Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν την Τετάρτη ενώπιον δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε την αποφυλάκιση των περισσότερων με περιοριστικούς όρους. «Το δικαστήριο απελευθέρωσε και έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό τους περισσότερους από τους κρατουμένους στην υπόθεση των επιθέσεων εναντίον ενός διπλωμάτη και μιας δημοσιογράφου», ανέφερε η Honenou σε ανακοίνωσή της το βράδυ της ίδιας ημέρας.

Τη Δευτέρα, η ισραηλινή αστυνομία είχε ανακοινώσει τη σύλληψη δέκα ατόμων, τα οποία φέρονται να συμμετείχαν στις επιθέσεις. Οι ταυτότητές τους δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα.

Ο Ασάφ Γκονέν, ένας από τους δικηγόρους της Honenou, υποστήριξε ότι οι συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν υπό εξωτερικές πιέσεις. «Όπως είχαμε πει εξαρχής, οι συλλήψεις αυτές έγιναν υπό την πίεση των μέσων ενημέρωσης και ξένων συμφερόντων», δήλωσε.

Τα περιστατικά σημειώθηκαν την Παρασκευή και το Σάββατο, κατά τη διάρκεια επισκέψεων στη Δυτική Όχθη.

Την Παρασκευή, η Αμερικανίδα φωτορεπόρτερ της Washington Post, Χάιντι Λεβίν, τραυματίστηκε σοβαρά έπειτα από επίθεση των εποίκων, ενώ κάλυπτε δημοσιογραφικά την κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη.

Μία ημέρα αργότερα, το Σάββατο, ομάδα εποίκων επιτέθηκε σε αυτοκινητοπομπή Ευρωπαίων διπλωματών που επισκέπτονταν την περιοχή. Κατά την επίθεση ξυλοκοπήθηκε ο 78χρονος Μπερνάρ Μποντού, κομμουνιστής δήμαρχος του Ολνουά-Εμερί, στη βόρεια Γαλλία.

Οι επιθέσεις προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις στο Ισραήλ. Το γραφείο του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου υπερασπίστηκε τους εποίκους, κάνοντας λόγο για εκστρατεία «δυσφήμησης».

Από την πλευρά του, ο Γκάντι Άιζενκοτ, ένας από τους βασικούς πολιτικούς αντιπάλους του Νετανιάχου ενόψει των βουλευτικών εκλογών, καταδίκασε το Σάββατο τις ενέργειες αυτές, χαρακτηρίζοντάς τες εκδηλώσεις «εβραϊκής τρομοκρατίας» που πραγματοποιούνται «υπό την αιγίδα της κυβέρνησης».