Ο Ίκερ Σουάρες (Iker Suarez), που έρχεται την Παρασκευή 23 Ιανουαρίου στο Στέκι Μεταναστών, έχει με βεβαιότητα, πολλά να μας πει: Πολιτιστικός Ανθρωπολόγος με περγαμηνές, μελετάει τον νεοαποικιοκρατία στην Ευρώπη και παράλληλα έχει ενεργά ενταχθεί στο διεθνές αντιρατσιστικό και αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα. Το βιβλίο που συνυπογράφει, με τίτλο «Η Γενοκτονία των Μεταναστών» μας αφορά. Ο τρόπος που δρα η Ευρώπη – ειδικά η Νότια Ευρώπη στην οποία ανήκουμε κι εμείς και η πατρίδα του Ισπανία- απέναντι στους μετανάστες, η ταξική πάλη και η σχέση της με το μεταναστευτικό, η νεοαποικιοκρατία των «ισχυρών» και των λιγότερο ισχυρών της ΕΕ, η σύνδεση του ευρωπαϊκού κρατικού ρατσισμού με τον ιμπεριαλισμό, τον έχουν απασχολήσει και τον απασχολούν.
Η ιδιαιτερότητα του αντικειμένου με κάνει να τον αναζητήσω πριν έρθει στην Αθήνα. Η λέξη «γενοκτονία» δίπλα στη λέξη «μετανάστες» δεν μπορεί παρά να σου ελκύσει το ενδιαφέρον, να θελήσεις να μάθεις περισσότερα.
«Η ανάπτυξη της διεθνούς καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας βάζει το πραγματικά σημαντικό πρόβλημα της απορρόφησης των μαζών αυτών, όλων αυτών των ανθρώπων που έχουν στερηθεί τις περιουσίες τους στον παγκόσμιο νότο. Και το βάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ευρώπης. Η ανάπτυξη του κεφαλαίου στην Αφρική, στη Δυτική Ασία, σε αυτά τα μέρη δεν έχει προσφέρει δυνατότητες εργασίας, λόγω της οικονομικής υπανάπτυξης. Αρα, οι άνθρωποι θα μεταναστεύσουν. Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη, η οποία είναι η πιο ανεπτυγμένη πλευρά της εξίσωσης από οικονομικής άποψης, τα πλούσια έθνη, αν θέλετε, δεν έχουν ούτε την προθυμία ούτε την ικανότητα να απορροφήσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους στην απασχόληση ή, γενικά, στις κοινωνίες του παγκόσμιου βορρά. Έτσι, έχουμε δύο προβλήματα, ένα στο βορρά, ένα άλλο στο νότο, και οι άνθρωποι που έχουν περισσότερη εξουσία, που είναι τα κράτη του βορρά, “λύνουν” το πρόβλημα αφήνοντας τους ανθρώπους να πεθαίνουν στο δρόμο τους προς την Ευρώπη. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για τη γενοκτονία των μεταναστών, μιλάμε για γεγονότα όπως αυτά που έχουν περάσει η Ισπανία και η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια».
Έχει εργαστεί και ερευνήσει επιτόπου στη Μελίγια (Melilla) του Μαρόκου, το ένα από τα δύο “στρατόπεδα” στο οποίο δολοφονεί η Ισπανία – μέρη που αποτελούν την “Πύλο” της άλλης πλευράς της Μεσογείου. Η αποικιοκρατία εκεί έχει πολύ μεγαλύτερη και εμφανέστερη ιστορία. Ομως, σήμερα, που εντοπίζουμε την (νεο)αποικιοκρατία;
«Λόγω του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, έχουμε αυτόν τον τρόπο παραγωγής που συστηματικά παράγει διαρροή πλούτου από τον νότο προς τον βορρά. Αυτό συμβαίνει μέσω πολλών οικονομικών μηχανισμών, όπως η άνιση ανταλλαγή. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι μισθοί στο βορρά είναι πολύ υψηλότεροι από τους μισθούς στο νότο, και επομένως η ίδια ποσότητα εργασίας θα κοστίσει πολύ λιγότερο στο νότο.
Κάθε φορά που ο νότος κάνει συναλλαγές στην παγκόσμια αγορά, πληρώνεται λιγότερο σε σχέση με τον Βορρά, για παράδειγμα. Πέρα, όμως, από τα κόστη έχουμε και τις διαφορές των μισθών στο Βορρά και τον Νότο. Η διαφορά μεταξύ των μισθών στην Ισπανία και των μισθών στο Μαρόκο, ή των μισθών στην Ελλάδα και των μισθών στη Λιβύη ή την Αίγυπτο. Οι διαφορές είναι σημαντικές.
Πέρα από αυτό, πιο δομικά, ο τρόπος που λειτουργούν οι οικονομίες του κέντρου και της περιφέρειας του Βορρά και του Νότου, τροφοδοτεί τον κύκλο που δημιουργεί και αναπαράγει την αποστράγγιση αυτού του πλούτου. Ας πούμε, η Ελλάδα και η Ισπανία, έχουν άλλη, πιο κεντρική θέση, στην παγκόσμια οικονομία, που αναπαράγει ακριβώς αυτόν τον τρόπο συσσώρευσης. Αντίθετα, στον νότο, η υπανάπτυξη καθιστά πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους να βρουν πρώτα δουλειά».
Είναι μόνο, όμως, οικονομικά τα ζητήματα, ή η παλιά, γνωστή μας, βάρβαρη αποικιοκρατία, έχει αφήσει κληρονομιά στη Δύση τον ρατσισμό προς αυτούς τους ανθρώπους; και, μήπως ακριβώς η επαναφορά και εργαλειοποίηση του ρατσισμού αφήνει την γενοκτονία αυτή να συνεχίζεται;
«Ο αποικισμός από την αρχή ήταν ένα ρατσιστικό σχέδιο. Πολλοί μελετητές, από τη Λατινική Αμερική και αλλού, έχουν δείξει πως από το 1492, αυτό που γίνεται είναι η σύσταση ενός φυλετικού Άλλου. Και ακόμη και πριν από αυτό, όπως στην πρώιμη πορτογαλική επέκταση στην Αφρική, ακόμη και εντός της Ιβηρικής Χερσονήσου, όλα ξεκινούν ως ρατσιστικό σχέδιο. Σήμερα, ενώ η επίσημη αποικιοκρατία έχει τελειώσει, το ρατσιστικό πρότζεκτ παραμένει. Πριν μιλούσαμε για πολιτισμένα και βάρβαρα έθνη, τώρα μιλάμε για ανεπτυγμένα και υπανάπτυκτα έθνη, και τα ίδια μοτίβα συνεχίζονται, και, βεβαίως, υποστηρίζονται οικονομικά. Και, ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο ρατσισμός εισέρχεται στον σύγχρονο κόσμο είναι τα περί παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, ουσιαστικά».
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να αντισταθούμε; Τι μπορούμε να κάνουμε; Και πώς μπορούμε να κάνουμε τους ανθρώπους, που έχουν να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά τους προβλήματα, να μην παρασυρθούν από το ρατσιστικό αφήγημα;
«Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι άνθρωποι που πραγματικά μας κλέβουν είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία. Τα χρήματα που δεν έχουμε στην καθημερινότητά μας, τα παίρνουν αυτοί που έχουν τα πολλά, κι όχι οι άλλοι, αυτοί που δεν έχουν χρήματα. Και, νομίζω, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε φορά, οι κατασταλτικές τεχνολογίες ή κρατικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται για να αντιμετωπίσουν την άφιξη ενός μετανάστη, όταν λ.χ. έρχεται στην Κρήτη, για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούνται για την απέλαση ενός ανθρώπου, που έχει υποστεί φυλετική καταγραφή, όσο η κρίση βαθαίνει θα χρησιμοποιούνται εναντίον μας, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός μας.
Επομένως, είναι προτεραιότητά μας, η ταξική ενότητα. Δηλαδή, πρέπει να τονίσουμε και να οικοδομήσουμε την ταξική ενότητα με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε μια κατάσταση που δεν είναι τόσο διαφορετική από τη δική μας. Συχνά, η μόνη διαφορά που υπάρχει είναι ίσως το χρώμα του δέρματός τους, η γλώσσα που μιλούν και ίσως η υπηκοότητα που έχουν. Αλλά τελικά, πρέπει επίσης να εργάζονται κάθε μέρα. Επίσης, δεν έχουν αγοραστική δύναμη κλπ. Το βιοτικό επίπεδο στην Ευρώπη έχει μειωθεί, υπάρχει πραγματική φτώχεια. Οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε, οι άνθρωποι στην κορυφή, οι άνθρωποι που έχουν τα χρήματα, τις τελευταίες δεκαετίες, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να μας κάνουν φτωχότερους. Γιατί λοιπόν να τους εμπιστευόμαστε και να μην εμπιστευόμαστε τους ταξικούς αδελφούς και τις αδελφές μας;».
Οσο και να κατανοώ το επιχείρημα, βλέπω και την παρακμή αυτής της, ουσιαστικά αριστερής θέσης, στην Ευρώπη. Και, παράλληλα, την άνοδο της ακροδεξιάς, που πατάει ακριβώς στην πτωχοποίηση;
«Η ακροδεξιά είχε πάντα αυτό το λαϊκιστικό επιχείρημα. Οι αρχετυπικές εμπειρίες της Γερμανίας και της Ιταλίας [του εκφασισμού] είχαν στην αρχή κάποιο είδος λαϊκιστικού, σοσιαλιστικού παρακείμενου, που στη συνέχεια προφανώς πήγε σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ανταγωνιστική κατεύθυνση… Το κλειδί για την αντιμετώπιση αυτής της ανάλυσης, η οποία τελικά είναι μια ανάλυση που βασίζεται στην επιθυμία να διατηρηθεί ή να ενισχυθεί το προνόμιο, συγκεκριμένα, της δυτικής εργατικής τάξης είναι τρόπος διαίρεσης της παγκόσμιας εργατικής τάξης και επομένως απομόνωσης των κινημάτων. Ομως, το επιχείρημά μας είναι πρώτα και κύρια ένα οικονομικό επιχείρημα. Οταν καταλάβουμε ότι η βία που υφίσταται ο μετανάστης είναι μέρος του ίδιου είδους βίας που υφιστάμεθα εμείς, επειδή δεν έχετε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσετε το ενοίκιο ή επειδή το σουπερ μαρκετ ακριβαίνει συνέχεις…
Όταν συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για το ίδιο πράγμα ακριβώς, ότι δεν υπάρχει διαφορά, τότε είναι ολοφάνερο ότι τα επιχειρήματα της δεξιάς όσον αφορά την οικονομία δεν βγάζουν νόημα.Τα οικονομικά προβλήματα που απασχολούν τον ευρωπαίο πολίτη, μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από ένα πολιτικό πρόγραμμα πρόθυμο να αντιπαρατεθεί στις κατεστημένες εξουσίες που στην πραγματικότητα κάνουν τη ζωή μας αδύνατη και όχι ένα πρόγραμμα που λέει ότι η λύση σε όλα ουσιαστικά στη θανάτωση μεταναστών στη θάλασσα ή την απέλασή τους ή οτιδήποτε άλλο… Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτό συνέβη στην Ισπανία τη δεκαετία του 1930. Από πού προήλθε ο Φράνκο; Από τη βόρεια Αφρική, το μέρος όπου έκανα την έρευνά μου, την εργασία μου στο πεδίο. Εκεί προετοίμαζε τις τεχνολογίες και μεθόδους βίας εναντίον ανθρώπων για τους οποίους, λόγω του ρατσισμού, ο ισπανικός πληθυσμός δεν ενδιαφερόταν. Και μετά χρησιμοποιήθηκαν εναντίον τους ίδιου αυτού πληθυσμού, για να “καθαρίσουν την Ισπανία”. Αυτό μπορεί να συμβεί ξανά. Και αν η κρίση χτυπήσει όπως τη δεκαετία του 1930, οφείλουμε αυτά να τα θυμηθούμε».