Όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η Έκθεση, η οποία καλύπτει την περίοδο από 12 Ιουνίου έως 15 Δεκεμβρίου 2025, καταγράφει εντατικοποίηση του διαλόγου και της εμπλοκής του ΟΗΕ με τις δύο κοινότητες και τις εγγυήτριες δυνάμεις. Καθοριστικό ορόσημο αποτέλεσε η άτυπη συνάντηση σε διευρυμένο σχήμα που συγκάλεσε ο Γενικός Γραμματέας στη Νέα Υόρκη στις 17 Ιουλίου 2025, με τη συμμετοχή των δύο ηγετών, των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας και του Υπουργού Επικρατείας του Ηνωμένου Βασιλείου αρμόδιου για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.
Ο Αντόνιο Γκουτέρες χαιρετίζει τη δέσμευση των δύο ηγετών και των εγγυητριών δυνάμεων – Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου – να διατηρήσουν την εμπλοκή τους, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για «το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα χωρίς ενεργές διαπραγματεύσεις στην ιστορία της ειρηνευτικής διαδικασίας στην Κύπρο».
«Οι εγγυήτριες δυνάμεις, η Ελλάδα και η Τουρκία, κατέβαλαν κατά την περίοδο αναφοράς συνεχείς προσπάθειες για τη βελτίωση των διμερών τους σχέσεων, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την αναβίωση του διαλόγου για το Κυπριακό ζήτημα» αναφέρει η Έκθεση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε στη κοινή συνάντηση των δύο ηγετών στις 11 Δεκεμβρίου 2025, υπό τη διευκόλυνση της Προσωπικής Απεσταλμένης του, Μαρία ‘Ανχελα Ολγκίν, κατά το οποίο «για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από πέντε χρόνια, πραγματοποιήθηκαν συζητήσεις επί βασικών πολιτικών ζητημάτων».
Κατά την εν λόγω συνάντηση, σημειώνει, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι στόχος τους είναι «η επίτευξη λύσης του Κυπριακού με πολιτική ισότητα, όπως αυτή περιγράφεται στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας», δέσμευση που – όπως υπογραμμίζει – «δεν είχε διατυπωθεί από τους ηγέτες από το 2020».
Την ίδια στιγμή, ο Γενικός Γραμματέας καλεί τις δύο πλευρές να επιδείξουν «ισχυρότερη αποφασιστικότητα» ως προς τις πρωτοβουλίες οικοδόμησης εμπιστοσύνης που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο άνοιγμα νέων σημείων διέλευσης, σημειώνοντας ότι αυτά μπορούν να έχουν «χειροπιαστό θετικό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων» και να ενισχύσουν την επαφή, την αμοιβαία κατανόηση, το εμπόριο και την οικονομική αλληλεξάρτηση.
Ο κ. Γκουτέρες εμφανίζεται ικανοποιημένος από τον ενισχυμένο ρόλο των Τεχνικών Επιτροπών, στις οποίες ανατέθηκε η επεξεργασία και υλοποίηση αρκετών πρωτοβουλιών εμπιστοσύνης που συμφωνήθηκαν τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2025. Όπως σημειώνει, αυτό ανέδειξε «την προστιθέμενη αξία του έργου τους» και τη συμβολή τους στη στήριξη ευρύτερων προσπαθειών οικοδόμησης ειρήνης. Παράλληλα, επαινεί τις δύο πλευρές για τις προσπάθειές τους να προστατεύσουν τις Επιτροπές από πολιτικές δυναμικές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Τεχνική Επιτροπή για τη Νεολαία, η οποία, σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα, «δείχνει μεγάλη προοπτική», ανταποκρινόμενη στο αίτημα του Συμβουλίου Ασφαλείας για ουσιαστική συμμετοχή των νέων στην ειρηνευτική διαδικασία. Ο ίδιος επαναφέρει την έκκληση για αναζωογόνηση της Τεχνικής Επιτροπής για την Παιδεία και για κοινή εργασία σε εκπαιδευτικά υλικά και προγράμματα, υπογραμμίζοντας τη σημασία της εκπαίδευσης στην καλλιέργεια συμφιλίωσης και συνεργασίας.
Παράλληλα, ο Γενικός Γραμματέας εκφράζει ανησυχία για μονομερείς ενέργειες «εντός και πέριξ της νεκρής ζώνης», οι οποίες «υπονομεύουν το στρατιωτικό status quo, την ακεραιότητα της νεκρής ζώνης και την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας». Επαναλαμβάνει ότι η θέση του ΟΗΕ για τα Βαρώσια «παραμένει αμετάβλητη», υπενθυμίζοντας τα ψηφίσματα 550 (1984) και 789 (1992).
Κλείνοντας τις Παρατηρήσεις του, ο Αντόνιο Γκουτέρες χαρακτηρίζει ενθαρρυντικό αλλά πρώιμο τον διάλογο μεταξύ των δύο ηγετών, τονίζοντας ότι «απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια για την ενίσχυση της αρχόμενης δυναμικής και τη διαμόρφωση γνήσιου κλίματος εμπιστοσύνης». Διαβεβαιώνει ότι θα συνεχίσει την επαφή με τις πλευρές και τις εγγυήτριες δυνάμεις, παραμένοντας προσηλωμένος στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
“Καλώ τις δύο πλευρές να επιδείξουν ισχυρότερη αποφασιστικότητα όσον αφορά τις πρωτοβουλίες οικοδόμησης εμπιστοσύνης που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί. Ενθαρρύνω τους δύο ηγέτες να καταλήξουν χωρίς καθυστέρηση σε συμφωνία για το άνοιγμα νέων σημείων διέλευσης, καθώς οι διελεύσεις μπορούν να έχουν απτό και θετικό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και να αυξήσουν την επαφή μεταξύ των κοινοτήτων, γεγονός που τελικά ενισχύει την αμοιβαία κατανόηση, το εμπόριο και την οικονομική αλληλεξάρτηση” αναφέρει ο κ. Γκουτέρες.