Με αφορμή την παράσταση Η Ζ’ Επιστολή ή ο Απογοητευμένος Πλάτωνας, η οποία ανεβαίνει στη σκηνή του χώρου Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου από τις 22/6, συζητήσαμε με τον σκηνοθέτη και ποιητή Αλέξανδρο Μιστριώτη για τον Πλάτωνα ως παιδική ηλικία του πολιτισμού μας, για το αν θα μπορούσε να προκύψει σήμερα μια γνήσια πολιτική φιλοσοφία μέσα από την αποτυχία και τη ματαίωση, για το πώς θα μπορούσε η πολιτική να διανοιγεί ξανά στο θαυμαστό.
Ο ίλιγγος ως αφετηρία της φιλοσοφίας
Στην 7η επιστολή βρίσκουμε έναν Πλάτωνα στο τέλος της ζωής του, ο οποίος είναι απογοητευμένος για την εξέλιξη της δημοκρατίας, αλλά και από τους δικούς του πολιτικούς πειραματισμούς. Αυτό τι σχέση έχει με την εποχή μας; Βλέπετε στη δική μας εποχή χαρακτηριστικά πολιτικής κόπωσης, ματαίωσης, αποτυχίας, που καθιστούν επίκαιρη την 7η επιστολή; Μήπως, όμως, αυτή η κόπωση και ματαίωση είναι ένα περιβάλλον για να αναδυθεί εκ νέου ο φιλοσοφικός στοχασμός;
Αλέξανδρος Μιστριώτης: Ο Πλάτων αναφέρεται στο γεγονός ότι από τη νεότητά του θέλησε να ασχοληθεί με την πολιτική. Εμφανίζεται έτσι ότι δημιούργησε τη φιλοσοφία του, αλλά και την ανθρωποκεντρική φιλοσοφία εν γένει, σε σχέση με την πολιτική κατάσταση. Αναφέρει πολύ συγκεκριμένα ότι μελετώντας όλα τα πολιτικά συστήματα της εποχής του είδε ότι δεν υπάρχει τρόπος να διαχειρίζεται κανείς σωστά την πολιτική εξουσία και καταλήγει στη συγκλονιστική φράση: «με έπιασε ίλιγγος». Όλο το κείμενο, λοιπόν, τελεί υπό την επήρεια αυτού του ίλιγγου που ξεκινά στην αρχή της ζωής του και φαίνεται ξαφνικά μέσα σε αυτό το κείμενο ότι δεν τον άφησε ποτέ.
Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος ο οποίος δεν θα μπορούσε να πει ότι η σημερινή κατάσταση, όταν τη σκεφτεί κανείς, δίνει ακριβώς αυτή την αίσθηση ενός ιλίγγου, ενός κόσμου ο οποίος διαρκώς πάλλεται, ο οποίος δεν ξέρει προς τα πού πηγαίνει και του οποίου το έδαφος πλέον έχει διασαλευτεί.
Ένας Πλάτων απογοητευμένος αλλά όχι αποθαρρυμένος
Η Ζ’ επιστολή περιλαμβάνει έναν απολογισμό για την προσπάθεια του Πλάτωνος να εφαρμόσει τις φιλοσοφικές του ιδέες στη Σικελία. Ποιος είναι ο απολογισμός που κάνει για το πείραμά του στις Συρακούσες;
Α.Μ.: Θα ‘λεγε κανείς ότι με έναν τρόπο, -και αυτό σε εκπλήσσει όταν το διαβάζεις-, ο Πλάτων ξεκινάει με μια απογοήτευση και τελειώνει με μια απογοήτευση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το άθροισμα όλων αυτών είναι απογοητευτικό.
Γιατί, έχοντας περάσει όλα αυτά, παραμένει φοβερά μαχητικός, επίμονος και μεθοδικός. Διαρκώς ψάχνει να βρει τα αίτια και τα εργαλεία με τα οποία μπορεί κανείς να ξεπεράσει όλα τα προβλήματα. Μέσα σε αυτά θέτει κάποιες προδιαγραφές. Η πρώτη είναι ότι πρέπει κανείς να συνδέσει την προσωπική του ζωή με την πολιτική κατάσταση. Δεν μπορεί κανείς να παλεύει για έναν καλύτερο κόσμο εάν δεν ελέγξει το ήθος της δικής του ζωής και ξεκινάει από τα πιο απλά, όπως η διατροφή και η ερωτική ζωή. Το ζητούμενο είναι η σωφροσύνη. Για εμάς, φαίνεται ότι αυτά τα πράγματα καλούμαστε να τα επαναδιαπραγματευτούμε γιατί τα θεωρούμε λεπτομέρειες. Ο Πλάτων, όμως, θεωρεί ότι υπάρχει ένα συνεχές. Δεν μπορείς να παλεύεις για τον κόσμο σε άλλη ταχύτητα από ό,τι παλεύεις στην προσωπική σου ζωή, καθώς και στην κοινότητά σου. Το άθλημα της πολιτικής συμπεριλαμβάνει, ει δυνατόν, τον κόσμο όλο, από το προσωπικό μέχρι το οικουμενικό.
Μετά, θέτει το ζήτημα των νόμων· ότι πρέπει κανείς να δεσμεύσει μια πολιτεία όχι σε πρόσωπα αλλά στους νόμους. Και δίνει πολύ μεγάλη σημασία σε αυτό το φάντασμα που διαρκώς κρέμεται από πάνω του, που είναι η διχασμένη πόλη. Απάντηση για τη διχασμένη πόλη είναι όχι απλά οι νόμοι, αλλά οι νόμοι που είναι δίκαιοι. Γιατί χωρίς δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη. Και, αντιστρόφως, εάν δεν υπάρχει ειρήνη, το πρώτο που πρέπει να ελέγξεις είναι αν υπάρχει δικαιοσύνη, όχι ποιος είναι ο ταραξίας. Σε αυτή τη διαδικασία ο Πλάτων θέτει το ζήτημα του κύκλου της βίας. Δηλαδή ότι πρέπει αυτοί που θα νικήσουν σε μία διαμάχη να βάλουν νόμους οι οποίοι δεν θα μνησικακούν, αλλά θα είναι τέτοιοι, ώστε να μπορούν και οι νικητές και οι νικημένοι οποιασδήποτε διαμάχης να τους ακούσουν, χωρίς αποκλειστικά να υπηρετούνται τα συμφέροντα των μεν ή να θίγονται οι επιθυμίες των δε.
Το κείμενο ξεκινά με ένα αίτημα πολύ συγκεκριμένο. Είναι μία ομάδα νεαρών οι οποίοι, μετά από πολλές περιπέτειες, έχουν ξανακερδίσει την εξουσία των Συρακουσών. Αυτοί τυχαίνει λοιπόν να είναι από το στρατόπεδο του Δίωνος και του Πλάτωνος. Ξεκινά, λοιπόν, ο Πλάτων να τους απαντήσει στην πρόσκλησή τους να πάει να τους βοηθήσει. Και αυτός θέτει το ζήτημα: «Είσαστε όντως στο ίδιο πνεύμα με το Δίωνα και με μένα;». Και για να απαντήσει σε αυτό, ξαφνικά κάνει μια τεράστια διαδρομή. Ξεπιάνει και μας λέει τη ζωή του από την αρχή, πράγμα καθόλου αναμενόμενο. Δηλαδή είναι σαν να σε ρωτάω εγώ πώς θα πάω στο Σύνταγμα και εσύ αρχίζεις να μου εξηγείς πώς χρησιμοποιεί κανείς το μετρό. Σε αυτό το ταξίδι, λοιπόν, ξεκινάει από την αρχή της ζωής του για να φτάσει σιγά-σιγά στη συνάντηση με το Δίωνα.
Συνυφαίνονται το προσωπικό, το φιλοσοφικό και το πολιτικό
Ο Δίων είναι ο πρώτος μαθητής του Πλάτωνος και κατά την παράδοση λέγεται ότι μάλλον ήταν και ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του. Είναι, λοιπόν, η κλωστή που μας συνδέει με τα πολιτικά, τα προσωπικά και τα φιλοσοφικά πράγματα που πραγματεύεται η επιστολή. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτά μέσα στο κείμενο δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις. Το πολιτικό, το προσωπικό και το φιλοσοφικό είναι όλα ένα και νομίζω ότι αυτό έχει μία εξαιρετική επικαιρότητα σήμερα που διαρκώς τίθεται το ζήτημα μιας διάσπασης είτε της ατομικής ευθύνης, είτε των διαφόρων κοινοτήτων, και μετά μιας γεωπολιτικής στην οποία δεχόμαστε πολύ εύκολα τη λογική του αναρχικού παγκόσμιου συστήματος. Για τον Πλάτωνα, η διάκριση αυτή δεν μπορεί να γίνει.
Μέσα στην πολιτική περιπέτεια συμβαίνουν πάρα πολλά. Ο Πλάτων σαν αρχαίος άνθρωπος μοιάζει να αισθάνεται διαρκώς ότι πρόκειται για ένα χαοτικό σύστημα. Γι’ αυτό διαρκώς μιλάει για την τύχη και για την εύνοια των θεών. Οτιδήποτε, δηλαδή, δεν είναι ότι, αν εσύ το σχεδιάσεις σωστά, θα σου βγει. Δίνει μια αίσθηση ότι το πολιτικό πεδίο είναι ένα πεδίο εξαιρετικά εύθραυστο και απρόβλεπτο. Οπότε μέσα στη συζήτηση που αφορά στην πολιτική μπαίνει κατ’ εξοχήν η ηθική και η φιλοσοφία.
Τα πιο σημαντικά πράγματα που ο Πλάτων ουδέποτε έγραψε
Πιστεύετε ότι σήμερα θα μπορούσε να συνυφανθεί ξανά η προσωπική ζωή, η πολιτική και η φιλοσοφία;
Α.Μ. Το ερώτημα για μας είναι εμείς, και ως Ελλάδα αλλά και ως Ευρώπη, ποια ηθική έχουμε σήμερα και ποια φιλοσοφία. Και σε αυτό το κομμάτι είναι ξαφνικά που είναι φοβερά επίκαιρη η επαναφορά του Πλάτωνος, γιατί διαρκώς τον επικαλούμαστε ως «δικό μας» με έναν τρόπο ο οποίος φαντάζει αυταπόδεικτος, αλλά ο οποίος μέσα σε αυτό το κείμενο φαίνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ. Δηλαδή δεν είναι απλά ότι τώρα είμαστε σε παρακμή. Είναι ότι μάλλον απλά τώρα αναδύονται ελλείμματα τα οποία μπορέσαμε για κάποιο καιρό να τα παρακάμψουμε και τώρα έχουν ωριμάσει τα πράγματα τόσο ώστε πρέπει πλέον να τα αντιμετωπίσουμε.
Για να το κάνω πιο συγκεκριμένο, ο Πλάτωνας μέσα σε αυτό το κείμενο έχει την περίφημη «φιλοσοφική παρέκβαση», όπως την ονομάζει η σύγχρονη φιλολογική παράδοση. Σε αυτή τη φιλοσοφική παρέκβαση λέει ένα από τα πιο σοκαριστικά πράγματα, όχι μόνο σε σχέση με την επιστολή, αλλά πιθανά σε όλο το σώμα των έργων του: Λέει ότι τα πιο σημαντικά πράγματα δεν μπορούν να γραφτούν και ότι ο ίδιος δεν θα τα έγραφε ποτέ. Οπότε όποιος θεωρεί ότι η μελέτη των έργων του είναι επαρκής, για να βγάλει ένα συμπέρασμα, πλανάται πλάνην οικτρά.
«Όσοι γράφουν τι είπα δεν έχουν καταλάβει τίποτα»
Και τι γίνεται με όλους τους φιλοσόφους και μελετητές που είναι έκτοτε οι «υποσημειώσεις» στο πλατωνικό corpus;
Α.Μ.: Αυτό που λέει, ουσιαστικά, ο Πλάτων είναι: «Παρατηρώ ότι αρχίζουν να βγαίνουν βιβλία που λένε τι είπα και αυτό με ενοχλεί. Αυτοί που γράφουν αυτά τα έργα δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε». Ο Πλάτων, δηλαδή, προσπαθεί από νωρίς όχι μόνο να απαντήσει σε αυτούς τους νεαρούς που τον καλούν να εμπλακεί ξανά στα πολιτικά πράγματα, αλλά προσπαθεί σε αυτό το κείμενο να μιλήσει και σε όσους θα τον επικαλεστούν στους επόμενους αιώνες. Υπ’ αυτή την έννοια απευθύνεται σε μας. Με το που έρχονται τα πρώτα βιβλία που συνοψίζουν τι είπε ο Πλάτων, αυτός επιλέγει να δημιουργήσει ένα ανάχωμα σε μια θετικιστική προσέγγιση και ερμηνεία των κειμένων του, στην ποσοτικοποίηση και περιγραφή εν γένει της σκέψης του.
Απευθυνόμενος στην εποχή μας ο Πλάτων στην πραγματικότητα λέει: «Οποιοσδήποτε μιλάει για μία απομαγευμένη πραγματικότητα δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με το έργο μου». Άρα ως Δύση και ως Ελλάδα σήμερα πρέπει να διαλέξουμε: Ή θα ανοίξουμε την πόρτα απέναντι σε έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει ένα φως το οποίο μας υπερβαίνει όλους, προς το οποίο τείνουμε και το οποίο κατά τον Πλάτωνα ποθεί η ψυχή, ή θα μείνουμε σε μία προσέγγιση η οποία δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε τώρα, ούτε και πριν στην πραγματικότητα, τον Πλάτωνα, μια προσέγγιση θετικιστική, η οποία θεωρεί ότι τα πράγματα μπορούν να προσομοιωθούν μέσα από μηχανές και μπορούν να χωρέσουν μέσα στη λογική των αγορών ή της ισχύος.
Πέρα από την κυνική αντιμετώπιση της πολιτικής
Επομένως, στην παρουσίαση της 7ης Επιστολής στο Φεστιβάλ Αθηνών έχετε κατά νου κυρίως τη σύγχρονη Ελλάδα;
Α,Μ.: Την εποχή του Ελύτη και του Σεφέρη, η Ελλάδα είχε μια αίσθηση ότι μπορούσε να προτείνει κάτι. Αυτό το αντλούσε από κάποιες πηγές: από έναν απόηχο της αρχαιότητας, από μία επανανακάλυψη του Βυζαντίου, πολύ επιλεκτική και φιλτραρισμένη από τη Δύση, αλλά καλοπροαίρετη, από μια λαϊκή παράδοση η οποία βεβαίως, πάντα ευάλωτη, μπορούσε να ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους που βόλευαν οποιαδήποτε πολιτική, εθνική ή ακόμα και κομματική ανάγκη. Υπήρχε, όμως, ένα υπέδαφος το οποίο ήταν ακόμα ζωντανό. Υπήρχε ένας αγροτικός πληθυσμός και πολιτισμός. Αυτή τη στιγμή αυτά τα υλικά πάνω στα οποία χτίζαμε δεν υπάρχουν, δεν έχουμε πια αυτά τα σωσίβια. Οπότε το ερώτημα του ήθους είναι απολύτως απαραίτητο να τα βάλουμε μέσα στη συζήτηση όταν μιλάμε για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη. Και νομίζω ότι οι τελευταίες εξελίξεις στον πόλεμο στο Ιράν και, θα έλεγα με έναν τρόπο παράξενο, και στον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά λιγότερο κατά τη γνώμη μου, το φέρνουν στην επιφάνεια.
Με ποιο τρόπο το φέρνουν στην επιφάνεια;
Α.Μ.: Το Ιράν αναδεικνύεται ως ένα πολιτισμικό κράτος. Βλέπουμε ότι και ως τέτοιο καταδικάζεται μέσα από υπεραπλουστευτικές ερμηνείες με βάση τα δικά μας πολιτιστικά δεδομένα. Αλλά κάποιος σήμερα μπορεί να σταθεί στα πόδια του, μόνο αν έχει μία πολιτισμική αναφορά και συνέπεια. Το Ιράν δεν είναι ένα κράτος το οποίο άγεται και φέρεται από κυνικό καιροσκοπισμό και γι’ αυτό μπορεί να έχει μια κοινωνία η οποία παλεύει για κάποιο σκοπό και έχει συζητήσεις και συγκρούσεις που μπορεί να είναι παραγωγικές. Δεν είναι αυταξία η ισχύς. Αυτό είναι μία γόνιμη συζήτηση την οποία εμείς διαρκώς αρνούμαστε να λάβουμε υπόψη. Δεν είναι ότι θα ήθελα να ζω στο Ιράν, αλλά σίγουρα η Ελλάδα στην οποία ζω μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μία κυνική δυστοπία και δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα όρια για να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου. Ο πολιτισμός, οι άνθρωποι του πολιτισμού, καλλιτέχνες, στοχαστές, δημοσιογράφοι, καλούνται τώρα να θέσουν τα ερωτήματα πριν είναι αργά.
Ο αποφατισμός των πλατωνικών Νόμων
Η ιρανική επανάσταση είχε όντως την πλατωνική Πολιτεία ως αφετηρία έμπνευσης, με τους νομομαθείς να παίζουν τρόπον τινά τον ρόλο των φιλοσόφων και τους Φρουρούς της Επανάστασης αυτόν των φυλάκων. Από την άλλη, ο Πλάτων έχει κατηγορηθεί από μεγάλο μέρος της φιλελεύθερης διανόησης, με χαρακτηριστική περίπτωση τον Καρλ Πόπερ, για ολοκληρωτισμό, λόγω της εξορίας των ποιητών από την Πολιτεία κ.ο.κ. Εσείς δεν βρίσκετε παρόμοια στοιχεία ολοκληρωτισμού ή αυταρχισμού στον Πλάτωνα;
Α.Μ.: Νομίζω ότι το κείμενο του Πόπερ έχει γεράσει άσχημα. Και διασώζεται μόνο στην εκλαϊκευμένη συζήτηση γύρω από τον Πλάτωνα. Σε όσους πραγματικά μελετούν τα κείμενα είναι ένα έργο που εξηγείται πολιτικά και μέσα στην εποχή του, στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, όταν χρειάζονταν διανοητικά εργαλεία για να συγκροτηθεί μία τελείως νέα συζήτηση και πραγματικότητα. Κατά τα άλλα είναι ένα πολύ αδύναμο κείμενο το οποίο μάλλον θέλει να πει κάτι πολύ σοβαρό και χρησιμοποιεί τον Πλάτωνα για να το φέρει στην επιφάνεια.
Η Ζ’ επιστολή σαφώς δεν επιτρέπει, με μία αποφατική τάση που έχει διαρκώς, τα πράγματα να ακινητοποιηθούν σε κείμενα, άρα και σε συστήματα. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι ο Πλάτων έχει μια έπαρση, είναι ήρωας, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται κανείς ότι παίρνει το πράγμα πολύ στα σοβαρά. Και, όταν μιλάει για τη σύνταξη των νόμων, δεν θεωρεί ότι οι νόμοι υπάρχουν αφηρημένα. Λέει ουσιαστικά στους Σικελούς: «Πρέπει να φτιάξετε τους δικούς σας νόμους, να καλέσετε από όλη την Ελλάδα ανθρώπους που να είναι σοφοί και αυτοί να καθίσουν να φτιάξουν νόμους οι οποίοι δεν θα έχουν μια πραγματικότητα ιδεαλιστική, αλλά απολύτως χειροπιαστή». Το στερεότυπο ότι ο Πλάτων υποτιμά την πραγματικότητα καταρρίπτεται, και στο θέμα της σύνταξης των νόμων αλλά και μετά, όταν εξηγεί για ποιο λόγο τα πράγματα δεν λέγονται· δεν οδηγείται σε μία μυστικιστική αφαίρεση, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να μελετήσουμε πολύ λεπτομερώς τον μη επαρκή κόσμο των λέξεων, των ορισμών και των εικόνων.
«Να ξαναβρούμε το θαυμαστό στην πολιτική»
Πώς αυτή η αποφατική προσέγγιση μπορεί να αποτυπωθεί σε μια παράσταση;
Α.Μ. Η πρώτη επιθυμία είναι να ακουστεί το κείμενο. Το κείμενο αυτό όμως δεν είναι θεατρικό. Οπότε του λείπουνε κάποια στοιχεία τα οποία θα βοηθούσαν το κοινό να κάνει αυτό το ταξίδι μαζί μας. Καλούμαστε να μετατρέψουμε το κείμενο σε μια εμπειρία σχεδόν ιμπρεσιονιστική που θα μεταγγίζει τα τρία επίπεδα, το προσωπικό, τον φιλοσοφικό και το πολιτικό. Προσπαθούμε να δώσουμε ανάσες και να δείξουμε ότι αυτό που κάνουμε είναι υποκειμενικό. Για αυτό εμφανίζομαι στη σκηνή και δείχνω ότι κάνουμε μία προσέγγιση, χωρίς να αξιώνουμε να δείξουμε τι είπε ο Πλάτων. Είναι ένα κείμενο απολογισμού με προσωπικό χαρακτήρα. Γιατί στην Ζ’ επιστολή φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Πλάτων δεν ήθελε να παγιώσει ένα σύστημα. Αυτό τεκμαίρεται και από το γεγονός ότι ο διάδοχος του Πλάτωνος στην Ακαδημία Αθηνών δεν δεχόταν καν τη θεωρία των ιδεών. Η Ακαδημία, επομένως, ήταν ένας χώρος απροϋπόθετης αναζήτησης και ως τέτοιος κράτησε για αιώνες. Η Ακαδημία ακριβώς συνδέεται με τον Δίωνα που είχε συνδράμει στην ίδρυσή της, καθώς η ζωή του είχε αλλάξει άρδην από τη γνωριμία του με τον Πλάτωνα και αποφάσισε να αναζητήσει την αρετή.
Το έργο του Πλάτωνος θεωρείται ότι κάνει τρεις κύκλους, τους πρώτους διαλόγους, μετά τη γνωριμία με τον Δίωνα και τη στροφή στη διδασκαλία και μετά τους ύστερους διαλόγους. Φαίνεται ότι η διδασκαλία και η συγγραφή είναι δραστηριότητες που ανταγωνίζονται η μία την άλλη για τον Πλάτωνα. Όπως φαίνεται και ότι η ιστορία με τον Δίωνα δεν ήταν απλά μια περιπέτεια. Πλάτων και Δίων άλλαξαν ο ένας τη ζωή του άλλου. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι η πολιτική μπορεί να αναφέρεται στο θαυμαστό, στο εντελώς άλλο. Το έργο του Πλάτωνος καταδικάζει μια κυνική αντίληψη του κόσμου και της πολιτικής.
Στον Πλάτωνα πηγαίνω γιατί είναι ένα πεδίο με το οποίο μπορούμε να ξανασυζητήσουμε με τρόπο τολμηρό και εμπνευσμένο πράγματα που θεωρούντο κλεισμένα από όσους είχαν τοποθετήσει τον Πλάτωνα ως την απαρχή του δυτικού πολιτισμού. Το ενδιαφέρον με την Ζ’ επιστολή είναι ότι ενώ γράφεται τη στιγμή που φαινόταν ότι τελείωνε το πλατωνικό εγχείρημα, είναι τέτοια η φύση του πλατωνικού επιχειρήματος που δείχνει τη δυνατότητα μιας αρχής μέσα από την κόπωση, προτείνοντας μια αφετηρία. Ο νέος κόσμος που θα έρθει χρειάζεται να έχει κάποια χαρακτηριστικά, όπως τη σύνδεση του προσωπικού με το πολιτικό. Αυτό είναι και το νόημα του συνδέσμου της ψυχής με την πόλη. Αυτό που μας λείπει σήμερα είναι να βρούμε αυτό το θαυμαστό στην πολιτική. Με αυτή την αίσθηση του θαυμαστού μπορούμε να ξαναμπούμε στη συζήτηση για τη νεωτερικότητα. Είναι καιρός να ξανασκεφτούμε την πολιτική ως τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να ζούμε μαζί.
Ο Πλάτων ως παιδική ηλικία της Δύσης
Στο έργο βλέπουμε την εμφάνιση ενός παιδιού 6 ετών και μετά ενός παιδιού 12 ετών. Γιατί διαλέγετε ένα παιδί για να μας εισαγάγει στον Πλάτωνα;
Α.Μ.: Τα παιδιά έχουν την πιο βαθιά, την πιο ριζική φιλοσοφικότητα. Μετά η φιλοσοφία έχει καταντήσει ένα τεχνικό ζήτημα, ένα θέμα ευφυίας χωρίς την οδύνη που προσιδιάζει στη φιλοσοφία. Στο παιδί αυτά είναι όλα ακέραια. Κάθε ερώτηση είναι θέμα ζωής και θανάτου. Επίσης, όμως, αυτό συμβαίνει επειδή ο Πλάτων είναι η παιδική ηλικία που διαλέξαμε. Όχι η πραγματική μας παιδική ηλικία, η οποία μάλλον είναι ο δυτικός Μεσαίωνας. Ο Πλάτων είναι η φαντασιακή παιδική ηλικία που διάλεξε η Ευρώπη, επειδή ήθελε να αποκρύψει ότι στην πραγματικότητα είναι συνέχεια του Ανσέλμου και των σχολαστικών. Ο Πλάτων είναι, λοιπόν, η παιδική ηλικία που διαλέξαμε και αυτό είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον αν σκεφτεί κανείς ότι εδώ έχουμε έναν Πλάτωνα που είναι γέρος.
«Οι πλατωνικές ιδέες είναι ένα αγκάλιασμα της φθοράς»
Το ερώτημα είναι γιατί αναζητούμε ως Ευρωπαίοι τον Πλάτωνα; Για να καταλάβουμε την πορεία μας ή για να νομιμοποιήσουμε προνόμια; Όταν, όμως, γυρίζει κανείς στον Πλάτωνα διαψεύδονται πολλά στερεότυπα, βλέπουμε λ.χ. ότι η στροφή στις ιδέες προκύπτει από μια επιθυμία να διασωθεί ο υλικός και πραγματικός κόσμος, να αγκαλιαστεί η φθορά. Η συζήτηση περί ελευθερίας αφορμάται από τη σύνδεση με την προσωπική ηθική και τη σχέση με το σώμα, καθώς ελεύθερος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που είναι κύριος του εαυτού του και έχει κυριαρχήσει στα πάθη του. Αυτό είναι πολιτική προϋπόθεση όχι με όρους προσωπικής ευθύνης, αλλά επειδή όταν θες να ασχοληθείς με την πολιτική πρέπει πρώτα να ασχοληθείς με το να παλέψεις να γίνεις κύριος του εαυτού σου. Και εκεί ξαφνικά παιδεύεται κανείς.
Βέβαια όλο αυτό μας ξαναπάει στη σύνδεση που κάνει στην Πολιτεία με την πόλη και την ψυχή, η οποία στην ουσία πάλι προσπαθεί να λύσει το ίδιο πρόβλημα. Είναι ότι όποια πολιτική θεωρία και να έχεις, αν δεν έχεις δουλέψει τον εαυτό σου, να μην είσαι κακεντρεχής, εμπαθής, ανελεύθερος και με μικρότητες, δεν θα πας πουθενά. Είμαστε αναγκασμένοι αυτή τη στιγμή να ασχοληθούμε με την κριτική του πολιτισμού. Να δούμε δηλαδή την πολιτική σαν κάτι το οποίο δεν ορίζει τον πολιτισμό μόνο, αλλά και ορίζεται από αυτόν. Όταν οι πολιτικοί θεσμοί δεν λειτουργούν, ο μόνος τρόπος για να τους ξανασκεφτούμε δεν είναι μια σκέψη πάλι πάνω στους θεσμούς αμιγώς. Πρέπει οπωσδήποτε να ξαναδούμε ποια είναι η θεμελίωσή τους. Στις εποχές όμως κρίσεως τότε παραδόξως το πολιτισμικό κομμάτι αρχίζει να αποκτά συγκριτικά μεγαλύτερη σημασία από ό,τι πριν.
Η φιλοσοφία έρχεται όταν αποτυγχάνει η πολιτική
Είναι σαφές μέσα στην 7η επιστολή ότι ο Πλάτωνας ξεκινάει απογοητευμένος και τελειώνει απογοητευμένος. Απλώς τελειώνει απογοητευμένος μεν, αλλά δεν είναι αποθαρρημένος δε. Είναι αξιοσημείωτο το πάθος και η επιμονή. Έχουμε μία αρκετά στρεβλή αντίληψη για την αρχαιότητα. Τοποθετούμε δίπλα-δίπλα την δημοκρατία, τη φιλοσοφία, την αρχαία τραγωδία. Αυτά δεν υπήρξαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο την ίδια στιγμή. Η φιλοσοφία έρχεται ακριβώς γιατί η πολιτική και η δημοκρατία ειδικά φαίνεται να αποτυγχάνει. Ο Πλάτων γεννιέται λίγο μετά τον θάνατο του Περικλέους, τη στιγμή που τελειώνει μια εποχή. Είναι επίσης η εποχή που δεν υπάρχουν πλέον οι μεγάλοι τραγικοί, αλλά ο Αγάθων, που είναι η τελευταία και όχι τόσο σημαντική στιγμή της αρχαίας τραγωδίας. Είναι η στιγμή που ο χορός έχει χάσει τη σημασία του και το αρχαίο δράμα είναι πολιτικά ασήμαντο. Ο χορός που ήταν η φωνή της πόλης τραγουδάει τραγουδάκια ιντερμέτζο, ενώ τα θέματα της τραγωδίας είναι ιδιωτικές υποθέσεις. Ο Αγάθων καταντάει ένας διασκεδαστής που ασχολείται με τις συναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων του. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει κανείς να καταλάβει την κριτική που κάνει ο Πλάτων στην αρχαία τραγωδία, επειδή επιθυμεί ένα άλλο θέατρο. Για αυτόν τον λόγο γράφει ένα θέατρο, τους διαλόγους. Ο Πλάτων είναι σαφέστατα σε μία εποχή ανάλογη με τη δική μας, μια εποχή βαθιάς κρίσης. Και η φιλοσοφία είναι πάλι η προσπάθεια στο πεδίο του πολιτισμού να εξετάσουμε το πεδίο της πολιτικής για να βρούμε τα θεμέλιά της.
