Έχουν γραφτεί πολλές βιογραφίες για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Μάλιστα, υπήρξε μια εποχή όπου λέγονταν και γράφονταν τόσα πολλά για εκείνον σε ποικίλες και διαφορετικές πτυχές της δημόσιας σφαίρας, ώστε να πιστέψουμε πως γνωρίζαμε καλά ποιος ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος.

Γνωρίζαμε την τέχνη του, τις παρέες του, τα στέκια στα οποία σύχναζε, τα σπίτια που έμενε κατά καιρούς, ακόμα και τα πάθη του, τις ερωτικές σχέσεις του, την πάγια ροπή που είχε προς κάθε είδους κατάχρηση. Ούτως ή άλλως, ο Σιδηρόπουλος ήταν ο «Πρίγκιπας» της ελληνικής ροκ, κάποιοι θα έλεγαν πως, μετά θάνατον, στέφθηκε ο άτυπος βασιλιάς μιας κουλτούρας που φαινομενικά αντιπαθούσε οτιδήποτε θύμιζε μοναρχικά καθεστώτα. Με το πέρασμα των χρόνων, ο Παύλος Σιδηρόπουλος έγινε μια μυθική φιγούρα όχι μόνο της ελληνικής ροκ μουσικής, αλλά μιας ολόκληρης εποχής που έψαχνε να βρει τον Παύλο πέρα από το περιθώριο, πέρα από τα ναρκωτικά, πέρα από την ποίηση και τις μουσικές του, να τον εξυγιάνει, να τον μεταφράσει ξανά και ξανά, για να κόψει και να ράψει, εν τέλει, την περσόνα του στα μέτρα του καθενός. Η σκιά του Παύλου έπαιρνε σάρκα και οστά διαρκώς ώστε να διαδραματίσει κάποιον καινούριο ρόλο στην Ελλάδα του εκσυγχρονισμού και της καινοτομίας, για να χωρέσει σε όλα εκείνα τα μέρη που ο ίδιος ο Σιδηρόπουλος δεν ήθελε να χωρέσει ποτέ όσο βρισκόταν στη ζωή.

Ομολογουμένως, είναι απαιτητική δουλειά η ενδελεχής μελέτη της ζωής καλλιτεχνών όπως ο Σιδηρόπουλος σε μια προσπάθεια να την αντιληφθείς και να την τεμαχίσεις σε διάφορα κομμάτια με σκοπό την κατασκευή μιας βιογραφίας του. Το βασικό και πιο σημαντικό ερώτημα που τίθεται δεν είναι το αναμενόμενο, το «ποιος ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος» αλλά ποιον Παύλο Σιδηρόπουλο θέλει ο εκάστοτε βιογράφος να παρουσιάσει στο κοινό και με ποιον τρόπο. Σε ποια θέση θέλει να τον τοποθετήσει μέσα σε εκείνο το περιβόητο «βιβλίο των ηρώων του τρόμου» της ιστορίας, πόσο θα αφήσει τον εαυτό του και την πένα του να παρασυρθούν από τις παράξενες αποχρώσεις του παρελθόντος που οργανικό τμήμα του υπήρξε και ο Παύλος. Αυτό το δύσκολο και δύστροπο εγχείρημα ανέθεσε ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ο εκδότης του Μικρού Ήρωα, στον δημοσιογράφο και σεναριογράφο κόμικς Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου ένα βράδυ που έτυχε να περνούν έξω από το σπίτι του Σιδηρόπουλου που βρισκόταν στον αριθμό 50 της οδού Δροσοπούλου στην Κυψέλη. Λίγο αργότερα, την εικονογράφηση του κόμικ για τον Παύλο θα αναλάμβανε ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, εκφράζοντας τις ίδιες ανησυχίες και προβληματισμούς για το επικείμενο έργο όπως και ο συγγραφέας του. Όλοι τους αναγνώριζαν πως ένα κόμικ για τον Σιδηρόπουλο είναι μεγάλη ευθύνη, όχι μόνο για την «ορθή» διαχείριση της κληρονομιάς που μας άφησε ο «Πρίγκιπας», αλλά διότι τις δεκαετίες που ακολούθησαν από τον θάνατό του, ο Σιδηρόπουλος απομονώθηκε από την εποχή του και διένυσε πολλές και διαφορετικές τροχιές στη δημόσια σφαίρα.

«Εν κατακλείδι», λοιπόν, για ποιον Παύλο Σιδηρόπουλο μιλάμε όλοι μας, φίλοι και εχθροί, ροκάδες και μη, ασυμβίβαστοι και συμβιβασμένοι; Τι καταλαβαίνει η νέα γενιά, η γενιά της οικονομικής κρίσης που δεν πρόλαβε να ζήσει ούτε τα απόνερα της Μεταπολίτευσης, για τη μακρά δεκαετία του 1960 που λόγω της χούντας των Συνταγματαρχών, στην Ελλάδα κράτησε μέχρι τη δεκαετία του 1980, ίσως και λίγο περισσότερο στις καρδιές και στις συνειδήσεις ορισμένων τμημάτων της κοινωνίας; Για το φάντασμα του Παύλου Σιδηρόπουλου που επιστρέφει διαρκώς για να βρει τη θέση του στις μουσικές ανησυχίες των τωρινών νέων που ψάχνουν τον «Φλου» σε παλιά δισκοπωλεία, σαν να μην πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε που εκδόθηκε ο δίσκος και ας πέρασε μισός αιώνας. Για όλους εκείνους που θέλουν να ψάξουν τι είδους καλλιτέχνης ήταν ο Σιδηρόπουλος, πέραν από το μύθο του «Ασυμβίβαστου», του «Να μ’αγαπάς» και του «Αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα».

Διαβάζοντας την εισαγωγή του συγγραφέα και του εικονογράφου στο ολοκληρωμένο graphic novel για τον Παύλο Σιδηρόπουλο με τίτλο «Εν Κατακλείδι», τον τίτλο από ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του «Φλου», μαθαίνουμε ότι οι καλλιτέχνες θέλησαν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα της ζωής του Παύλου και όχι τις εκρήξεις της. Ίσως βοηθάει και η ίδια η εποχή ώστε τα δεδομένα να εμφανίζονται πιο ψύχραιμα, πιο αποκρυσταλλωμένα, ιδωμένα έξω από την κλειδαρότρυπα και τους κιτρινισμούς. Η γενιά του Σιδηρόπουλου, εκείνη που ονομάστηκε «Γενιά του Πολυτεχνείου», η γενιά των ’60ς και των ’70ς, χάνεται πλέον μέσα στη διάψευση των ίδιων των μεγάλων προσδοκιών που κατασκεύασαν την ουσία της, στις μεγάλες υποχωρήσεις και σε τραγικούς ιστορικούς συμβιβασμούς. Πολλοί από τη γενιά του Παύλου πέθαναν «στην ψάθα», όπως λένε, άλλοτε λησμονημένοι και καταφρονημένοι, άλλοτε προσαρμοσμένοι στους νέους καιρούς που πλέον δεν έχουν τίποτα το ροκ μέσα τους. Εκείνοι που επιβίωσαν με κάποια αξιοπρέπεια, τα κατάφεραν μέσα από τη διαχείριση των ταλέντων τους σε διάφορες τέχνες και επαγγέλματα, μέσα από την τραυματική προσαρμογή στα μοναχικά μπλουζ του ύστερου καπιταλισμού που από ένα σημείο και έπειτα ξεπουλούσε στις αγορές του κόσμου τους αγώνες του σύντομου 20ου αιώνα, μέσα από καντάρια μιας μονόχνωτης κουλτούρας της νοσταλγίας που μετουσιώθηκαν σε άνευρα στιλιστικά προϊόντα. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο στις εποχές της ιδιωτικής τηλεόρασης, των reality shows, της Κωστοπουλικής επίδειξης του νεοπλουτισμού που έκλεισε τα παλιά στέκια στο Κολωνάκι ή τα μετέτρεψε σε αποστειρωμένους τόπους ανακύκλωσης της ανυπόφορης χλίδας και της κωμικοτραγικής κοσμικότητας. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν γέννημα-θρέμμα της εποχής του, καμία άλλη εποχή δεν μπορούσε να γεννήσει άλλον Παύλο Σιδηρόπουλο και επί της αρχής, αυτό ακριβώς επεξεργάζεται και διαπραγματεύεται το graphic novel.

Είναι σίγουρο πως ένα κόμικς για τον Παύλο Σιδηρόπουλο θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί άγαρμπα εκείνη την εποχή και να βουλιάξει ακόμα πιο βαθιά στις σκιές του, στα σκοτάδια του, στα πάθη του, στις καλές και κακές συντροφιές του, με τη χειρότερη από αυτές να παραμένει η ηρωίνη. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, όμως, θέλησαν εξαρχής να συνομιλήσουν με τον ίδιο τον Παύλο, όχι με τη σκιά του αλλά με την ηχώ που άφησε πίσω του. Να δημιουργήσουν ένα όμορφο περιβάλλον που ξεκινάει από τη γέννηση του Σιδηρόπουλου μέσα σε μια μορφωμένη αστική οικογένεια στα τέλη της δεκαετίας του ’40, η οποία αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για την άνθιση των ταλέντων του και τον προίκισε με ένα αξιόλογο συμβολικό κεφάλαιο, να μιλήσουν για τα λίγα χρόνια που έμεινε ως φοιτητής στο τμήμα του Μαθηματικού στη Θεσσαλονίκη το οποίο επέλεξε να παρατήσει ώστε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική και τις εσωτερικές του αντιφάσεις και τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής του.

Αλλά το πιο σημαντικό, η ουσία που διατρέχει όλη την ιστορία του Παύλου και που ο σεναριογράφος του κόμικ επέλεξε να διατρέξει και στη δική του ιστορία για τον Παύλο, είναι ο διαρκής αγώνας και η αγωνία του για το τί είδους τέχνη ήθελε να κάνει, για το τί είδους μουσική ήθελε να δημιουργήσει. Αυτή η αγωνία που δεν έσβησε ποτέ από μέσα του, δεν καταγάλιασε ούτε τις στιγμές της επιτυχίας του, ήταν το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας του Παύλου Σιδηρόπουλου, που δεν επαναπαύτηκε ποτέ σε μια μόντα, σε έναν γνώριμο και γουστόζικο ρυθμό που άρεσε στα πλήθη ώστε να τον πατεντάρει και να τον κάνει brand name, όπως άλλοι καλλιτέχνες της εποχής.

Ήταν πειραματικός καλλιτέχνης ο Σιδηρόπουλος, με κεντρομόλο δύναμη πάντα το ροκ εν ρολ, έψαχνε τις μουσικές, τα ηχοχρώματα, τις λεπτές διαφορετικές υφές των ρυθμών και των μουσικών οργάνων. Γι’ αυτό και ο θρύλος λέει πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έκανε τα καλύτερα live στην Ελλάδα, σε μια εποχή που λίγοι μπορούσαν να αναγνωρίσουν βασικά στοιχεία ενορχήστρωσης και ακουστικής. Όλα αυτά τα έντυνε με ελληνικό στίχο, με τη δική του ποίηση και τα δικά του λόγια, κόντρα στους καιρούς που επιτακτικά απαιτούσαν ξένο στίχο, αγγλικές λέξεις, ξενόφερτους νεωτερισμούς. Αλλά και ο κόσμος της εποχής, της εποχής της Μεταπολίτευσης, δεν συγχώρεσε εύκολα στον Παύλο το γεγονός ότι δεν ασχολήθηκε ποτέ ενεργά με τα πολιτικά, δεν ντύθηκε με τα χρώματα κάποιας οργάνωσης ή κάποιου κόμματος, δεν τραγούδησε ποτέ σε κάποιο φεστιβάλ κάποιας πολιτικής νεολαίας. Ούτε και αναρχικός, όμως ήταν, και ας έκανε παρέα με τα φρικιά των Εξαρχείων κατά καιρούς και με την ασυμβίβαστη νεολαία της δεκαετίας του 1980 που έψαχνε αλλιώτικα την κατάσταση, τη μετέφραζε διαφορετικά από τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια. Και ας είναι οι δίσκοι του Γιάννη Μαρκόπουλου στους οποίους συμμετείχε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, πραγματικά διαμάντια, όπως ο μνημειώδης «Θεσσαλικός Κύκλος», με τραγούδια που απογειώθηκαν από τη φωνή του Σιδηρόπουλου. Δεν ήταν αυτό ο Παύλος, ήταν πολλά και διαφορετικά στοιχεία που συνύφαιναν το μωσαϊκό της δικής του, μοναδικής τέχνης.

Ίσως για αυτό, σκέφτομαι πολλές φορές, ο Παύλος Σιδηρόπουλος να αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον κόσμο μετά θάνατον, να λατρεύτηκε σε βαθμό σχεδόν αγιοποίησης από ορισμένους εναλλακτικούς χώρους. Ανήκε πεισματικά στον εαυτό του σε μια εποχή που οι περισσότεροι καλλιτέχνες καβάλησαν το άρμα της ευρείας πολιτικοποίησης της μεταδικτατορικής εποχής και έβγαζαν τον έναν πολιτικό δίσκο μετά τον άλλον. Και όταν, αργότερα, οι εποχές άλλαξαν και ο νεοφιλελευθερισμός επέλαυνε απρόσκοπτα, η υποχώρηση της συλλογικής δράσης και συνείδησης έλαβε χώρα με τέτοιο συντριπτικά εξατομικευμένο τρόπο που πάλι ο Παύλος, ο ασυμβίβαστος ροκάς που είχε μάθει να ζει συλλογικά και κοινοβιακά, δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα των γιάπηδων και της απανταχού εντατικοποίησης, στην υποχώρηση όλων όσων πίστευε και πάλευε για τη μουσική και για την τέχνη.

Αυτές τις σκέψεις σου αφήνει η ανάγνωση του graphic novel για τον Παύλο Σιδηρόπουλου. Με έντιμο και σεβάσμιο τρόπο καταπιάνεται με την προσωπικότητά του και τις αγωνίες του, με την τέχνη του και τις προσδοκίες που είχε από εκείνη. Οι δημιουργοί του έργου δεν αφήνουν χώρο σε κενούς συναισθηματισμούς, ούτε ποντάρουν σε σοκαριστικές αποδώσεις της ζωής του, στις ταραχώδεις πλημμυρίδες και άμπωτες που συνηθίζουν να εμφανίζονται στις βιογραφίες για τον «Πρίγκιπα». Ούτε, από την άλλη, αποκαλύπτουν τα κρυφά μυστικά του Παύλου, τις ανείπωτες σκοτεινιές της ψυχής του έτσι όπως κατά καιρούς θυμούνται να ασχοληθούν διάφορες μεσημεριανές εκπομπές όταν ξεμένουν από θέματα. Δεν θα μάθουμε ποια ήταν στα αλήθεια η «Κ.», ούτε ο «Μπάμπης ο Φλου», ούτε πως γνώρισε τις γυναίκες που τον σημάδεψαν, ούτε για το πως και γιατί ξεκίνησε την πρέζα και πως ζούσε μέσα στη δική της μέγγενη.

Στο «Εν Κατακλείδι», μαθαίνουμε ξανά τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέσα από την τέχνη του, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις υφές της εποχής του. Όπως προτρέπουν, λοιπόν, οι δημιουργοί του έργου, ας βάλουμε τα αγαπημένα μας τραγούδια του Παύλου και ας περιηγηθούμε σε εκείνα τα ιδιαίτερα χρόνια, σε αυτόν τον ιδιαίτερο καλλιτέχνη που σημάδεψε όσο λίγοι την μεταπολιτευτική μουσική και αποτέλεσε τον λόγο που πολλά νέα παιδιά έπιασαν την κιθάρα στα χέρια τους και έμαθαν μουσική.

Ας χαθούμε για λίγο στο σύμπαν του Παύλου Σιδηρόπουλου, του «Πρίγκιπα» της ροκ, που σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, συνεχίζει να μας εμπνέει.

Ήρθε ο καιρός να του πούμε το αντίο που του άξιζε.

«Και τώρα φίλοι μου είν’αργά
μια καληνύχτα στη μαμά
και λίγη στάχτη στα μαλλιά
καιρός να πούμε αντίο

Σκεπάσανε όλους τους νεκρούς
με αρρωστιάρικους ψαλμούς
Κλόουν με σοβαρούς σκοπούς
γυμνοί μέσα στο κρύο

Κατά τ’άλλα εσείς που’σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς
βοηθήστε μας και λίγο
Δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή
μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο

Πουλάμε σώμα και ψυχή
δώστε μας λίγη προσοχή
Στα υπόγεια μαύροι ποντικοί
λουφάζουνε δύο-δύο

Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς
αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς
και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς
που χάσανε το πλοίο»