Ο αντισημιτισμός είναι […] στην πραγματικότητα ένα τελετουργικό τού πολιτισμού […] Τα θύματα είναι μεταξύ τους ανταλλάξιμα, ανάλογα με τη συγκυρία: αλήτες, Εβραίοι, Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, και το καθένα από αυτά μπορεί να πάρει τη θέση τού δολοφόνου και σκοτώσει με την ίδια τυφλή ευχαρίστηση μόλις αισθανθεί ισχυρό, επειδή ενσαρκώνει τον κανόνα. Δεν υπάρχει γνήσιος αντισημιτισμός και ασφαλώς δεν υπάρχουν γεννημένοι αντισημίτες. M. Horkheimer - T.W. Adorno, «Στοιχεία για τον αντισημιτισμό»

Ο αντισημιτισμός είναι […] στην πραγματικότητα ένα τελετουργικό τού πολιτισμού […] Τα θύματα είναι μεταξύ τους ανταλλάξιμα, ανάλογα με τη συγκυρία: αλήτες, Εβραίοι, Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, και το καθένα από αυτά μπορεί να πάρει τη θέση τού δολοφόνου και σκοτώσει με την ίδια τυφλή ευχαρίστηση μόλις αισθανθεί ισχυρό, επειδή ενσαρκώνει τον κανόνα. Δεν υπάρχει γνήσιος αντισημιτισμός και ασφαλώς δεν υπάρχουν γεννημένοι αντισημίτες. Οι ενήλικες στους οποίους η ιαχή για εβραϊκό αίμα έχει γίνει δεύτερη φύση δεν γνωρίζουν καλύτερα το γιατί απ’ όσο η νεολαία που καλείται να διαπράξει την αιματοχυσία. Οι υψηλοί εντολοδότες βέβαια, οι οποίοι το ξέρουν, δεν μισούν τους Εβραίους ούτε αγαπούν τους οπαδούς. Οι τελευταίοι όμως, που δεν ικανοποιούνται ούτε οικονομικά ούτε σεξουαλικά, μισούν χωρίς τελειωμό· δεν θέλουν να ανεχθούν καμία χαλάρωση επειδή δεν γνωρίζουν καμία εκπλήρωση.

 

  1. M. Horkheimer – T.W. Adorno, «Στοιχεία για τον αντισημιτισμό»1

 

 

Καθώς η δίκη τής Χρυσής Αυγής πλησιάζει στο κορύφωμά της, ένα δημοσιογραφικό ενδιαφέρον έχει ανακινηθεί και πάλι για το φαινόμενο —ή καλύτερα, το σύμπτωμα— αυτό που άφησε ένα οδυνηρό αποτύπωμα στην πρόσφατη πολιτική ζωή τής Ελλάδας· ενδιαφέρον που δεν παύει να συνδαυλίζεται, βέβαια, από την ανάδυση νεοναζιστικών μορφωμάτων παρόμοιου τύπου κυρίως στη Βόρεια και την πρώην Ανατολή Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Τί ακριβώς εκπροσωπούσε η Χρυσή Αυγή, και πώς να καταλάβουμε αυτού του είδους τα φαινόμενα στον σημερινό, ανεπτυγμένο λεγόμενο κόσμο;2

 

Εκείνο που εμφανίζεται κοινό σε όλα αυτά τα μορφώματα είναι μια κυρίαρχη ιδεολογία, ο επιθετικός εθνικισμός (που έχει σαν κύριο συστατικό του τον ρατσισμό), και μια κεντρική αναφορά, που είναι οι φασισμοί τού Μεσοπολέμου με παραδειγματικό πρότυπο τον γερμανικό ναζισμό. Τα σημερινά νεοναζιστικά κινήματα δεν είναι ταυτόσημα βέβαια με τους ιστορικούς τους προγόνους, υπάρχει ωστόσο μια δομική αντιστοιχία που αφορά κυρίως τους όρους τής γένεσής τους: αναδύονται σαν απονενοημένες αντιδράσεις τη στιγμή που ένας ολόκληρος λαός εξοντώνεται από τους παγκόσμιους κεφαλαιοκρατικούς μηχανισμούς ενώ του έχουν αποκλειστεί όλα τα μέσα πολιτικής διαπραγμάτευσης: αν κοιτάξει κανείς από πιο κοντά τα πράγματα, τέτοια ήταν η θέση στην οποία βρέθηκε η Γερμανία μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, μπροστά στη σαδιστική πολιτική των «Συμμάχων» που χρησιμοποίησαν αδίστακτα έναν συνδυασμό πολιτικής εξαπάτησης και απροσχημάτιστης βίας δημιουργώντας ένα μοιραίο δεδικασμένο στις πολιτικές εξελίξεις τού εικοστού αιώνα,3 τέτοια ήταν η θέση των πρώην Ανατολικών Χωρών μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ που τις άφησε έρμαια στη λεηλασία εκ μέρους των δυτικών κεφαλαιοκρατικών συνασπισμών, τέτοια ήταν και η θέση τής Ελλάδας απέναντι στο ευρωπαϊκό Διευθυντήριο, ένα ολοκληρωτικό στη δομή του μηχανισμό, απερίφραστο όργανο του ευρωπαϊκού εταιρικού και χρηματοοικονομικού κεφαλαίου, στη διάρκεια της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης που ήταν βεβαίως παγκόσμια, ωστόσο τα βάρη της φορτώθηκαν στους ώμους των οικονομικά ασθενέστερων κρατών τής ευρωπαϊκής περιφέρειας επειδή και μόνο ήταν λιγότερο ικανά να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.

 

Η συγκυρία αυτή εξηγεί ίσως τη στιγμή και τον τόπο εμφάνισης τέτοιων φαινομένων, επ’ ουδενί όμως εξαντλεί τις αιτίες τους. Κατ’ αρχάς, ένα ουσιώδες μέρος της φύσης τους μας διαφεύγει εάν επιμένουμε να τα θεωρούμε, όπως είναι κοινός τόπος, ως φαινόμενα καθαυτό πολιτικά. Αποκτούν μια πολιτική λειτουργία και χρησιμοποιούνται πολιτικά, βέβαια, ωστόσο υπάρχει στη ρίζα τους ένα πρόδηλα μη πολιτικό ή προ-πολιτικό στοιχείο, ένα στοιχείο ψυχολογικό, ακριβέστερα μιλώντας, που αποτελείται από ανεπεξέργαστο φόβο και τυφλό μίσος. Εκείνο που είναι αμέσως εμφανές στους οπαδούς τους, περισσότερο κι από το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο που έχει επανειλημμένα σχολιαστεί, είναι βάναυσες, σαδομαζοχιστικές και ψυχοπαθητικές χαρακτηρολογίες, κινητήρια δύναμη των οποίων είναι μια κυκλική ανατροφοδότηση του φόβου και του μίσους: ένας διάχυτος και ανεπεξέργαστος φόβος γεννάει την ανάγκη να ταυτιστούν μια ωμή και ανελέητη δύναμη, η οποία ενισχύει ακόμη περισσότερο τον φόβο και απαιτεί μια επείγουσα εκδραμάτιση· το μίσος είναι παράγωγο αυτής της διαδικασίας σαν εκτόνωση του αισθήματος κινδύνου και απειλής, και στρέφεται τυφλά προς τον πρώτο προσφερόμενο στόχο, που είναι κατά κανόνα ο πιο αδύναμος – όποιος κι αν είναι αυτός: και ο πιο πρόσφορος τέτοιος είναι συνήθως ο ξένος, ο περιθωριακός, ο μετανάστης, αυτός το οποίου το κοινωνικό status συνεπάγεται μειωμένη ισχύ και προστασία… Τέτοιες χαρακτηρολογίες αναπτύσσονται στη βάση τής κοινωνίας, συνήθως σε μη προνομιούχα στρώματα, και χρησιμοποιούνται πολιτικά από άλλες δυνάμεις, πολύ πιο ικανές για ορθολογικό σχεδιασμό.

 

Η ιδεολογία αυτών των ομάδων, αυτό που ονόμασα επιθετικό εθνικισμό, είναι επίσης μια αμετουσίωτη προβολή άγριων φαντασιώσεων κινδύνου και διαλυτικής εισβολής. Μπορεί κανείς να διακρίνει σε αυτό δύο κλίμακες, για το πω έτσι. Ο βιολογικός ρατσισμός, άγχος για την προστασία τής φυλετικής καθαρότητας, έχει καθαρά παρανοϊκό χαρακτήρα περί του οποίου δεν χρειάζεται κάποιος να επιχειρηματολογήσει πολύ: ξέρουμε καλά σήμερα ότι το γενετικό υλικό τής ανθρωπότητας είναι κοινό κάτω από τις πολλές φαινοτυπικές του παραλλαγές —ή δε διαφορά του από των ανώτερων ανθρωποειδών είναι ελάχιστη— και η ίδια η έννοια της «φυλής» ως περιφραγμένης γονιδιακής λίμνης είναι από τη φύση της μια παραληρηματική ιδέα. Ο πολιτισμικός ρατσισμός έχει έναν πιο ορθολογικό, φαινομενικά τουλάχιστον, χαρακτήρα και συνοψίζεται στην ιδέα ότι πρέπει να προστατευθεί η ιδιαιτερότητα των ηθών, των αξιών, των παραδόσεων και των τρόπων ζωής ενός λαού —και, οριακά, κάθε λαού— από αναμίξεις που οδηγούν στην αποδυνάμωση όλων. Οπωσδήποτε, η πολιτισμική ποικιλομορφία είναι πολύτιμος πλούτος για την ανθρωπότητα (όσο και η βιοποικιλότητα σε άλλο επίπεδο), και η εξάλειψη των πολιτισμικών διαφορών είναι ένας πραγματικός κίνδυνος στην εποχή τής ραγδαίας διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της δυναστευτικής επιβολής τού δυτικού μοντέλου πολιτισμού σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Όμως κανένας πολιτισμός δεν είναι κλειστή και αυτάρκης οντότητα διότι ο πολιτισμός είναι εξ ορισμού αναφορική έννοια,  δηλώνει πάντα μια ορισμένη γωνία πρόσληψης των άλλων πολιτισμών· η δύναμη, η αντοχή και η εμβέλεια οιουδήποτε πολιτισμού εξαρτάται ευθέως από την ικανότητά του να δεξιώνεται και ν’ αφομοιώνει στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, όσο το δυνατόν περισσότερους, και η συρρίκνωση αυτής της ικανότητας, το εντροπικό κλείσιμο στον εαυτό του, είναι ένδειξη παρακμής ενός πολιτισμού και προαναγγελία τής επικείμενης εξάλειψής του. Οι νεοεθνικιστικές ιδεολογίες των ημερών μας, απονενοημένη αντίδραση στους αληθινούς κινδύνους τής κεφαλαιοκρατικής παγκοσμιοποίησης, είναι στην πραγματικότητα ιδεολογίες πολιτισμικού θανάτου – ηχώντας την ίδια στιγμή σαν κύκνειο άσμα τής πολιτισμικής διαφοράς.

 

Αν ο ναζισμός (στην «κλασική» είτε στις αναθεωρητικές εκδοχές του) πρέπει να εννοείται πρωτίστως σαν μια μορφή ψυχοπαθολογίας, το αληθινό πολιτικό πρόβλημα που εγείρει έγκειται στο πώς χρησιμοποιείται, από ποιον και για ποιον σκοπό. Στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες ο ναζισμός και οι συνοδευτικές του πρακτικές δεν υιοθετούνται από τις κυρίαρχες τάξεις, αυτές οι οποίες έχουν την πολιτική εξουσία στα χέρια τους, απεναντίας καταδικάζεται ρητορικά. Οπουδήποτε όμως σε αυτές τις κοινωνίες νεοναζιστικές οργανώσεις και κινήματα αποκτούν υπολογίσιμο όγκο και δημόσια παρουσία —και η Ελλάδα είναι ίσως το πιο ενδεικτικό παράδειγμα— γίνεται πάντα υπό καθεστώς ιδιότυπης ανοχής, ή και σαφούς ενθάρρυνσης, από ένα σύνθετο θεσμικό πλέγμα που περιλαμβάνει ασφαλώς την αστυνομία, το δικαστικό σύστημα, τους πολιτικούς προϊσταμένους του κι ένα ορισμένο κομμάτι τής «κοινής γνώμης». Γιατί; Διότι, προερχόμενες οι ίδιες κατά κανόνα από στερημένα λαϊκά στρώματα, οι φασιστικές συμμορίες προσφέρουν μιαν ανεκτίμητη υπηρεσία στις κυρίαρχες τάξεις – και αυτό ίσχυε πάντα, με τον ίδιον τρόπο και τηρουμένων των αναλογιών, τόσο για την ιστορική μορφή τού ναζισμού όσο και για τα θολά νεοναζιστικά μορφώματα των ημερών μας: είναι το κατεξοχήν εργαλείο δια του οποίου παροχετεύεται σε ακίνδυνους στόχους το δικαιολογημένο μίσος των λαϊκών τάξεων για τις ίδιες τις κυρίαρχες τάξεις – διότι το μεγάλο στοίχημα όλων των εκμεταλλευτών είναι ακριβώς να μην επιτρέψουν στις μάζες να δουν την πηγή τής εκμετάλλευσής τους. Αυτός είναι συνοπτικά ο μηχανισμός τού φασισμού.

 

Αυτό είναι δια γυμνού οφθαλμού εμφανές στην περίπτωση της Ελλάδας και της Χρυσής Αυγής. Η νεοναζιστική οργάνωση έκανε μια εντυπωσιακή είσοδο στην πολιτική σκηνή, φτάνοντας μέχρι του σημείου να εξασφαλίσει αθρόα κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης τού υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, και ειδικότερα εν αναμονή μιας πολύ ευρύτερης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που όχι μόνο θα έθετε σε οδυνηρή δοκιμασία την ελληνική κοινωνία αλλά και, για τους ίδιους λόγους, θα πυροδοτούσε ένα μαζικό κίνημα του οποίου η δράση οδηγούσε αναπόδραστα σε άνοδο —και διαφαινόμενη πολιτική νίκη— της Αριστεράς. Πριν από τις εκλογές τού 2012 και του 2015 υπήρξαν άνθρωποι —το ξέρω από προσωπική πείρα— που ταλαντεύονταν αν θα έπρεπε να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ ή Χρυσή Αυγή (!) Το εξωφρενικό αυτό γεγονός μαρτυρεί όχι μόνο τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό μεγάλου μέρους μιας κοινωνίας πολιτικά ανώριμης σε μία στιγμή που απαιτούσε εξαιρετικά ριψοκίνδυνες αποφάσεις, όχι μόνο το εύρος των ψηφοφόρων που μπόρεσε να αλιεύσει εκείνη την κρίσιμη στιγμή η Χρυσή Αυγή στους οποίους δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε ιδεολογική ταυτότητα πέραν μιας ουσιαστικά απολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά και, κυρίως, την αντικειμενική σκοπιμότητα που εξυπηρετούσε η παρουσία και η ενίσχυσή της.

 

Από πού ήρθε όμως η Χρυσή Αυγή; Μόνον οι πολιτικά αφελείς θα εκπλήσσονταν από την εμφάνισή της. Στην Ελλάδα υπήρχε μια μακρά παράδοση εγκληματικής ακροδεξιάς, κληρονομιά των νικητών τού Εμφυλίου από τους οποίους συστήθηκε η μεταπολεμική κυρίαρχη τάξη, θεσμοποιημένη στο μεταμφυλιακό παρακράτος κι ενισχυμένη από τους δυτικούς «συμμάχους» που εν τοις πράγμασιν διοικούσαν τη χώρα, η οποία όρισε την πολιτική ζωή άλλωστε τα χρόνια τής Απριλιανής δικτατορίας. Προπύργιό της ήταν ανέκαθεν τα σώματα ασφαλείας, οι υπηρεσίες πληροφοριών και ο στρατός, ένα στρώμα στεγανό με δικές του επιδιώξεις και σχεδιασμούς, αποκομμένο εν πολλοίς από την ευρύτερη κοινωνία και θρεμμένο με φονικό αντικομμουνισμό. Μετά τη μεταπολίτευση, όταν παντού στον αέρα κυκλοφορούσε το αίτημα της «αποχουντοποίησης», το στρώμα αυτό κρύφτηκε στη φυσική του μήτρα, στο μεγάλο, σοβαρό, «δημοκρατικό» κόμμα τής ελληνικής Δεξιάς, τη Νέα Δημοκρατία – παράλληλα με περιστασιακές απόπειρες για δημιουργία μικρών ακροδεξιών κομμάτων που όμως αποδείχθηκαν βραχύβια, ή ακόμη και σε θυλάκους τού ίδιου τού ΠΑΣΟΚ που η θολή του «σοσιαλιστική» ρητορεία άφηνε σκόπιμα περιθώρια εθνικιστικών ερμηνειών. Από εκεί ακριβώς βγήκε για ν’ αναδυθεί σε αυτόνομο σχήμα η νεοφασιστική οργάνωση, και η στιγμή τής πιο θεαματικής της ανόδου συμπίπτει με τη στιγμή τής μέγιστης καταρράκωσης της ελληνικής θεσμικής Δεξιάς – την περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά.

 

Η θεσμική στήριξη της Χρυσής Αυγής από το ελληνικό «βαθύ κράτος», ιδίως από την αστυνομία και το δικαστικό σύστημα, μπορεί να υπήρξε κατάφωρη επί κυβερνήσεως Σαμαρά, συνεχίστηκε όμως αταλάντευτα και στις προσεχείς συνθήκες της λεγόμενης «αριστερής διακυβέρνησης», εν μέρει ως απόπειρα τροχοπέδησής της, με τη διαρκή ανοχή τού κατεστημένου πολιτικού συστήματος και των υψηλών εντολοδοτών του. Αυτή την προκλητική μεροληψία των διωκτικών αρχών και του δικαιοδοτικού μηχανισμού επιχείρησε να εκθέσει πρόσφατα ένας διακεκριμένος νομικός, επιχειρώντας μιαν αποκαλυπτική σύγκριση των δύο διασημότερων δικών τής τελευταίας εικοσαετίας στην Ελλάδα, της «17 Νοέμβρη» και της «Χρυσής Αυγής». Ας μου επιτραπεί να παραθέσω ένα μακροσκελές απόσπασμα από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του, επειδή ακριβώς φωτίζει τα γεγονότα με τον μοναδικό τρόπο τού εκ των έσω γνώστη:

 

Ας προσφύγουμε σε μερικά νομολογιακά παραδείγματα, πρόσφατα και απώτερα, ώστε να φωτισθεί η ταξικότητα της ελληνικής δικαιοσύνης […] Ας συγκρίνουμε την δίκη τής «17 Νοέμβρη» με την δίκη τής «Χρυσής Αυγής»! Πρώτα, όμως, ας κάνουμε μιαν ορολογική διευκρίνιση, άγνωστη μεν στους μη νομικούς, σπουδαίας σημασίας όμως στην ανάλυση του ζητήματος που μας απασχολεί. Η έννομη σχέση τής ποινικής δίκης δεν ταυτίζεται νομικώς με την επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Η πρώτη είναι πολύ ευρύτερη της δεύτερης, η δεύτερη αποτελεί τμήμα, στάδιο της πρώτης. Η ποινική δίκη αρχίζει από την προκαταρκτικήν εξέταση που διενεργείται προκειμένου να διαπιστωθεί αν ετελέσθη έγκλημα και ποιος ο δράστης τούτου, συνεχίζεται με την επακολουθούσα άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και τη διενέργεια προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης ώστε, αφού συγκομισθεί το απαραίτητο ανακριτικό-αποδεικτικό υλικό, ακολουθεί η παραπομπή τού κατηγορούμενου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, είτε κατόπιν βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου είτε με απευθείας κλήση. Το Δικαστήριο αποφαίνεται με βάση το συγκομισθέν κατά την προδικασία (προκαταρκτικήν εξέταση, προανάκριση, κύρια ανάκριση) ανακριτικό υλικό και την προφορική διαδικασία τού ακροατηρίου. […] Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, αυτή διενεργείται από την αστυνομία αυτεπαγγέλτως άνευ προηγούμενης παρέμβασης του Εισαγγελέα και χωρίς την άσκηση υπ’ αυτού της δέουσας ποινικής δίωξης «λόγω κινδύνου εκ της αναβολής» (στην Ελλάδα δεν υπάρχει δικαστική αστυνομία). Πρόκειται για ίδιαν μορφήν προκαταρκτικής εξέτασης που συνηθίζεται να αποκαλείται, έστω καταχρηστικώς, «αστυνομική προανάκριση». Η τελευταία έχει ιδιάζουσα σπουδαιότητα και αποφασιστική, ενίοτε δε, καθοριστική σημασία στην έκβαση της δικαιοδοτικής κρίσης. Συνήθως είναι ταχύτατη, πράγμα που σημαίνει μέγιστη ευχέρεια στην συγκομιδή αποδεικτικού υλικού καθοριστικής σημασίας για την δικαιοδοτική κρίση∙ είναι πολυπρόσωπη, μια και διενεργείται όχι από έναν ανακριτικό υπάλληλο αλλά από πολλούς ταυτόχρονα, γεγονός που επιμερίζει τα καθήκοντα και καθιστά την εκπλήρωσή τους τάχιστη, έγκυρη και πλήρη (με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του Ν. 2226/1994 άπαντες οι αστυνομικοί τής ΕΛΑΣ, μηδέ των αστυφυλάκων εξαιρουμένων που διέπονται από τον νόμο αυτόν, είναι ανακριτικοί υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 33 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) […] Με αυτό τον τρόπο, εφόσον υπάρχει η απαραίτητη πολιτική και υπηρεσιακή βούληση, το αυθωρεί συγκομισθέν ανακριτικό-αποδεικτικό υλικό είναι πλήρες και επαρκές, πράγμα που υποχρεωτικώς σημαίνει ότι: α) ο Εισαγγελέας, ενώπιον του οποίου τίθεται το προανακριτικό υλικό, ουδεμίαν δυσχέρεια θα αντιμετωπίσει προκειμένου να ασκήσει την δέουσα ποινική δίωξη. Η τελευταία δεν συνάγεται απλώς απ’ το συγκομισθέν ανακριτικό υλικό αλλά επιβάλλεται απ’ αυτό· β) ο Ανακριτής που θα αναλάβει την διενέργεια της κύριας ανάκρισης, μια και δεν έχει δικονομικήν υποχρέωση να επαναλάβει τις ανακριτικές πράξεις τής ήδη διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης, θα ’χει να επιτελέσει έργον ευχερές […] το οποίο βεβαίως και θα περαιώσει, φυσικώ τω λόγω, τάχιστα· γ) λόγω της πληρότητας του συγκομισθέντος ανακριτικού-αποδεικτικού υλικού, η δικαιοδοτική κρίση τού Εισαγγελέα, του Δικαστικού Συμβουλίου και του Δικαστηρίου θα είναι εκ των πραγμάτων ευχερής και γρήγορη. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει η συνεκτικότητα και αλληλεξάρτηση των διαφόρων σταδίων τής έννομης σχέσης τής ποινικής δίκης και αναδύεται ανάγλυφα η καθοριστική σημασία τής «αστυνομικής προανάκρισης» για το αποτέλεσμα της δικαιοδοτικής κρίσης προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση. Και όλ’ αυτά υπό ομαλές πολιτικές συνθήκες· δηλονότι δεν αναφερόμαστε σε καταστάσεις «θεμιτής παρανομίας» (illégalité legitime) ούτε «παρακρατουμένης δικαιοσύνης».

 

Ας επανέλθουμε στην δίκη —ο όρος με την προδιαληφθείσα έννοια της δικονομικής έννομης σχέσης τής ποινικής δίκης— της «17 Νοέμβρη». Με το που κατελήφθη ένας εκ των δραστών «εν τω πράττεσθαι» επελήφθησαν του πολυσήμαντου συμβάντος πολυάριθμοι ταυτόχρονα αστυνομικοί ανακριτικοί υπάλληλοι οι οποίοι, με την συγχρονισμένη τεχνική συνδρομή τής «επιστημονικής αστυνομίας» (λ.χ. υπηρεσίας εγκληματικών ερευνών, εργαστηρίων χημικής και βιολογικής ανάλυσης. κλπ.) συγκέντρωσαν αξιόπιστο ανακριτικό υλικό, άνευ ουδεμιάς βραδύτητας, το οποίο στην συνέχεια τέθηκε στην διάθεση του Εισαγγελέα ποινικής δίωξης και του τακτικού Ανακριτή. Ο τελευταίος, λόγω της πληρότητας του συγκομισθέντος ήδη υπό της αστυνομίας ανακριτικού υλικού και μη έχων δικονομικήν υποχρέωση επανάληψης των προανακριτικών πράξεων, επεραίωσε την διενεργηθείσα κύρια ανάκριση ευχερέστατα και τάχιστα. Ακολούθως, το Δικαστικό Συμβούλιο και το Δικαστήριο, που συνεδρίαζε ανελλιπώς σε αίθουσα επαρκούς χωρητικότητας, λόγω της προαναφερθείσας πληρότητας του αποδεικτικού υλικού, ήχθη στη δικαιοδοτική του κρίση ευχερώς και τάχιστα. Έτσι, η δικαιοσύνη απενεμήθη.

 

Ωστόσο, στην περίπτωση της (διεξαγόμενης… ακόμα!) δίκης τής «Χρυσής Αυγής» τα πράγματα διαφορίζονται σπουδαίως: η αυτεπάγγελτη επέμβαση της αστυνομίας, συνεπεία τής ανθρωποκτονίας με πρόθεση εις βάρος τού Παύλου Φύσσα, ήταν εξαιρετικά πλημμελής, τελείως ασυντόνιστη κι εξωφρενικά αναποτελεσματική. Οι αστυνομικοί παρακολουθούσαν άπραγοι τον δράστη (της ανθρωποκτονίας με πρόθεση) πριν και κατά την εκτέλεση της αξιόποινης πράξης τού τελευταίου. Επενέβησαν και τον συνέλαβαν μετεγκληματικώς όταν ήδη είχε ολοκληρώσει ακωλύτως την εγκληματική του ενέργεια. Αυτή η συμπεριφορά τους συνιστά απλή συνέργεια στην ανθρωποκτονία με πρόθεση του φυσικού αυτουργού της, για την οποία όμως ουδέποτε εδιώχθησαν ποινικώς!

 

Το συγκομισθέν ανακριτικό υλικό δεν είχε συνεκτικότητα, δεν χαρακτηριζόταν από νομική και πραγματολογική πληρότητα αλλά από πρόδηλη ανεπάρκεια, γεγονός που ανάγκασε τον διενεργήσαντα την κύρια ανάκριση Ανακριτή να προβεί σε μακρόχρονες, εξαντλητικές προσπάθειες πλήρωσης των υφιστάμενων κενών, με άμεση συνέπεια την υπέρμετρη χρονική επιβράδυνση της διενεργηθείσας ανάκρισης μέχρι του σημείου να υποχρεωθεί το Δικαστικό Συμβούλιο να διατάξει την υποχρεωτική, κατά το Σύνταγμα, αποφυλάκιση των προσωρινά κρατουμένων κατηγορουμένων λόγω παρέλευσης του ανώτατου νομίμου χρονικού ορίου τής προσωρινής κράτησής τους. Αυτή η πενία τού συγκομισθέντος αποδεικτικού υλικού λειτουργεί ως βασική τροχοπέδη τής επ’ ακροατηρίου διαδικασίας δυσχεραίνοντας σπουδαίως το έργο τού Δικαστηρίου, τα δυστυχή μέλη τού οποίου ούτε απηλλάγησαν από τα λοιπά δικαιοδοτικά τους καθήκοντα ούτε έχουν την δυνατότητα της ανελλιπούς και άνετης εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης σε αίθουσα επαρκούς χωρητικότητας διότι τέτοια αίθουσα το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η Κυβέρνηση και η φυσική ηγεσία τής Δικαιοσύνης, καίτοι κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες, στάθηκε αδύνατο να ανεύρουν επί σειρά ετών!!! Η δίκη διεξάγεται ακόμα∙ έχει ήδη εκφυλισθεί, ανεξαρτήτως των προθέσεων των Δικαστών και του Εισαγγελέα, ενώ οι βασικοί κατηγορούμενοι κυκλοφορούν ελεύθεροι χωρίς να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο, καθό έχουν νόμιμο προς τούτο δικαίωμα.

 

Καθιερώθηκε νομοθετικά το δικαίωμα απουσίας τού κατηγορουμένου από την διεξαγόμενη κατ’ αυτού δίκη με εκπροσώπησή του από τον εντολοδόχο δικηγόρο του ο οποίος, φυσικά, δεν μπορεί να «απολογηθεί» για λογαριασμό του εντολέα του (η συνείδηση του ανθρώπου δεν μεταβιβάζεται). Αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία είχε επαινεθεί από την εν γένει ελληνική Αριστερά ως «δημοκρατική κατάκτηση» με το αιτιολογικό ότι, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραιτείται του δικαιώματός του της προφορικής απολογίας του, γιατί εμείς να τον υποχρεώσουμε να παρασταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που θα τον δικάσει; Λησμόνησαν (;) οι εισηγητές και οι άκριτοι χειροκροτητές τού μέτρου τούτου ότι η απολογία είναι όχι μόνο μέσο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ως μονοσήμαντα και ανοήτως το εξέλαβαν (;) αλλά, ταυτοχρόνως, και αποδεικτικό μέσο απ’ το οποίο, φυσικώ τω λόγω, και δεν νομιμοποιείται να παραιτηθεί μια και δεν του ανήκει στο μέτρο τούτο!

 

Η ολιγωρία τής πολιτικής εξουσίας και της αστυνομίας στην πιο πάνω δίκη […] είναι πρόδηλη, εξοργιστική και βάναυση. Και ο λόγος μιας τέτοιας συμπεριφοράς; Οι «στανταρντενφύρερ» τής φασιστικής Χρυσής Αυγής δεν αντιπροσωπεύουν για την έννομη τάξη τής κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης μιαν οποιαδήποτε απειλή αλλά μιαν επιθυμητή ενίσχυση της δικής της δύναμης! Η κυβέρνηση και η «έννομη τάξη» της συναντά δυσχέρειες επικοινωνιακού τύπου στο να συντρίβει ανθρώπινα κρανία εν πλήρη ημέρα κι εν μέση οδώ. Οι φασίστες τής Χρυσής Αυγής, με γροθιές ογκωδέστερες του εγκεφάλου τους, το κάνουν με ευχαρίστηση αρκεί να έχουν την «κατανόηση» της έννομης τάξης. Και την έχουν όντως! Ο φασισμός εξ άλλου είναι η απάντηση τού καπιταλιστικού κόσμου στην σοσιαλιστική πρόκληση, είναι το πολιτικό σύστημα του μεγάλου κεφαλαίου όταν βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, είναι ο αφτιασίδωτος καπιταλισμός χωρίς τα πολιτισμικά βαρίδιά του και τις όποιες αναστολές του. Για την κυρίαρχη κοινωνική βούληση οι φασίστες τής Χρυσής Αυγής, ακόμη κι αν είναι φονιάδες τού κοινού ποινικού δικαίου, είναι «δικοί μας φονιάδες» και τους αντιμετωπίζουμε ως τέτοιους! Το ουσιαστικό «φονιάδες» ξεθωριάζει, ωχριά μπροστά στην γλυκόηχη αντωνυμία «δικοί μας».4

 

Για να το πω ακόμη πιο απερίφραστα: η ανάδειξη, η στήριξη και η εγκληματική δράση τής Χρυσής Αυγής τροφοδοτήθηκε μεν από ασυνείδητους τρόμους και τυφλά ψυχικά ανακλαστικά του πιο ανώριμου κομματιού τής ελληνικής κοινωνίας, χωρίς τα οποία θα ήταν ενδεχομένως αδύνατη σε αυτή τη μορφή, αλλά υπήρξε προπαντός ένα όπλο στον άγριο ταξικό αγώνα που δεν έχει πάψει να μαίνεται στην Ελλάδα, να μαίνεται στην Ευρώπη και στην οικουμένη ολόκληρη, στον οποίον οι προς στιγμήν νικητές, οι κτηνώδεις κεφαλαιοκρατικές τάξεις που ελέγχουν τον κόσμο μας, δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να χρησιμοποιούν πολλά διαφορετικά όπλα ταυτόχρονα. Αν αυτό κατανοηθεί σωστά, εξηγεί και την «πτώση» τής Χρυσής Αυγής σήμερα, την εξαφάνισή της από το τρέχον πολιτικό σκηνικό σχεδόν όσο γρήγορα και απότομα εμφανίστηκε. Σαν εργαλείο που χρησιμοποιείται σε ειδικές περιστάσεις για έναν συγκεκριμένο σκοπό, είναι εύκολα αντικαταστάσιμο με άλλα που υπό διαφορετικές περιστάσεις μπορεί να τον υπηρετούν καλύτερα.

 

Όποια και αν είναι η τελική έκβαση της δίκης τής Χρυσής Αυγής, ακόμη κι αν αυτή εξαφανιστεί εντελώς από το πολιτικό σκηνικό σαν οργάνωση και σαν όνομα, θα ήταν ανόητο να πιστέψει κανείς ότι αυτό που εκπροσωπούσε είναι παρελθόν. Μετά την καταθλιπτική «εξομάλυνση» της πολιτικής ζωής —δηλαδή, το τσάκισμα και των τελευταίων σκιρτημάτων αντίστασης ή την πλήρη παράδοση ενός ηττημένου και αποκαρδιωμένου λαού στη δικτατορία των αγορών και στον αδυσώπητο μηχανισμό τού ευρωπαϊκού Λεβιάθαν— η Χρυσή Αυγή επιστρέφει εκεί που ανήκε οργανικά, σ’ εκείνο που ήταν ανέκαθεν η θεσμική της μήτρα και όπου ετοιμάζεται να κρυφτεί πάλι σήμερα: στον μεγάλο πολιτικό σχηματισμό τής ελληνικής Δεξιάς, στη Νέα Δημοκρατία. Οι αδίστακτες τάξεις που κυβερνούν την Ελλάδα προφανώς και δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να παραδώσουν κάποιους πρώην «δικούς τους», εφόσον τους έκαναν ήδη τη βρώμικη δουλειά, σε τελετουργική θυσία εάν αυτό διασφαλίζει εκ νέου μια εκτόνωση της μαζικής δυσαρέσκειας που αφήνει άθικτες τις ίδιες. Ούτε και πρέπει να πιστεύουμε ότι το στρατόπεδο των κυριάρχων είναι ενιαίο και ομοιογενές, χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις. Το σημερινό πρόσωπο της κυβερνώσας Δεξιάς εκπροσωπεί τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό τής αγοράς, του οποίου το κοσμοπολιτικό ύφος είναι το απέναντι άκρο τής συντηρητικής μονολιθικότητας και της εθνικιστικής αδιαλλαξίας που χαρακτηρίζουν τους ακροδεξιούς σχηματισμούς παντού στον κόσμο. Κάτω από το πέπλο αυτής της αντίθεσης, η οποία είναι πραγματική και παίρνει πολλές μορφές σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο, υπάρχει παρ’ όλ’ αυτά ένας άξονας αποφασιστικής σύγκλισης, που συνιστά την αληθινή ταυτότητα των δυνάμεων οι οποίες αντιστέκονται στην ανθρώπινη μεταμόρφωση του κόσμου μας κι διασφαλίζει τη μοιραία τους συμμαχία και συστράτευση οποτεδήποτε οι περιστάσεις το απαιτούν: ο αντικομμουνισμός, η λυσσαλέα διαφύλαξη ενός τερατώδους συστήματος ανισότητας, εκμετάλλευσης και προνομίων και η διαρκής πολεμική επαγρύπνηση απέναντι σε οιαδήποτε πιθανότητα ανατροπής του.

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Στο Max Horkheimer & Theodor W. Adorno, Η διαλεκτική τού διαφωτισμού, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, επίμετρο: Κοσμάς Ψυχοπαίδης (Νήσος: Αθήνα 1996), σελ. 282.

 

  1. Για μια παλαιότερη προσπάθεια να απαντήσω αυτά τα ερωτήματα, την περίοδο ακριβώς που η Χρυσή Αυγή ήταν στο απόγειο της δράσης της, βλ. τη διαδικτυακή μου συνέντευξη εδώ.

 

  1. Για το τί ακριβώς διακυβεύθηκε στη Συνθήκη των Βερσαλλιών και για την εμβληματική θέση που είχε αυτή στις πολιτικές εξελίξεις όλου του εικοστού αιώνα, βλ. τη λαμπρή ανάλυση ενός πρωτοπόρου τής ανθρωπολογικής έρευνας και των κυβερνητικών επιστημών, του Gregory Bateson: το δοκίμιο «Από τις Βερσαλλίες στην κυβερνητική», στο Βήματα για μια οικολογία τού νου, μετ. Ελένη Σαμαρά, επιμ. Βιολέτα Καφταντζή (University Studio Press: Θεσσαλονίκη 2017).

 

4. Πέτρος Πέτκας, Δικαιοσύνη: θεραπαινίδα της πολιτικής; (Justitia: Ancilla Politicae?) Σκέψεις για τη δικαιοσύνη και την ανεξαρτησία της (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2019), σελ. 50-55 passim.