Στη συνέχεια της ανακοίνωσής της η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει:
Η Αρετή Ανδρώνη και η Πέννυ Βεργανελάκη συμμετείχαν σε διαμαρτυρία άνω των 300 ατόμων κατά της δημιουργίας μετρό στην πλατεία Εξαρχείων στο κέντρο της Αθήνας και της ανάπλασης του λόφου Στρέφη στις 4 Νοεμβρίου 2022.[1] Η Διεθνής Αμνηστία, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έλαβε, αντιλαμβάνεται ότι η αστυνομία διέλυσε τη διαμαρτυρία που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή των Προπυλαίων στην οδό Πανεπιστημίου πριν καν ξεκινήσει. Οι δύο ακτιβίστριες προσπάθησαν να φύγουν από την περιοχή μαζί με πολλές άλλες διαδηλώτριες και διαδηλωτές. Περιέγραψαν πώς στη συνέχεια καταδιώχθηκαν από αστυνομικούς των ΜΑΤ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν επίσης χημικά, χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και αύρα εναντίον των διαδηλωτριών/-ών που προσπαθούσαν να φύγουν από την περιοχή. Ανέφεραν επίσης ότι συνελήφθησαν αφού είχαν περικυκλωθεί από την αστυνομία, μαζί με δεκατρείς άλλες/-ους διαδηλώτριες/-ωτές σε δρόμο στη γειτονιά των Εξαρχείων. Οι δεκαπέντε διαδηλώτριες/-ωτές κρατήθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας από την αστυνομία στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και ενημερώθηκαν επίσημα για τη σύλληψή τους και τους λόγους αυτής μόλις το πρωί της 5ης Νοεμβρίου 2022. Αντιμετωπίζουν τώρα κατηγορίες για διατάραξη της κοινής ειρήνης, απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος αστυνομικών, βίας κατά υπαλλήλων, εξύβριση αστυνομικών, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και παραβίαση της νομοθεσίας περί όπλων (πιο συγκεκριμένα ότι έφεραν ξύλινα κοντάρια).
Η Αρετή Ανδρώνη και η Πένυ Βεργανελάκη δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι αρνούνται κατηγορηματικά και σθεναρά όλες αυτές τις κατηγορίες. Η πρωτοβάθμια δίκη των δύο ακτιβιστριών αναμένεται να ξεκινήσει στις 10 Μαΐου, μετά από αναβολές τον Νοέμβριο του 2022, τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του 2023. Σε περίπτωση καταδίκης, οι δύο ακτιβίστριες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ποινή φυλάκισης έως και πέντε ετών.
Η μαρτυρία των δύο ακτιβιστριών περιγράφει πώς, μετά τη διάλυση της διαμαρτυρίας από την αστυνομία, έτρεξαν να σωθούν από τα δακρυγόνα. Ωστόσο, όταν βρέθηκαν σε απόσταση περίπου δέκα λεπτών με τα πόδια από το σημείο της διαμαρτυρίας, μαζί με μερικά άλλα άτομα, περικυκλώθηκαν ξαφνικά από την αστυνομία. Στη συνέχεια, η αστυνομία υπέβαλε τις ακτιβίστριες σε μεγάλες ποσότητες χημικών από εξαιρετικά κοντινή απόσταση, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελούσαν κανενός είδους απειλή και ότι αυτό ήταν αντίθετο με τους κανόνες αναφορικά με τον τρόπο χρήσης τέτοιων χημικών. Περιέγραψαν επίσης πώς η αστυνομία χτύπησε μερικές/-ούς άλλες/-ους διαδηλώτριες/-ωτές κατά τη διάρκεια της σύλληψής τους, σημειώνοντας ότι κανένας τους δεν αντιστάθηκε στη σύλληψη εκείνη τη στιγμή. Ανέφεραν περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής τους από την αστυνομία, και παρά τα επανειλημμένα αιτήματά τους να έχουν νομική υποστήριξη, δεν επετράπη σε δικηγόρο να τις δει μέχρι το επόμενο πρωί.[2]
Η Αρετή Ανδρώνη δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία: «Καταλήξαμε πίσω από ένα αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο … και πήγαμε εκεί απλά και μόνο για να μη μας δείρουν … [Μας] ψέκασαν με πολλά χημικά … Χτύπησαν [τα παιδιά που ήταν πιο έξω] χωρίς καν να βλέπουν πού τους χτύπησαν. [Τους χτύπησαν], στο κεφάλι, στον λαιμό και στην πλάτη … Οι αστυνομικοί των ΜΑΤ ήταν εκτός ελέγχου. Δεν κοίταζαν καν να δουν πού χτυπούσαν, δεν τους ένοιαζε».[3]
Η Διεθνής Αμνηστία πήρε συνέντευξη από άλλες/-ους παρευρισκόμενες/-ους εκείνο το βράδυ, που επίσης επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό των δύο ακτιβιστριών ότι συμμετείχαν ειρηνικά στη διαμαρτυρία στα Προπύλαια και ότι έφυγαν μαζί με άλλες/-ους διαδηλώτριες/-ωτές μετά τη διάλυση από την αστυνομία.[4] Ένας δημοσιογράφος δήλωσε επίσης στη Διεθνή Αμνηστία ότι ψεκάστηκε με χημικά από τα ΜΑΤ από πολύ κοντινή απόσταση, ενώ προσπαθούσε να καταγράψει τη μεταφορά των συλληφθέντων ατόμων σε στο αστυνομικό τμήμα.[5]
Η Διεθνής Αμνηστία επαναλαμβάνει ότι οι ποινικές διώξεις πρέπει να βασίζονται στην ατομική συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου προσώπου, προϋπόθεση που ισχύει σε όλες τις καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου μιας συγκέντρωσης. Η ευθύνη πρέπει πάντα να βασίζεται στην ατομική υπαιτιότητα και να υποστηρίζεται από πειστικές και αδιάσειστες αποδείξεις. Όπως έχει τονίσει η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, «μεμονωμένες πράξεις βίας από ορισμένους συμμετέχοντες δεν θα πρέπει να αποδίδονται σε άλλους, στους διοργανωτές ή σε αυτή καθ’ εαυτήν τη συνάθροιση».[6] Το γεγονός και μόνο ότι ένα άτομο συμμετείχε ή ήταν παρόν σε διαμαρτυρία κατά την οποία σημειώθηκαν σποραδικά περιστατικά βίας είναι, χωρίς τίποτε άλλο, εντελώς ανεπαρκές για να θεμελιώσει το είδος των ποινικών κατηγοριών που έχουν απαγγελθεί στην παρούσα υπόθεση.
Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί επιπλέον για την εφαρμογή της διάταξης περί «διατάραξης κοινής ειρήνης» στις δύο ακτιβίστριες λόγω της πιθανής ασυμβατότητάς της με τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 189 του ελληνικού Ποινικού Κώδικα τιμωρεί, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή ατόμου σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που με ενωμένες δυνάμεις διαπράττει βιαιοπραγίες εναντίων προσώπων ή πραγμάτων. Η απλή «παρουσία» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως «συμμετοχή», διαφορετικά η εφαρμογή αυτής της ευρείας διάταξης θα οδηγούσε στην ποινικοποίηση εντελώς ειρηνικών διαδηλωτριών/-ών που βρίσκονται ανάμεσα ή κοντά σε άλλες/-ους που ασκούν βία. Οι ειρηνικές/-οί διαδηλώτριες/-ωτές θα πρέπει να μπορούν να συνεχίζουν να ασκούν το δικαίωμά τους στην ειρηνική συνάθροιση, και είναι καθήκον των αξιωματούχων επιβολής του νόμου να κάνουν διάκριση μεταξύ εκείνων που παραμένουν ειρηνικές/-οί και εκείνων που δεν παραμένουν ειρηνικές/-οί, να διευκολύνουν και να προστατεύουν τις/τους πρώτες/-ους. Ακόμα κι αν ορισμένες/-οι συμμετέχουσες/-οντες ασκούν βία, αυτό δεν μετατρέπει μια κατά τα άλλα ειρηνική συγκέντρωση σε μη ειρηνική συγκέντρωση.
Η αστυνομία θα πρέπει επομένως να διασφαλίζει ότι όσες/-οι παραμένουν ειρηνικές/-οι θα είναι σε θέση να συνεχίσουν να διαμαρτύρονται. Η απόφαση να διαλυθεί μια διαμαρτυρία πρέπει να είναι η έσχατη λύση, όταν όλα τα άλλα, τα λιγότερο περιοριστικά μέσα έχουν αποδειχτεί ανεπιτυχή. Η σύλληψη ατόμων με μοναδικό κριτήριο την ειρηνική συμμετοχή τους σε μια συνάθροιση αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης.
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η όποια χρήση βίας από την αστυνομία πρέπει να είναι νόμιμη, αναγκαία και αναλογική. Οι αρχές αυτές είναι δεσμευτικές για την Ελλάδα. Όσον αφορά τη χρήση βίας ως απάντηση στη βία, τα όργανα επιβολής του νόμου πρέπει να κάνουν διάκριση μεταξύ των ατόμων που ασκούν βία και εκείνων που δεν ασκούν βία (είτε πρόκειται για ειρηνικές/-ούς διαδηλώτριες/-ωτές είτε για αμέτοχες/-ους παρευρισκόμενες/-ους) και να στοχεύουν προσεκτικά για ανάλογες κυρώσεις μόνο εκείνες/-ους που ασκούν βία.[7]
Τα χημικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο όταν το επίπεδο βίας έχει φτάσει σε τέτοιον βαθμό ώστε οι αξιωματούχοι επιβολής του νόμου να μην μπορούν να περιορίσουν την απειλή στοχεύοντας άμεσα και μόνο τα βίαια άτομα. Ο εν λόγω εξοπλισμός μπορεί να έχει επιζήμια, ακόμα και θανατηφόρα αποτελέσματα, εάν δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μπορεί επίσης να έχει ιδιαίτερα επιβλαβείς επιπτώσεις σε συγκεκριμένες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των ατόμων με αναπηρία, των παιδιών και των εγκύων ή εκείνων των οποίων η υγεία είναι σε κίνδυνο. Οι κρατικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, που ασκούν τέτοια βία, καθώς και όσοι επιτρέπουν ή εποπτεύουν τη χρήση της, πρέπει να λογοδοτούν για οποιαδήποτε κατάχρηση αυτής της εξουσίας.[8]
Τέλος, η οργάνωση καλεί τις ελληνικές αρχές να διεξαγάγουν άμεση, εμπεριστατωμένη και αμερόληπτη έρευνα σχετικά με όλους τους ισχυρισμούς για υπερβολική χρήση βίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάχρησης χημικών από τα ΜΑΤ κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας της 4ης Νοεμβρίου 2022.