Ο Χίτσκοκ απέδιδε στο παρουσιαστικό του, το οποίο θεωρούσε αποκρουστικό, το γεγονός ότι ποτέ δεν το θεώρησαν καλλιτέχνη. Το περίφημο πάχος του, όσο εμβληματικό κι αν ήταν δεν έπαυε να τον ενοχλεί, αλλά αντί να παραπονιέται προτιμούσε να γελάει με την εικόνα του. «Αυτό που με ανησυχεί, δεν είναι το βάρος μου, αλλά οι διαστάσεις μου», έλεγε.

 
Η κουζίνα του σπιτιού του ήταν ένα είδος ναού, στο οποίο πλησίαζαν μόνο οι στενοί φίλοι του, δηλαδή οι πιο πολύτιμοι συνεργάτες του. Η λατρεμένη γυναίκα του, η Άλμα μαγείρευε τα αγαπημένα του εδέσματα, αλλά και ο ίδιος στο τέλος κάθε γεύματος αναλάμβανε το πλύσιμο των πιάτων με μια σχολαστική φροντίδα που ξάφνιαζε μόνο τους πιο ανυποψίαστους.

Το οδοιπορικό ενός λαίμαργου Άγγλου

  Γιος παντοπώλη, τα πρώτα του βιώματα είναι γεμάτα από μυρωδιές και γεύσεις ώριμων φρούτων, πικάντικων αλλαντικών και μπαχαρικών, δεν άργησε να βρει στο φαγητό ανακούφιση και θαλπωρή από τη μοναξιά που ο ίδιος περιγράφει πως βίωνε ως παιδί. «Βρίσκω πραγματική ανακούφιση στο φαγητό» θα ομολογήσει αργότερα, «γιατί είναι περισσότερο μια διανοητική παρά μια φυσιολογική διαδικασία. Νομίζω ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να τρως: για να τραφείς ή για ευχαρίστηση».
 
Λάτρης του καλού φαγητού, όταν πλέον τα οικονομικά του, του επέτρεπαν και τις πιο ακριβές εκκεντρικότητες, όχι μόνο δειπνούσε στα καλύτερα εστιατόρια, αλλά ακόμα κι όταν επέστρεψε στο Λονδίνο το 1949 για τα γυρίσματα του Ο δολοφόνος έρχεται κάθε βράδυ (Stage Fight), παρήγγειλε τις μπριζόλες του να έρθουν αεροπορικών από τη Νέα Υόρκη, υποστηρίζοντας πως «είναι καλύτερες από το αγγλικό κρέας». Αυτόπτες μάρτυρες, μάλιστα λένε, πως δεν ήταν λίγες οι φορές που ζητούσε και δεύτερη μπριζόλα, ενώ είχε ήδη φάει το επιδόρπιο!
 
Το 1943 ο Χίτσκοκ φτάνει τα 150 κιλά, με τη σύζυγό του να ανησυχεί για την υγεία του, ικετεύοντάς τον να αρχίσει δίαιτα. Ο Άλφρεντ κάνει την υποχώρηση και υπόσχεται να μην τρώει πια το ψωμί από το χάμπουργκερ!  Στην ταινία Σωσίβια Λέμβος (Lifeboat) κι έχοντας πλέον καταφέρει να χάσει το ένα τρίτο του βάρους του, θα βάλει περιπαικτικά σε μια σκηνή μια ψεύτικη διαφήμιση για δίαιτα αδυνατίσματος που τον δείχνει «πριν» και «μετά». Δεν πέρασε πολύ καιρός όμως, που τα κιλά επέστρεψαν…
 
Η ώρα του φαγητού δεν αποτελούσε ποτέ για τον Χίτσκοκ αφορμή για απομόνωση. Όπως κάθε καλοφαγάς, απολάμβανε την καλή παρέα, συνοδεία ενός λουκούλλειου γεύματος και γι’ αυτό στα εστιατόρια που σύχναζε, συνήθιζε να κλείνει τραπέζι για οχτώ συνδαιτυμόνες, όπως αναφέρει ο ηθοποιός Καρλ Μάλντεν, καλώντας κάθε βράδυ έξι άτομα από την ομάδα των συνεργατών του: «Ο καθένας μας περίμενε τη σειρά του ανυπόμονα, γιατί και τα δείπνα ήταν μια μορφή σκηνοθεσίας». 
 
Η εμμονή του για το φαγητό δεν προδίδεται όμως, μόνο από τη στρογγυλή του σιλουέτα. Σημαντικές σκηνές στις ταινίες του εκτυλίσσονται συχνά γύρω από το φαγητό, αλλά με μια φυσικότητα που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό από τον θεατή παρά μόνο αν επιλέξουμε να το προσέξουμε – όπως άλλωστε και οι cameo εμφανίσεις του. Ο αστυνομικός που ξεσπάει πάνω από ένα παραψημένο πουλερικό στο Φρενίτις (Frenzy), η σκηνή του πικ- νικ με θέα το Πριγκιπάτο του Μονακό στο Κυνήγι του Κλέφτη (To Catch a Thief) ή το ρομαντικό φιλί, μεταξύ της Ίνγκριντ Μπέργκμαν και του Κάρι Γκραντ στην Υπόθεση Νοτόριους (Notorious), το οποίο περιβάλλεται από το διάλογο για το πώς θα φάνε το κοτόπουλο που έφτιαξε εκείνη.  
 
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Άλφρεντ Χίτσκοκ υπέφερε από αρθρίτιδα στα γόνατα, αλλά και από καρδιακά προβλήματα που τον ανάγκασαν να βάλει βηματοδότη. Ωστόσο, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός, ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που, αψηφώντας τις οδηγίες των γιατρών, έτρωγε κι έπινε πολύ, προκειμένου να ξεχάσει τον πόνο του!
 
«Για μένα, μια ταινία δεν είναι μια φέτα ζωής, είναι μια φέτα γλυκού», είχε πει άλλωστε κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, στη θέα ένα λαχταριστού γλυκού με κρέμα βουτύρου και ροζ ζάχαρη που κατέφθανε στο τραπέζι.
 
(Τροφή γι΄αυτό το άρθρο έδωσε το βιβλίο «Η σάλτσα ήταν σχεδόν τέλεια, 80 συνταγές από τον Alfred Hitchcok» από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.)
————————
ΚAI ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ
 
Πέστροφα Σικάγο Εξπρές
 
Υλικά για 4 άτομα:
 
1 ροζ πέστροφα 1 κιλού περίπου 
3 φρέσκα κρεμμυδάκια
4 μεγάλες πατάτες
50 γραμ. βούτυρο 
250 ml λευκό κρασί
150 γραμ. κρέμα γάλακτος
½ ματσάκι μαϊντανού
Αλάτι, πιπέρι, χοντρό αλάτι, πολύ λεπτό αλάτι
 
* Ζητάτε από τον ιχθυοπώλη σας να καθαρίσει την πέστροφα. Καθαρίζετε τα κρεμμυδάκια και τα ψιλοκόβετε. Βουτυρώνετε ένα πυρέξ, απλώνετε τα κρεμμυδάκια και τοποθετείτε πάνω την πέστροφα. Βάζετε αλάτι και πιπέρι, σκορπίζετε στο πυρέξ λεπτά κομματάκια βούτυρο και ραντίζετε με το μισό λευκό κρασί. 
 * Ψήνετε στο φούρνο για 30 λεπτά στους 180ο.  Στη μέση του ψησίματος, γυρίζετε  την πέστροφα και τη ραντίζετε με το άλλο μισό λευκό κρασί.
* Βράζετε 2 λίτρα νερό σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε μια χούφτα χοντρό αλάτι, πλένετε τις πατάτες, τις καθαρίζετε και τις κόβετε σε χοντρές φέτες. Τις βράζετε 20 λεπτά σε χαμηλή φωτιά. Σ’ αυτό το διάστημα, ψιλοκόβετε το μαϊντανό.
* Βγάζετε τα φιλέτα της πέστροφας και ανακατεύετε τα κρεμμυδάκι με την κρέμα και το λευκό κρασί σε μια κατσαρόλα. Βάζετε αλάτι, πιπέρι, προσθέτετε το μισό μαϊντανό και κρατάτε το άλλο μισό για διακόσμηση.
* Σερβίρετε στο πιάτο, παρουσιάζοντας το φιλέτο πέστροφας καλυμμένο με σάλτσα και πασπαλισμένο με μαϊντανό, καθώς και τις φέτες πατάτας πασπαλισμένες με μαϊντανό και πολύ λεπτό αλάτι.
 
Ρότζερ: Τι καλό υπάρχει στον κατάλογο;
Εύα: Η ροζ πέστροφα. Είναι ίσως υπερβολικά ροζ, αλλά εξαιρετική. 
Ρότζερ: Κατοχυρώθηκε. «Ροζ πέστροφα».
Ο σερβιτόρος: Μάλιστα κύριε.
(Η Εύα κοιτάει τον Ρότζερ επίμονα)
Ρότζερ: Ξέρω σας θυμίζω κάποιον. 
Εύα: Ναι.
Ρότζερ: Νομίζετε ότι με έχετε ξαναδεί κάπου. (Εκείνη συγκατανεύει.) Πάντα δίνω αυτή την εντύπωση στους ανθρώπους. Είναι το πρόσωπό μου…
Εύα: Ένα ευχάριστο πρόσωπο.
Ρότζερ: Βρίσκετε;
Εύα: Δεν θα το έλεγα σε αντίθετη περίπτωση. 
Ρότζερ: Ω, είστε τέτοιου είδους γυναίκα…
 
Από την ταινία Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων