Η συγκρότηση του ανήκειν των ελίτ μέσω της ακραίας εγκληματικότητας

Τα αλληλένδετα χαρακτηριστικά της υπόθεσης Έπστιν είναι μια ακραία παραβατικότητα, η οποία φαίνεται πολύ πιθανό να υποδαυλιζόταν από υπηρεσίες, προκειμένου να είναι εκβιάσιμα στελέχη της ανώτερης ελίτ της Δύσης. Μάλλον είναι η ανάγκη της εκβιασιμότητας αυτή που εξηγεί την παραβατικότητα, λ.χ. την παιδοφιλία, και όχι το αντίστροφο. Είναι, δηλαδή, δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τα ετερόκλητα μέλη μιας μεγάλης ομάδας των ελίτ είχαν την παιδοφιλία ως ατομική ψυχολογική διαστροφή. Ως πιθανότερο φαίνεται ότι αυτή υπαγορεύτηκε από την πολιτική και γεωπολιτική ανάγκη των εκβιασμών. Το εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι ότι η εμβέλεια της υπόθεσης δείχνει ότι η σεξουαλική παραβατικότητα κατέστη ένας τρόπος του ανήκειν στις ελίτ, ένας κοινωνικός δεσμός. Όπως οι Σπαρτιάτες, κατά την κρυπτεία, σκότωναν συλλογικά έναν είλωτα, ώστε υπό το βάρος του ίδιου εγκλήματος, να δημιουργήσουν ένα πνεύμα συλλογικού σώματος, κατά παρόμοιο τρόπο φαίνεται ότι η από κοινού συμμετοχή στις ίδιες σεξουαλικές παραβάσεις σμίλευε τις ελίτ ως ενιαίο σώμα.

Από κάποιο σημείο και πέρα το να είναι κανείς εκβιάσιμος σημαίνει ταυτοχρόνως και μια ευφροσύνη του να είναι κανείς τόσο επιτυχημένος, ώστε να αξίζει να είναι εκβιάσιμος. Παρομοίως, σεξουαλικά εγκλήματα που για τους κοινούς θνητούς ανήκουν σε παράνομες παραφιλίες, για τους μετέχοντες στην ελίτ από ένα σημείο και πέρα θα φάνταζαν ως ανήκειν στην ανώτατη κοινωνική τάξη, όπου μπορεί να εκβιάζεσαι, αλλά δύνασαι ταυτοχρόνως να μετέχεις και στις πλέον απαγορευμένες εγκληματικές ηδονές. Η ευαλωτότητα του εκβιαζόμενου συνυπάρχει με τη συλλογική ηδονή της ισχύος να είσαι υπεράνω του νόμου και να μπορείς να αντικειμενοποιείς με ακραίο τρόπο άλλους ανθρώπους. Η σεξουαλική σχέση με παιδιά βασίζεται στη διάθεση για ακραία παθητικοποίηση και αντικειμενοποίηση των άλλων. Τα παιδιά βεβαίως μπορούν να είναι εξαιρετικώς ενεργά υποκείμενα, αν κάποιος τα αφήνει να ανθίσουν. Αλλά το ζήτημα είναι ακριβώς ότι η διάθεση ενός ισχυρού είναι ακριβώς να εκμεταλλευτεί τη βιολογική ανωριμότητα και τη σωματική αδυναμία της παιδικότητας, προκειμένου να παθητικοποιήσει στον μέγιστο βαθμό μια ανθρώπινη ετερότητα. Εντέλει, πρόκειται για μια συλλογικότητα των ελίτ, η οποία συγκροτείται μέσα ταυτοχρόνως τόσο από την έντονη και αισχυντηλή έκθεση στον εκβιασμό, όσο και από την απόλαυση της ισχύος που προσπορίζει η αψήφηση των νόμων.

Σε ορισμένους από τους φακέλους και στη φιλολογία που αναπτύχθηκε σχετικά, που είναι, βεβαίως, κυρίως στο επίπεδο της καταγγελίας και όχι της αποδεδειγμένης γνώσης, υπάρχουν ενδείξεις για οιονεί μεταφυσικά διαστροφικά συμπληρώματα: Για θρησκευτικού τύπου τελετουργίες, οι οποίες κατά διαφορετικές εκδοχές μπορεί να περιλάμβαναν ανθρωποθυσίες, ανθρωποφαγίες, βρεφοφαγίες με κοπρολαγνικό περιεχόμενο, σατανισμό. Φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι το ζώο που δεν μπορεί να φτάσει στην επιτυχία μιας γυμνής απόλαυσης ή ισχύος, αν αυτές δεν έχουν μία θρησκευτική διάσταση. Φαίνεται ότι, κατά το ρητό, «όλα γίνονται για το σεξ, εκτός από το ίδιο το σεξ που γίνεται για την εξουσία». Και διαφαίνεται επίσης ότι ο αθεϊσμός είναι το όπιο του λαού, μια ρηχότητα συνείδησης για τις μάζες που δεν έχουν πρόσβαση στην εξουσία, ενώ οι ελίτ επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το «προνόμιο» να συγκροτούνται σε σώμα μέσω μιας διαστροφικής θρησκευτικότητας. Οι ίδιες οι ακραίες αιτιάσεις μπορεί να μην έχουν αποδειχθεί, ανήκουν, όμως, πλέον στο «σύμπαν Έπστιν». Ο τρόπος άλλωστε που οι φάκελοι αποκαλύφθηκαν μαζικά συμφύροντας απλές καταγγελίες με στοιχειοθετημένη γνώση είναι χαρακτηριστικός ενός μεταμοντέρνου πληθωρισμού πληροφορίας που συνιστά συναστρίες γνωσιακού υλικού χωρίς μια στέρεη γνωσιολογική μεθοδολογία.

Η διάρρηξη της σχέσης λαού και ελίτ

Η υπόθεση Έπστιν σηματοδοτεί μία βαθιά και ανεπίστρεπτη διάρρηξη στη σχέση του λαού με τις δυτικές ελίτ. Πώς θα μπορέσουν ξανά οι ελίτ να κάνουν λόγο για «κοινές αξίες» ή για διεθνή «τάξη βασισμένη σε κανόνες», όταν είναι προσβάσιμες όλες οι ζοφερές συζητήσεις των ελίτ πίσω από την πρόσοψη; Η εικόνα ανθρώπων της πνευματικής και διανοητικής ελίτ να συζητούν λ.χ. για μετανθρωπισμό, για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης ή και για το μέλλον του σύμπαντος σε ένα νησί, όπου ταυτοχρόνως λάμβανε χώρα τράφικινγκ ανηλίκων δημιουργεί μια εκδοχή για ελίτ απολύτως απογειωμένες, που έχουν πάρει διαζύγιο με κάθε απλή ανθρώπινη ενσυναίσθηση, την ίδια ώρα που καταφεύγουν σε τεχνοφουτουριστικά οράματα για ένα μετανθρώπινο μέλλον.

Πώς πολεμούν οι ελίτ και πώς οι πληβείοι

Η διέξοδος που έλαβε η υπόθεση ήταν η επίθεση στο Ιράν με σκοπό σε πρώτη φάση τον αποκεφαλισμό και στη συνέχεια την ανατροπή του καθεστώτος της «ισλαμικής δημοκρατίας». Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο τρόπος του πολέμου αντικατοπτρίζει και πάλι μια σύγκρουση ελίτ και πληβείων. Ο εντελώς sui generis τρόπος που αμύνεται το Ιράν συνιστά ένα απολύτως πρωτοφανές αντάρτικο σε παγκόσμιο επίπεδο. Επειδή ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν απόλυτη αεροπορική υπεροπλία, το Ιράν δεν επεχείρησε να ανταγωνιστεί τις ισχυρότερες αντίπαλες δυνάμεις, αλλά προετοιμάστηκε σε βάθος χρόνου για έναν εντελώς ασύμμετρο πόλεμο με υπερηχητικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Η στρατηγική του Ιράν είναι η μέγιστη καταστροφή του αντιπάλου, ώστε ο πόλεμος να καταστεί οικονομικά ασύμφορος λίγο πολύ για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Πάμφθηνα drones Shahed οδηγούν σε κορεσμό τα αντιαεροπορικά συστήματα του Ισραήλ και των ΗΠΑ, οδηγώντας σε σπατάλη πυραύλων Patriot και σε εξάντληση των συστημάτων THAAD, σε μία αναμέτρηση όπου τα αναχαιτιστικά μέσα της Δύσης κοστίζουν έως και δέκα φορές παραπάνω από τα επιθετικά του Ιράν. Μετά τον κορεσμό λόγω φθηνών drones, οι βαλλιστικοί πύραυλοι μπορούν να περάσουν. Ταυτοχρόνως, το Ιράν βασίζεται σε δύο συν ένα «σημεία στραγγαλισμού», που είναι τα στενά του Ορμούζ, τα στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ μεταξύ Υεμένης και Τζιμπουτί και, δυνητικά, ο διάδρομος Ζανγκεζούρ που ενώνει Τουρκία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν νοτίως του Καυκάσου. Ο στραγγαλισμός των τριών σημείων σημαίνει μια παγκόσμια εκτίναξη του κόστους ενέργειας με σκοπό να γονατίσει η παγκόσμια οικονομία. Ταυτοχρόνως, πλήττεται η αμερικανική παρουσία στη Δυτική Ασία με πλήγματα σε βάσεις, πρεσβείες, προξενεία, πεντάστερα ξενοδοχεία, τράπεζες, αλλά και στα οχυρά της τεχνοφεουδαρχίας.

Πρόκειται για έναν πόλεμο που αισθητοποιεί με εμβληματικό τρόπο μια αντίθεση ανάμεσα σε ελίτ και πληβείους. Και για αυτό, αν συνεχιστεί και δεν κηρυχθεί μία μονομερής πρόωρη «νίκη» α λα Τραμπ, αναμένεται να είναι πρωτόγνωρα καταστροφικός. Η μία πλευρά διαθέτει την απόλυτη αεροπορική υπεροπλία και για αυτό μπορεί να καταστρέφει κατά βούληση στρατιωτικές και οικονομικές υποδομές, αλλά και οικιστικά συγκροτήματα και πολιτιστικούς θησαυρούς καταλογογραφημένους στην UNESCO. Ή άλλη πλευρά απολυτοποιεί με τρόπο εντελώς ιδιόρρυθμο και πρωτοφανή ένα επιμέρους στοιχείο, τους βαλλιστικούς πυραύλους, καθώς και στοιχεία μιας εντυπωσιακά φτηνής τεχνολογίας, προκειμένου με συστηματικά πλήγματα να επιχειρήσει να κάμψει τον παγκόσμιο καπιταλισμό.

Οι πλούσιοι αντιγράφουν τους φτωχούς

Το πολύ εντυπωσιακό είναι ότι οι οικονομικώς ισχυροί αναγκάζονται πλέον να αντιγράφουν τους οικονομικώς ασθενέστερους. Οι ΗΠΑ έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να ξοδεύουν άλλο τους ακριβούς πυραύλους Patriot και τα συστήματα THAAD. Έχουν κατασκευάσει τα δικά τους φθηνά drones, τα LUCAS, όπου το αρχικό γράμμα «L» σημαίνει «LowCost» (χαμηλό κόστος) και επιστρατεύουν πλέον Ουκρανούς ειδικούς στην τεχνολογία drones, ώστε η κατάρριψη των ιρανικών drones να γίνεται με το χαμηλότερο δυνατό τίμημα. Οι Ουκρανοί, όντας οι ασθενέστεροι στον δικό τους πόλεμο με τη Ρωσία, δίνουν πλέον μαθήματα στη Δύση για το πώς μπορεί να διεξάγει πόλεμο με φθηνά μέσα ένας φτωχός. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονοι πόλεμοι σε μια εποχή εξαιρετικής υπερειδίκευσης είναι και «πόλεμοι των φτωχών» και οι οικονομικά ισχυροί λαμβάνουν πλέον μαθήματα από τους ασθενέστερους για το πώς να διεξάγουν οικονομικώς βιώσιμο πόλεμο.

Από τον «υπαρκτό αντι-ελιτισμό» στη δυνατότητα ενός διεθνιστικού λαϊκισμού

Με την προσπάθειά του να οδηγήσει τη διεθνή οικονομία σε κατάρρευση, προκειμένου να επιβιώσει το καθεστώς του, το Ιράν αναδεικνύεται σε ένα είδος «υπαρκτού αντι-ελιτισμού», «ηγέτιδος δύναμης της διεθνούς των πληβείων» ή ίσως ακόμη και σε μια «υπαρκτή αντίσταση». Βεβαίως, υπάρχουν πολλά με τα οποία μπορεί να νιώθει κανείς άβολα με αυτόν τον «υπαρκτό αντι-ελιτισμό», όπως άλλωστε και παλαιότερα με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η καταπίεση των γυναικών και άλλων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, ο τρόπος με τον οποίο εξοντώθηκαν κομμουνιστές και σοσιαλιστές από την ισλαμική επανάσταση, η αδίστακτη καταστολή των αντιπολιτευτικών κινημάτων έως και φέτος το 2026, το σύστημα βέτο από τους νομομαθείς που ακυρώνει τη δημοκρατική ψήφο (με τρόπο, βεβαίως, που θυμίζει εντόνως την Ευρωπαϊκή Ένωση σε δομικό θεσμικό επίπεδο, αν παραβλέψει βεβαίως κανείς τη διαφορά ότι στο Ιράν τα βέτο νομομαθών που ακυρώνουν τη λαϊκή κυριαρχία γίνονται στο όνομα του σιιτικού Ισλάμ, ενώ στην ΕΕ οι ακυρώσεις της λαϊκής κυριαρχίας από υπερεθνικά σώματα γίνεται στο όνομα της φιλελεύθερης δημοκρατίας). Και στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», βεβαίως, παλαιότερα γινόταν θεμιτή κριτική για την έλλειψη δημοκρατίας, τον μονοκομματισμό, τις διώξεις, εξορίες και εκτελέσεις αντιφρονούντων, την κοινωνική καταπίεση.

Το ερώτημα είναι από ποιο σημείο ασκείται η κριτική. Και διερωτάται κανείς μήπως έχει έρθει πλέον η στιγμή η αριστερά να αναλάβει το σημαίνον του «λαϊκισμού», όπως άλλωστε έχουν προτείνει ο Ερνέστο Λακλάου, η Σαντάλ Μουφ και άλλοι πολιτικοί στοχαστές. Με ορισμένες σημαντικές διαφορές ότι ένας γνήσιος «αριστερός λαϊκισμός» αφενός δεν θα είναι «εθνολαϊκισμός», αλλά θα επαγρυπνεί ενάντια στις υπαρκτές και επικίνδυνες φασιστικές εκδοχές του αντι-ελιτισμού, της πληβειακότητας και της λαϊκότητας. Και, αφετέρου, θα είναι ένας διαθεματικός λαϊκισμός με τον φεμινισμό, τον ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωματισμό και κάθε άλλο κίνημα δημοκρατικής υπεράσπισης των ευαλώτων στο προσκήνιο. Είναι επείγουσα μια σύνθεση δυτικών πολιτισμικών κεκτημένων, όπως η συμπερίληψη των ευαλώτων σε μια πλουραλιστική κοινωνία, με μία διευρυμένη πρόσληψη των διεθνών πολιτισμικών ετεροτήτων, οι οποίες σήμερα αναλαμβάνουν τον αγώνα ενάντια στον λευκό δυτικό αποικιοκράτη που απειλεί να τινάξει τον πλανήτη στον αέρα, για να μη χάσει την ηγεμονία του. Αυτή η αναγκαία σχοινοβασία ενός «διεθνικού λαϊκισμού», στην οποία, όμως, αντιστοιχεί λαϊκό συναίσθημα, γιατί εντέλει και ο δικαιωματισμός των ευαλώτων είναι μια βασικά λαϊκή υπόθεση, αποτελεί το μεγάλο στοίχημα της εποχής μας. Και οφείλει, κατ’ αρχήν, να λάβει τη μορφή ενός παγκόσμιου κινήματος ειρήνης.