρώτησε αν οι μεγάλες εταιρείες, όπως αυτή που εργάζεται ο Δημήτρης, η Space, ελέγχουν τους υποψηφίους που προσλαμβάνουν. Ο καθηγητής απάντησε πως οι εταιρείες εκτιμούν τις επιδόσεις, το βάθος των σπουδών, πόσω μάλλον με παράλληλη εργασία. «Δεν έχω πεποίθηση ότι αποκτώ αντίληψη για χαρακτήρες, αλλά μπορώ να έχω αντίληψη για το πόσο είναι έτοιμος είναι κάποιος να αγωνιστεί σε μια τόσο σκληρή ειδικότητα» δήλωσε.
Η επόμενη μάρτυρας, μάρτυρας υπεράσπισης της Δήμητρας, η οποία επίσης ανήκει στον αναρχικό χώρο, δεν γνώριζε την κατηγορούμενη πριν την υπόθεση. Κλήθηκε μέσω τηλεφώνου από τη Δήμητρα και αποφάσισε να καταθέσει, καθώς, όπως αναφέρει, τη συνδέει μια κοινή ιστορία με την υπόθεση, η οποία ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1990. Όπως καταθέτει, το 1990 είχε συλληφθεί σε υπόθεση έκρηξης, γεγονός που την οδήγησε στο να θελήσει να παρέμβει και στη σημερινή διαδικασία, προκειμένου να αποδώσει μια διαφορετική οπτική στο κυρίαρχο αφήγημα.
Επεσήμανε ότι εντοπίζει κοινά στοιχεία με την περίπτωση της Δήμητρας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι και η ίδια, όταν συνέβη το περιστατικό, βρισκόταν στο εξωτερικό, όπως και εκείνη. Παράλληλα, υπογράμμισε τις ομοιότητες μεταξύ των δύο υποθέσεων, τονίζοντας ότι στη δική του περίπτωση η σύλληψή του έγινε με αφορμή τον τραυματισμό συντρόφου της. Όπως σημείωσε, κρατήθηκαν υπό συνθήκες που παραβίασαν κάθε συνταγματική πρόβλεψη, ενώ η κράτησή τους βασίστηκε σε νόμο που ψηφίστηκε μεταγενέστερα της σύλληψής του, συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο, ενώ οι ίδιοι είχαν συλληφθεί τον Νοέμβριο του 1990.
Η μάρτυρας κατήγγειλε ότι δεν τους γνωστοποιήθηκε ο λόγος της κράτησής τους, ούτε τους δόθηκε πρόσβαση στη δικογραφία μετά από τουλάχιστον 10 ημέρες κράτησης στην Ασφάλεια. Αναφέρεται επίσης πως και στη δική τους περίπτωση υπήρξαν αποτυπώματα σε κινητά αντικείμενα ως ενοχοποιητικά στοιχεία, σημειώνοντας ότι με βάση και αυτό το δεδομένο την αναζήτησε η Δήμητρα.
«Πίσω από αυτές τις πρακτικές υπάρχει πολιτική βούληση, με στόχο την κατασκευή μιας τρομοκρατικής οργάνωσης» ανέφερε.
Τέλος, σημείωσε ότι η επικοινωνία της με τη Δήμητρα έγινε τηλεφωνικά μέσα από τις φυλακές μέσω καρτοτηλεφώνου, ενώ τονίζει ότι ανήκει σε διαφορετική γενιά από τα πρόσωπα της υπόθεσης, αλλά στον ίδιο ιδεολογικό χώρο. Όπως ανέφερε, δεν γνωρίζει προσωπικά τους περισσότερους από τους εμπλεκόμενους, με εξαίρεση τον Νίκο Ρωμανό, του οποίου γνωρίζει τη διαδρομή.
Στη συνέχεια της διαδικασίας, ο Πρόεδρος απηύθυνε ερωτήσεις στην μάρτυρα σχετικά με το κατά πόσο τα αναφερόμενα στοιχεία εντάσσονται σε μια λογική ένοπλου αγώνα, καθώς και για ενδεχόμενη εξοικείωση με όπλα. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θα το έθετε με αυτόν τον τρόπο, επισημαίνοντας ότι πάνω απ’ όλα το συγκεκριμένο περιστατικό είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της ζωής του Κυριάκου και τον σοβαρό τραυματισμό της Μαριάννας.
Σε ερώτηση για την ύπαρξη όπλων, ανέφερε ότι δεν έχουν ταυτιστεί με κάποια συγκεκριμένη ενέργεια και ότι, απ’ όσο γνωρίζει, ήταν αχρησιμοποίητα, κάτι που επιβεβαιώσε και η έδρα. Δήλωσε άγνοια ως προς το σε τι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, ενώ προσέθεσε ότι, κατά την άποψή της, ο αναρχικός χώρος αποδίδει μεγάλη αξία στην ανθρώπινη ζωή. Παράλληλα, εξέφρασε αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ένα άτομο που συμμετέχει σε παράνομη οργάνωση θα προχωρούσε σε ενέργειες όπως η ενοικίαση χώρου με τόσο εκτεθειμένο τρόπο, αφήνοντας εκεί ταυτότητες και άλλα στοιχεία.
Ο Πρόεδρος έθεσε επίσης ζήτημα σχετικά με το γεγονός ότι το συμβάν έλαβε χώρα σε τρίτο χώρο και όχι στη μόνιμη κατοικία της Μαριάννας ή του Κυριάκου, ρωτώντας την πώς αξιολογεί την πρακτική της χρήσης ενός χώρου του οποίου ο ιδιοκτήτης φέρεται να αγνοούσε την παρουσία τους. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει τις συγκεκριμένες συνθήκες, σημειώνοντας ότι σε μια συντροφική σχέση είναι πιθανό να έχουν δοθεί κλειδιά από το ένα άτομο στο άλλο.
Σε επόμενη ερώτηση για το αν θεωρεί αναμενόμενο το ότι στον ίδιο χώρο υπήρχαν εκρηκτικά και όπλα, απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία αυτά δεν συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους και ότι ενδέχεται να υπήρχαν εκεί για διαφορετικούς λόγους, χωρίς να σχετίζονται με τα πρόσωπα της υπόθεσης.
Έπειτα, η εισαγγελέας έκανε ερωτήσεις σχετικά με τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ ατόμων που ανήκουν στον ίδιο ιδεολογικό χώρο, ρωτώντας αν είναι δυνατόν να αποκρύπτουν μεταξύ τους ενέργειες ή προθέσεις. Συγκεκριμένα, θέτει το ερώτημα αν η Μαριάννα θα μπορούσε να μην έχει ενημερώσει τη Δήμητρα για τον λόγο που ζητούσε τα κλειδιά. Η μάρτυρας απάντησε ότι «εμπιστοσύνη δεν υπάρχει για όλους» και πως πιθανόν η Δήμητρα δεν είχε γνώση.
Τέλος, σε ερώτηση της υπεράσπισης σχετικά με το τι τον ώθησε να καταθέσει, η μάρτυρας ανέφερε ότι τόσο η ίδια όσο και η Δήμητρα δεν εγκατέλειψαν τους συντρόφους τους. Προσέθεσε ότι η επιλογή της ως μάρτυρα σχετίζεται με το γεγονός ότι και στη δική της υπόθεση την είχαν υπερασπιστεί σύντροφοί της.
Πόλα Ρούπα: «Το κράτος δεν αναγνωρίζει ως πολιτικό οτιδήποτε δεν πηγάζει από αυτο»
Στη συνέχεια ανέβηκε στο βήμα η Πόλα Ρούπα, που είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για τη συμμετοχή της στην οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας». Η κα. Ρούπα ανέφερε πως δεν γνωρίζει κανέναν από τους κατηγορούμενους, αλλά συγκλονίστηκε από την υπόθεση, καθώς πολιτικα νιώθει πως τους ξέρει. Έπειτα, έκανε αναφορά και σε μία υπόθεση στην οποία είχε εμπλακεί η ίδια, αυτή του Λάμπρου Φούντα, «του πρώτου πεσόντα στον κοινωνικό αγώνα κατά των μνημονίων». «Έχασα τον σύντροφό μου, Λάμπρο Φούντα, σε συμπλοκήμε την αστυνομία στα πλαίσια παρασκευαστικής διαδικασίας. Ήμουν 6 μηνών έγκυος».
Συνεχίζοντας, αναφερόμενη στον Ξυμητήρη, ανέφερε πως «ο Κυριάκος ήταν αναρχικός, κατάλαβα αμέσως πως ήταν ένας σύντροφος που επέλεξε αυτόν τον τρόπο αγώνα. Συγκλονίστηκα από τη Μαριάννα που έχασε τον σύντροφό της και κλήθηκε ενώ ήταν πολυτραυματίας, μέσα σε έναν δύσκολο χώρο, αυτόν της φυλακής, και ενώ είχε πένθος, να σταθεί όρθια και με θάρρος και σθενος να βγει μπροστά και να αναλάβει τις ευθύνες της δημόσια. Επανέλαβε, έπειτα, όσα και η Μαριάννα αναφέρει συχνά, πως τα κίνητρα, δηλαδή, ήταν έντονα πολιτικά. «Κι αυτό πρέπει το δικαστήριο να το αξιολογήσει και να το συνυπολογίσει».
Η κα. Ρούπα δήλωσε πως η δίκη είναι πολιτική και οι πολιτικές δίκες αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Επίσης, υποστήριξε πως ανθρώπους που υπερασπίζονται πολιτικά τις επιλογές τους οφείλουμε να τους εκτιμάμε ως βαθιά αλτρουιστές. «Ο Κυριάκος είναι ένας δικός μας νεκρός και τον τιμάμε. Ο αγώνας μάς αποβλέπει στον κοινωνικό μετασχηματισμό, την κατάληψη του κράτους και του Κεφαλαίου. Οι αναρχικοί βάζουν τα συμφέροντα των άλλων πάνω από τα δικά τους».
Η μάρτυρας έκλεισε την κατάθεσή της λέγοντας πως η ένοπλη δράση είναι αδιαχώριστο κομμάτι του κινήματος. «Καμία επανάσταση δεν έγινε χωρίς τη χρήση επαναστατικής βίας. Ακόμα και το κράτος που εσείς λειτουργείτε τώρα, γεννήθηκε από επαναστατική βία. Πρέπει να αλλάξουμε ριζικά τη διάρθρωση της κοινωνίας».
Ο Κ. Παπαδάκης ρώτησε την μάρτυρα αν υπάρχει νομοθεσία που περιορίζει τις πολιτικές δίκες, με την ίδια να απαντά πως υπάρχει νομολογία που δεν αναγνωρίζει πολιτικό έγκλημα, εκτός από το πραξικόπημα του ‘67. «Το κράτος δεν αναγνωρίζει ως πολιτικό οτιδήποτε δεν πηγάζει από αυτο, πόσω μάλλον αν το αμφισβητεί» τόνισε. Ο συνήγορος διευκρίνισε πως τα παραπάνω δεν άρουν την ευθύνη των δικαστών όταν δικάζουν, καθώς οι νομοθέτες δεν έχουν καταργήσει επίσημα την έννοια του πολιτικού εγκλήματος μέχρι σήμερα. Σχετικά με την παρούσα υπόθεση, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν υφίσταται «ενδεχόμενος δόλος», όπως ισχυρίζεται το κατηγορητήριο, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα σήμαινε πως στόχος ήταν να προκληθεί έκρηξη. Με τον ισχύοντα νόμο είναι απλή αμέλεια, αναφέρει.
Ο Θ. Καμπαγιάννης ανέφερε πως η Μαριάννα αναλαμβάνει την ευθύνη μόνο μόνο για όσα έκανε, ενώ αρνείται κατηγορηματικά το μεγαλύτερο μέρος του κατηγορητηρίου. Ρώτησε τη μάρτυρα αν η κατοχή και μόνο εκρηκτικής ύλης μπορεί να συνεπάγεται ύπαρξη «ταπεινών κινήτρων». Η ίδια απάντησε πως ταπεινά κίνητρα υπάρχουν όταν υπάρχει ιδιωτικό όφελος, ενώ στην περίπτωση αυτή μιλάμε για ανθρώπους που βάζουν τα δικά τους συμφέροντα κάτω από αυτά του κοινωνικού συνόλου.
Η δίκη θα συνεχιστεί την Τετάρτη 8 Απριλίου με την εξέταση και άλλων μαρτύρων υπεράσπισης.