γράφει ο Νίκος Δαμιανάκης, Ψυχολόγος MSc, Υπ. Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας
Οι βασικοί πυλώνες της πολιτικής για ένα σύγχρονο κράτος ευημερίας.
Α) Η αφετηρία αυτού του σχεδίου είναι η ανασυγκρότηση του κράτους ως φορέα συλλογικής μέριμνας και κοινωνικής ισότητας και όχι ως μηχανισμού αναπαραγωγής των αγορών. Το κράτος, σε αυτή την οπτική, δεν νοείται ως ουδέτερος διαχειριστής, αλλά ως θεσμικό πεδίο ταξικών συσχετισμών, το οποίο μπορεί και οφείλει να μετασχηματιστεί ώστε να υπηρετεί καθολικά κοινωνικά δικαιώματα. Η δημόσια υγεία αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο όπου αυτή η μετατόπιση αποκτά υλική μορφή. Η Αριστερά του 2026 θα πρέπει να προτείνει ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας πλήρως καθολικό, δημόσιο και δωρεάν, οργανωμένο σε ενιαίο δίκτυο πρόληψης, πρωτοβάθμιας φροντίδας, νοσοκομειακής περίθαλψης και κοινωνικής αποκατάστασης, με σταθερή χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, μόνιμο προσωπικό και δημοκρατικό έλεγχο. Η υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δαπάνη, αλλά ως κοινωνική επένδυση που μειώνει τις ανισότητες, ενισχύει τη συλλογική ευημερία και θωρακίζει τη δημοκρατική συνοχή. Η αναβάθμιση της υγείας ως κοινωνικού δικαιώματος συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας.
Β) Μια σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερά οφείλει να αμφισβητήσει το υπόδειγμα της οικονομίας που στηρίζεται στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας, στη συγκέντρωση πλούτου και στην κυριαρχία των χρηματοπιστωτικών και ολιγοπωλιακών δομών. Η οικονομική πολιτική πρέπει να επαναθεμελιωθεί σε έναν σχεδιασμό δημοκρατικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, με δημόσιο έλεγχο των στρατηγικών τομέων, ισχυρή ρύθμιση των αγορών, αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου μέσω προοδευτικής φορολογίας και ενίσχυση των συλλογικών μορφών παραγωγής. Η δημιουργία κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με όρους ΑΕΠ, αλλά με όρους κοινωνικής χρησιμότητας, ποιοτικής απασχόλησης και οικολογικής βιωσιμότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα της νομισματικής πολιτικής, το οποίο για την Αριστερά δεν μπορεί να παραμένει τεχνικό ή ουδέτερο. Η νομισματική κυριαρχία, είτε στο πλαίσιο της Ευρωζώνης είτε μέσα από εναλλακτικά σχήματα, πρέπει να υποτάσσεται σε κοινωνικούς στόχους. Δηλαδή την πλήρη απασχόληση, την χρηματοδότηση των δημόσιων επενδύσεων, την σταθερότητα των τιμών έτσι ώστε να προστατεύει τα λαϊκά εισοδήματα. Η ρήξη με τη μονοδιάστατη λογική της νομισματικής πειθαρχίας και η διεκδίκηση δημοκρατικού ελέγχου της νομισματικής εξουσίας αποτελούν προϋπόθεση για μια οικονομία που υπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίστροφο.
Γ) Από την οικονομία και το νόμισμα η ανάλυση οδηγεί αναπόφευκτα στην εργασία, τον κεντρικό άξονα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Η αριστερά του 2026 οφείλει να επαναφέρει την εργασία στο επίκεντρο του κοινωνικού συμβολαίου, προτείνοντας ένα καθεστώς καθολικής προστασίας, συλλογικών διαπραγματεύσεων, αξιοπρεπών μισθών και μείωσης του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών. Η επισφάλεια, η απορρύθμιση και η ατομικοποίηση των εργασιακών σχέσεων δεν αποτελούν παροδικές ανωμαλίες, αλλά δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού, τα οποία απαιτούν συστημικές παρεμβάσεις. Η επαναθεμελίωση των συλλογικών δικαιωμάτων και η δημοκρατική ρύθμιση της αγοράς εργασίας συνιστούν βασική προϋπόθεση για την κοινωνική ισότητα.
Η εργασία, ωστόσο, δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ευρύτερο πλέγμα κοινωνικής προστασίας. Το κοινωνικό κράτος οφείλει να μετασχηματιστεί από υπολειμματικό δίχτυ ασφαλείας σε καθολικό σύστημα κοινωνικών εγγυήσεων. Η κοινωνική πολιτική πρέπει να διασφαλίζει εισόδημα, πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας, παιδείας και υγείας, προστασία από τον κοινωνικό αποκλεισμό και ουσιαστική ισότητα φύλων και γενεών. Η πρόνοια, η φροντίδα και η κοινωνική ένταξη δεν είναι δευτερεύουσες πολιτικές, αλλά κεντρικοί πυλώνες μιας κοινωνίας που επιδιώκει τη συνοχή και τη δημοκρατία.
Δ) Αναμφίβολα για ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, η Αριστερά του 2026 δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας και αναδιανομής. Η βιομηχανική πολιτική αποτελεί κεντρικό πυλώνα για την οικοδόμηση μιας αυτοδύναμης, βιώσιμης και κοινωνικά ωφέλιμης οικονομίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό της παραγωγικής βάσης, κάθε κοινωνικό μέτρο – από τη δημόσια υγεία και την παιδεία μέχρι την κοινωνική κατοικία και την ασφάλιση – κινδυνεύει να παραμείνει εύθραυστο, γιατί η χρηματοδότησή του και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εξαρτώνται από την παραγωγική ικανότητα της χώρας.
Μια κεντρική βιομηχανική πολιτική πρέπει να στοχεύει στην ανασυγκρότηση στρατηγικών τομέων της οικονομίας, όπου η Ελλάδα έχει ή μπορεί να αναπτύξει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η μεταποίηση τροφίμων, η ενέργεια, η πράσινη τεχνολογία, η ναυπηγική/ναυπηγοεπισκευαστική και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο στόχος δεν είναι η επανεφεύρεση μιας, κεντρικά, σχεδιασμένης παραγωγικής οικονομίας του παρελθόντος, αλλά η διαμόρφωση ενός συστήματος δημοσίων και κοινωνικά ελεγχόμενων επενδύσεων, όπου η παραγωγή συνδέεται με κοινωνικούς και οικολογικούς στόχους, η καινοτομία υποστηρίζεται, και η προστιθέμενη αξία παραμένει εντός της χώρας. Αυτό σημαίνει προγραμματισμένη στήριξη σε ερευνητικά κέντρα, υποδομές μεταποίησης, ενεργειακή αυτονομία και τεχνολογική αναβάθμιση, με ταυτόχρονη ενσωμάτωση εργαζομένων και κοινωνικών φορέων στη διαχείριση στρατηγικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, μια περιφερειακή βιομηχανική πολιτική είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η ιστορική ασυμμετρία ανάπτυξης και η ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων ανάμεσα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις περιφέρειες. Η ενίσχυση περιφερειακών βιομηχανικών κέντρων συμβάλλει στην αποκέντρωση της παραγωγής, στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στη στήριξη της αγροτικής οικονομίας μέσω βιομηχανικής μεταποίησης των προϊόντων και στη μείωση της περιφερειακής φτώχειας. Ταυτόχρονα, η περιφερειακή πολιτική μπορεί να ενσωματώνει καινοτόμες μορφές συνεργασίας μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κοινωνικών συνεταιρισμών και τοπικών φορέων, δημιουργώντας ένα οικοσύστημα παραγωγής με κοινωνικό πρόσημο, που συνδέεται άμεσα με την απασχόληση, την τεχνολογική ανάπτυξη και την πράσινη μετάβαση.
Η κεντρική και η περιφερειακή βιομηχανική πολιτική πρέπει να λειτουργούν συνολικά και συμπληρωματικά. Δηλαδή η πρώτη ως στρατηγικός πυλώνας εθνικής ανασυγκρότησης και οργάνωσης της παραγωγής σε κρίσιμους τομείς, η δεύτερη ως εργαλείο κοινωνικής και οικονομικής αποκέντρωσης, που συνδέει την ανάπτυξη με τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και ενισχύει τη βιωσιμότητα των δημόσιων πολιτικών. Μόνο με αυτό τον συνδυασμό η Αριστερά μπορεί να εξασφαλίσει ότι η ανάπτυξη θα είναι όχι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνική, οικολογική και δημοκρατικά ελεγχόμενη, παρέχοντας πόρους και σταθερότητα στα υπόλοιπα κοινωνικά μέτρα που περιγράφηκαν – από την υγεία και την παιδεία μέχρι την κοινωνική κατοικία και την ασφάλιση.
Ε) Στο ίδιο ενιαίο σχήμα εντάσσεται και η στεγαστική πολιτική. Η μετατροπή της κατοικίας σε χρηματοπιστωτικό προϊόν έχει οξύνει τις ανισότητες και έχει υπονομεύσει το δικαίωμα σε αξιοπρεπή στέγη. Η Αριστερά πρέπει να προτείνει μια πολιτική κοινωνικής κατοικίας, με δημόσιο απόθεμα κατοικιών, ρύθμιση της αγοράς ενοικίων, προστασία από εξώσεις και αξιοποίηση της δημόσιας και εγκαταλελειμμένης περιουσίας για κοινωνικούς σκοπούς. Η στέγη δεν είναι εμπόρευμα, αλλά θεμελιώδης όρος κοινωνικής αναπαραγωγής και αξιοπρέπειας.
Στ) Η ολοκλήρωση αυτού του πλαισίου απαιτεί ένα δημόσιο, καθολικό και αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Η ασφαλιστική πολιτική πρέπει να εγγυάται αξιοπρεπείς συντάξεις, καθολική κάλυψη κινδύνων ασθένειας, αναπηρίας και ανεργίας και διαγενεακή αλληλεγγύη, στηριγμένη σε σταθερή χρηματοδότηση και κοινωνικό έλεγχο. Η ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης και η μεταφορά του ρίσκου στο άτομο αντιστρατεύονται τον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Το διεθνές-ευρωπαϊκό πλαίσιο και μια υπερχρεωμένη χώρα σε έναν «ασταθή» πλανήτη.
Η μετάβαση σε ένα τέτοιο συνεκτικό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το υπερεθνικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η ελληνική οικονομία και πολιτεία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και, ειδικότερα, η Ευρωζώνη συνιστούν δομές θεσμικής πειθαρχίας/πειθάρχησης που οργανώνονται γύρω από μια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική πολιτικής οικονομίας. Δηλαδή, εμπεριέχουν, την περιορισμένη δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών, τους κανόνες ανταγωνισμού που ευνοούν τη συγκέντρωση κεφαλαίου και ένα θεσμικό πλαίσιο που δυσχεραίνει την άσκηση κρατικής κοινωνικής πολιτικής. Επομένως, το ερώτημα «πώς γίνονται όλα αυτά μέσα στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη» δεν είναι τεχνικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και στρατηγικό.
Η Αριστερά οφείλει, κατ’ αρχάς, να αναγνωρίσει ότι η υφιστάμενη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δεν είναι ουδέτερη, αλλά ενσωματώνει συσχετισμούς δύναμης που ιστορικά έχουν ευνοήσει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τις ισχυρές οικονομίες του κέντρου. Συνεπώς, η υλοποίηση ενός προγράμματος καθολικής υγείας, ισχυρού κοινωνικού κράτους, δημόσιων επενδύσεων και αναδιανομής προϋποθέτει είτε τη ριζική αναθεώρηση αυτών των κανόνων είτε τη συγκρότηση μορφών πολιτικής ανυπακοής και ρήξης με αυτούς, σε συνδυασμό με τη δημιουργία συμμαχιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Αριστερά δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια παθητική προσαρμογή στους δημοσιονομικούς περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και της νέας οικονομικής διακυβέρνησης, αλλά οφείλει να διεκδικήσει την αναγνώριση των κοινωνικών δαπανών και των δημόσιων επενδύσεων ως εξαιρούμενων από τους στενούς κανόνες ελλείμματος, να απαιτήσει ριζική αλλαγή του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προς την κατεύθυνση της άμεσης χρηματοδότησης κρατών και κοινωνικών προγραμμάτων και να υποστηρίξει τη θεσμοθέτηση ευρωπαϊκών μηχανισμών αναδιανομής και κοινών δημόσιων επενδύσεων..
Ωστόσο, μια τέτοια στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσδοκία μεταρρυθμίσεων «εκ των άνω». Απαιτείται ένα διττό σχέδιο: αφενός, η οικοδόμηση ενός πανευρωπαϊκού μετώπου κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα αμφισβητήσουν το νεοφιλελεύθερο κεκτημένο, και αφετέρου, η προετοιμασία εναλλακτικών δρόμων οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, ικανών να διασφαλίσουν την άσκηση κυριαρχικών επιλογών σε περίπτωση σύγκρουσης με τους υφιστάμενους κανόνες. Η συζήτηση για τη νομισματική πολιτική, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε αφηρημένες διακηρύξεις περί «παραμονής με κάθε κόστος» ή «ρήξης χωρίς σχέδιο», αλλά οφείλει να εντάσσεται σε ένα επεξεργασμένο πλαίσιο που εξετάζει τις δυνατότητες δημοκρατικού ελέγχου του χρήματος, τη χρήση δημόσιων πιστωτικών εργαλείων, την αξιοποίηση αναπτυξιακών τραπεζών και, εφόσον καταστεί αναγκαίο, τη μετάβαση σε εναλλακτικές νομισματικές διατάξεις που να υπηρετούν κοινωνικούς στόχους και όχι τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ως αυτοσκοπό.
Και εδώ έρχεται βασικό ερώτημα της εύρεσης χρηματοδότησης όλων αυτών των πολιτικών.
Οι πόροι για ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, για δημόσιες επενδύσεις στην υγεία, τη στέγη, την παιδεία και την πράσινη μετάβαση, δεν είναι πρωτίστως λογιστικό πρόβλημα, αλλά ζήτημα πολιτικής κατανομής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Μια προοδευτική φορολογική μεταρρύθμιση που θα μεταφέρει το βάρος από την εργασία και τη μικρομεσαία δραστηριότητα προς τα υψηλά εισοδήματα, τα κέρδη και τη μεγάλη περιουσία, η αποφασιστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής μέσω διεθνών και ευρωπαϊκών μηχανισμών, η κοινωνικοποίηση στρατηγικών τομέων της οικονομίας και η ανακατεύθυνση των κερδών τους σε κοινωνικούς σκοπούς, καθώς και η αξιοποίηση της δημόσιας πιστωτικής δυνατότητας, συγκροτούν το βασικό υπόστρωμα χρηματοδότησης. Σε αυτό προστίθεται η ανάγκη αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους με όρους κοινωνικής βιωσιμότητας, ώστε να απελευθερωθούν πόροι που σήμερα διοχετεύονται στην εξυπηρέτηση τόκων αντί στην κοινωνική ανάπτυξη.
Στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο εντάσσεται και η εξωτερική και αμυντική πολιτική, και ειδικότερα η σχέση της χώρας με το ΝΑΤΟ. Η συμμετοχή σε έναν στρατιωτικό συνασπισμό που λειτουργεί με λογική γεωπολιτικής ισχύος, επεμβάσεων και εξοπλιστικών ανταγωνισμών έρχεται σε αντίθεση με ένα όραμα ειρήνης, διεθνούς δικαίου και κοινωνικής ασφάλειας. Μια ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να θέσει στο επίκεντρο την αποδέσμευση της εξωτερικής πολιτικής από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τη σταδιακή απεμπλοκή από στρατιωτικές δεσμεύσεις που δεν υπηρετούν την άμυνα της χώρας, τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και την ανακατεύθυνση πόρων προς κοινωνικές ανάγκες. Η ασφάλεια δεν μπορεί να ορίζεται μονοδιάστατα ως στρατιωτική ισχύς, αλλά ως πολυδιάστατη έννοια που περιλαμβάνει την κοινωνική συνοχή, την οικονομική σταθερότητα, την ενεργειακή και επισιτιστική επάρκεια και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών.
Έτσι, η απάντηση στο πώς υλοποιείται ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό πρόγραμμα εντός της ΕΕ και της Ευρωζώνης, πού βρίσκονται οι αναγκαίοι πόροι και ποια πρέπει να είναι η διεθνής τοποθέτηση της χώρας, συγκλίνει σε ένα ενιαίο στρατηγικό συμπέρασμα. Όλα αυτά απαιτούν σύγκρουση και ρήξη. Η Αριστερά οφείλει να προετοιμάσει κοινωνικά και πολιτικά αυτή τη σύγκρουση, οικοδομώντας συμμαχίες και ταυτόχρονα διαμορφώνοντας εθνικά εργαλεία άμυνας και εναλλακτικής πορείας. Δηλαδή, απαιτείται ένας συνδυασμός ευρωπαϊκής ρήξης και διεθνιστικής συνεργασίας, δημοκρατικού ελέγχου της οικονομίας και του χρήματος, αναδιανομής του πλούτου και αναπροσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής από τη λογική των στρατιωτικών μπλοκ στη λογική της ειρήνης και της συλλογικής ασφάλειας. Μόνο μέσα από αυτή τη συνολική, συνεκτική και επιστημονικά θεμελιωμένη στρατηγική μπορεί η Αριστερά του 2026 να καταστεί φορέας πραγματικής κοινωνικής και πολιτικής ανατροπής. Άλλωστε η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη, ως δομές, δεν μεταρρυθμίζονται, μόνο διαλύονται. Συνεπώς οφείλουμε να διαλέξουμε μεταξύ ενός «Left-exit» ή μιας ομαδικής και βασανιστικής διάλυσης.
Με την αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό τι θα κάνουμε;
Τέλος είναι απαραίτητο ειπωθεί ( και επειδή ξέρουμε σε ποια χώρα ζούμε) πως, η εφαρμογή ενός συνεκτικού σχεδίου κοινωνικού μετασχηματισμού όπως περιγράφηκε δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνοκρατικές ρυθμίσεις, χρηματοδοτικά σχήματα ή κοινωνικές πολιτικές· προϋποθέτει συνειδητή, οργανωμένη και στρατηγική πολιτική σύγκρουση με τις δυνάμεις που διατηρούν και αναπαράγουν τις ανισότητες, δηλαδή με την αστική τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.
Η αστική τάξη και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της, λειτουργούν πάντα με γνώμονα την προστασία της οικονομικής συγκέντρωσης, τη διατήρηση των ανισοτήτων και την κυριαρχία των αγορών. Η σύγχρονη Αριστερά δεν μπορεί να θεωρήσει αυτή τη σχέση ως «φυσική» ή ως απλό αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Αντίθετα, πρέπει να την αντιληφθεί ως δομική αντίθεση συμφερόντων, όπου η κοινωνική πλειοψηφία και η παραγωγική βάση της χώρας συγκρούονται με τις στρατηγικές εξουσίας και κέρδους του κεφαλαίου. Αυτή η σύγκρουση δεν είναι αυτοσκοπός· είναι μέσο για την υλοποίηση ενός κοινωνικού προγράμματος που υπηρετεί την κοινωνική πλειοψηφία και όχι τη μικρή οικονομική ελίτ.
Ο τρόπος που η Αριστερά μπορεί να συγκρουστεί είναι πολύ-επίπεδος και πρέπει να είναι ταυτόχρονα πολιτικός, κοινωνικός και οικονομικός. Σε πολιτικό επίπεδο, η σύγκρουση απαιτεί την αποκάλυψη και καταγγελία των πολιτικών συμμαχιών και πρακτικών που αναπαράγουν τις ανισότητες, την άρνηση υποταγής στις λογικές «κοινοβουλευτικού συμβιβασμού» όταν αυτές εμποδίζουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και την οργανωμένη διεκδίκηση νομοθετικών αλλαγών που θωρακίζουν τα κοινωνικά δικαιώματα. Η πολιτική σύγκρουση δεν σημαίνει μόνο αντιπαράθεση στη Βουλή, αλλά και δημόσια, κοινωνική ρήξη μέσα από οργανωμένες καμπάνιες, διαδηλώσεις, κοινωνικούς ελέγχους και συμμετοχικά δίκτυα που συνδέουν τους πολίτες με τα πολιτικά αιτήματα.
Σε οικονομικό επίπεδο, η σύγκρουση μπορεί να πάρει τη μορφή φορολογικής πίεσης, κοινωνικοποίησης στρατηγικών τομέων, ρύθμισης αγορών και ενίσχυσης δημόσιων επενδύσεων που περιορίζουν την υπερ-συγκέντρωση πλούτου και ενισχύουν την κοινωνική παραγωγή. Η Αριστερά πρέπει να διασφαλίσει ότι η κοινωνική πλειοψηφία συμμετέχει στη δημιουργία και στη διανομή πλούτου, με έλεγχο στις μεγάλες επιχειρήσεις, περιορισμό των καρτέλ, διαφάνεια στις δημοσιονομικές διαδικασίες και ενεργοποίηση κοινωνικών ελεγκτικών μηχανισμών. Η οικονομική σύγκρουση δεν είναι καταστροφική· αντίθετα, γίνεται μέσο για να απελευθερωθεί πόρος για δημόσια αγαθά, κοινωνικές επενδύσεις και αναδιανομή.
Κοινωνικά, η σύγκρουση απαιτεί οργάνωση και κινητοποίηση της κοινωνικής βάσης, ώστε η Αριστερά να μην περιορίζεται σε διακηρύξεις, αλλά να αποκτήσει πραγματική ισχύ πίεσης. Αυτό σημαίνει ένταση της συμμετοχής των εργαζομένων στα συνδικάτα, ενίσχυση κοινωνικών συνεταιρισμών, δικτύωση συλλογικοτήτων και οικοδόμηση μετωπικών κοινωνικών συμμαχιών που θα στηρίζουν την πολιτική στρατηγική. Με αυτό τον τρόπο, η σύγκρουση με την αστική τάξη και τους δεξιούς πολιτικούς εκπροσώπους δεν εμφανίζεται ως αντιπαράθεση «από πάνω προς τα κάτω», αλλά ως συλλογικός κοινωνικός αγώνας, όπου η κοινωνία διεκδικεί τη δημοκρατική διαχείριση του πλούτου και των δημόσιων αγαθών.
Συνολικά, η σύγκρουση αυτή δεν είναι αντιπαραγωγική ή αποσπασματική, αλλά εργαλείο για την υλοποίηση ενός ενιαίου κοινωνικού σχεδίου. Χωρίς οργανωμένη αντίσταση στους πολιτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς που εμποδίζουν την υλοποίηση του κοινωνικού προγράμματος, η Αριστερά δεν μπορεί να επιτύχει καθολική υγεία, κοινωνική κατοικία, δημόσια παιδεία, προστατευμένη εργασία, ασφαλιστικό δικαίωμα και παραγωγική ανασυγκρότηση. Η σύγχρονη Αριστερά, επομένως, χρειάζεται μια στρατηγική συγκρουσιακής μετωπικής πολιτικής, όπου οι κοινωνικές συμμαχίες και η δημοκρατική πίεση ενισχύουν την πολιτική ισχύ απέναντι στην αστική τάξη και τους δεξιούς εκπροσώπους της, διασφαλίζοντας ότι η ρήξη δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά υλοποιήσιμη και μετασχηματιστική για την κοινωνία.
Αντί-Επιλόγου.
Όλα τα παραπάνω δεν συνιστούν απλώς άθροισμα πολιτικών τομέων, αλλά όψεις ενός ενιαίου σχεδίου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η Αριστερά του 2026, για να είναι ταυτόχρονα νέα, ριζοσπαστική και μετωπική, οφείλει να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα που να ενοποιεί την πάλη για κοινωνικά δικαιώματα, δημοκρατική οικονομία και κοινωνική ισότητα σε μια συνολική στρατηγική ρήξης με τις δομές που παράγουν ανισότητα και ανασφάλεια. Μόνο μέσα από αυτή τη συνθετική, επιστημονικά θεμελιωμένη και κοινωνικά γειωμένη προοπτική μπορεί να αναδειχθεί σε δύναμη ιστορικού μετασχηματισμού και όχι απλώς σε δύναμη διαχείρισης της κρίσης.
Η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου μεταβατικού προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα του 2026 θα αντιμετωπίσει, προφανώς, πολλαπλές δυσκολίες, οι οποίες πηγάζουν τόσο από εσωτερικούς όσο και από εξωτερικούς περιορισμούς. Στο εσωτερικό, η ανισοκατανομή εξουσίας και πλούτου, η συγκέντρωση οικονομικών και πολιτικών πόρων σε λίγες ελίτ και η αδυναμία θεσμικής προσαρμογής των δημοσίων υπηρεσιών αποτελούν δομικά εμπόδια. Στο εξωτερικό, η συμμετοχή στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ επιβάλλει δημοσιονομικούς περιορισμούς, νομισματικούς κανόνες και όρια στην άσκηση ανεξάρτητης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια αυτονομίας στις μεγάλες δημόσιες επενδύσεις. Πέραν αυτών, η παγκόσμια γεωπολιτική και οι δεσμεύσεις προς συμμαχίες όπως το ΝΑΤΟ αυξάνουν τις ανάγκες για στρατιωτικές δαπάνες και δεσμεύουν σημαντικούς πόρους που διαφορετικά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κοινωνικές ανάγκες.
Σε επίπεδο δημοσιονομικής επιβάρυνσης, το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους — δηλαδή οι ετήσιες πληρωμές τόκων και κεφαλαίου προς πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων και δανείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και διεθνείς πιστωτές — εξακολουθεί να είναι σημαντικό. Η Ελλάδα αναμένεται να διαθέσει περίπου 3,1%–3,3% του ΑΕΠ ετησίως μόνο για τις πληρωμές τόκων του χρέους την περίοδο 2026–2027, έναντι περίπου 1,9% του ΑΕΠ για τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ το συνολικό δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, στο περίπου 138,2% του ΑΕΠ το 2026 παρά τις πρόσφατες μειώσεις από τα επίπεδα άνω του 145% του ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, οι δαπάνες για την άμυνα και τη στρατιωτική ετοιμότητα, εν μέρει λόγω της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και της γεωπολιτικής θέσης της χώρας, απορροφούν επίσης σημαντικούς προϋπολογιστικούς πόρους. Η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στις χώρες με υψηλό ποσοστό αμυντικών δαπανών ως προς το ΑΕΠ, ξοδεύοντας περίπου 3,0%–3,1% του ΑΕΠ ετησίως σε αμυντικές δαπάνες, που αντιστοιχούν σε περίπου 6,1–6,2 δισ. ευρώ ετησίως σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα προϋπολογιστικά στοιχεία για το 2025. Αυτό το ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και αντανακλά και τις δεσμεύσεις της χώρας εντός του ΝΑΤΟ για υψηλό επίπεδο στρατιωτικής δαπάνης.
Ο σχεδιασμός και η χρηματοδότηση ενός φιλόδοξου μεταβατικού προγράμματος – με καθολική δημόσια υγεία, ισχυρό κοινωνικό κράτος, παραγωγική και βιομηχανική ανασυγκρότηση, κοινωνική κατοικία, προστασία της εργασίας και δημοκρατικό έλεγχο της οικονομίας – απαιτεί μακρόπνοη δημοσιονομική στρατηγική και αναπροσανατολισμό πόρων. Η Ελλάδα, σήμερα, λειτουργεί υπό έντονους δημοσιονομικούς περιορισμούς, γεγονός που καθιστά ένα συνολικό κοινωνικό σχέδιο αναγκαιότητα για κοινωνική δικαιοσύνη, δημοσιονομική βιωσιμότητα και νομιμοποίηση πολιτικών αλλαγών. Η στρατηγική διαχείριση δαπανών πρέπει να προωθεί κοινωνική ευημερία και παραγωγική αναζωογόνηση, αντί να περιορίζει τα κοινωνικά δικαιώματα.
Τέλος, θα πρέπει να ειπωθεί πως, η επιτυχία ενός τέτοιου προγράμματος εξαρτάται από πολιτικές δυνάμεις με ιδεολογική σαφήνεια, στρατηγική ικανότητα και μετωπικό πνεύμα, που θα είναι ικανές να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες με εργατικά στρώματα, μικρομεσαίες τάξεις, φτωχότερα στρώματα και περιφέρειες, διαχειριζόμενες οικονομική πολιτική, κοινωνική ασφάλιση, στεγαστική πολιτική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα.
Το σίγουρο όμως είναι πως, το πρόγραμμα είναι αναγκαίο, καθώς η Ελλάδα αντιμετωπίζει πολλαπλή κρίση. Δηλαδή, την ανισότητα, τη δημογραφική γήρανση, την ενεργειακή ανασφάλεια, την περιφερειακή υπο-ανάπτυξη, την κοινωνική φθορά και την πολιτική αστάθεια. Χωρίς συνολικό σχέδιο που να συνδέει την παραγωγή, την κοινωνική προστασία, τα δημόσια αγαθά, τη δημόσια υγεία, τη δημόσια παιδεία, την εργασία και τη δημοκρατική συμμετοχή, οι ανισότητες και η φτώχεια θα παγιωθούν, καθιστώντας τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό μια ιστορική αναγκαιότητα.