«Τα εμπεδωμένα στερεότυπα στην ελληνική κοινωνία έχουν βαθιά ρίζα στον σεξισμό και χρειάζεται πολλή δουλειά για να αντιμετωπιστούν», δήλωσε η κ. Αχτσιόγλου, προσθέτοντας ότι «απαιτούνται νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως οι θετικές ποσοστώσεις, για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των γυναικών σε κάθε επίπεδο. Χρειάζεται, όμως, και αλλαγή κουλτούρας, μάχη στο πεδίο των ιδεών και των αντιλήψεων».

Σημείωσε, παράλληλα, ότι «οι γυναίκες εργαζόμενες -μισθωτές, αυτοαπασχολούμενες, επιχειρηματίες- επιβιώνουν μέσα από την υπερεργασία. Δραστηριοποιούνται σε μία αγορά εργασίας άνιση, χαμηλών προσδοκιών, χαμηλής εμπιστοσύνης και μεγάλης επισφάλειας».

Υπογράμμισε, επίσης, ότι «μείζον ζήτημα είναι ο συνδυασμός της μητρότητας με την εργασία και τις επαγγελματικές απαιτήσεις. Το διαμορφωμένο πλαίσιο οδηγεί τις γυναίκες στην ανάληψη -παράλληλα με την εργασία- ενός πολύ μεγάλου βάρους για τη φροντίδα του σπιτιού. Αυτό το μοντέλο δεν πρέπει να αναπαράγεται».

Η κ. Αχτσιόγλου τόνισε ότι «κοινός παρονομαστής για την κατάκτηση της ισότητας στην πράξη είναι οι δημόσιες πολιτικές» και ανέφερε ενδεικτικά «στο κοινωνικό κράτος, με βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλες τις οικογένειες, με μέτρα στήριξης και επαρκείς γονικές άδειες, δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει άδεια μητρότητας ούτε μιας ημέρας για τις αυτοαπασχολούμενες. Στο οικονομικό πεδίο, με ενίσχυση της μικρομεσαίας γυναικείας επιχειρηματικότητας μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων και φορολογικών διευκολύνσεων».

Επισήμανε, τέλος, ότι «κάποιοι θα πουν πως οι δημόσιες πολιτικές κοστίζουν, αλλά το κόστος αν δεν υπάρξουν θα είναι πολύ πιο βαρύ συνολικά για τη χώρα».