To Hot Stories έρχεται να προστεθεί στην ―εντυπωσιακής συνέπειας και
επιμονής για τα δεδομένα ελληνικής εναλλακτικής μπάντας― τεσσέρων
δεκαετιών κασσέτο-δισκογραφία των Lost Bodies, αποδεικνύoντας ότι, όχι
μόνο τα κουρέλια, αλλά και τα «χαμένα κορμιά» τραγουδάνε ακόμα.

Με τους διάφορους συνδυασμούς του μονίμως παρόντα Θάνου, του Αντώνη,
και αρκετών ανάμεσα στα χρόνια εκλεκτών μουσικών και εξωμουσικών
συνεργατών τους, υπηρετούν, μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα, τους Αφούς
Κατσιμίχα, τον Coti K, και τους Panx Romana την υψηλή τέχνη του
ελληνικού τραγουδιού από την δεκαετία του ’80 ως σήμερα, έχοντας
καταφέρει να γράψουν αρκετούς ποστ-πανκ ύμνους αλλά καμμία έντεχνη
μπαλάντα.

Τα “Hot Stories” (βινυλιακή έκδοση της “DIY Airlines”), ακολουθούν το
πάγιο αιρετικό πνεύμα των Lost Bodies με τραγούδια, ηχητικά τοπία,
εκτονωτικό θόρυβο, σαρκασμό, και απαγγελίες, υπηρετώντας ένα
κολεκτιβιστικό do it yourself νήμα που είναι είδος προς εξαφάνιση στις
σημερινές καλλιτεχνικές σκηνές, αλλά που οι μπούμερς θυμόμαστε ως
«αντικουλτούρα».

Οι Lost Bodies ανήκουν σε ένα χώρο που ανέκαθεν είχε μετρημένες στα
δάκτυλα ενός χεριού φωνές στη χώρα μας (όπως Το ψυγείο ψυγείο,
Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ, Κουμπότρυπες Α.Ε., και κάποιους ακόμα, από
το πιο πειραματικό ύφος του R.R. Hearse, έως το σχεδόν προσιτό των
Αέρα Πατέρα), από τις οποίες εξάλλου ελάχιστες διατηρούν τόσο σταθερή
παρουσία (ή καν παρουσία πλέον).

Το υλικό που συγκεντρώνει ο (διπλός) δίσκος θα είναι γνώριμο και όχι
μόνο ως ύφος, αφού μέρος του και ως προυπάρχουσες εκτελέσεις, με
γνώριμους συνεργάτες στον ηχητικό τομέα (Νίκος Βελιώτης, Σήλια
Τσιούφη, κ.α.), και το Θάνο (Κόη) και το στενότερο κύκλο των Lost
μουσικών ως συνδετικό ιστό.

Αυτό που έφερναν πάντα οι Lost Bodies, και δεν παραλείπουν και στο Hot
Stories, είναι ένας έξω καρδιά σαρκαστικός λυρισμός (ή μήπως λυρικός
σαρκασμός;) απέναντι σε ένα ζοφερό παρών, εκεί που το κυρίαρχο
«εναλλακτικό» ρεύμα εκφράζεται με κλειστοφοβικούς θρήνους αστικής
θλίψης (The Boy), ενδοστρεφείς εξομολογήσεις (πλείστοι όσοι), ή
δοκιμασμένες συνταγές (όπως τα πολυφορεμένα χορευτικά μπητ και 80ς
σύνθια).

Ενάντια σε αυτές τις εκδοχές, και μακριά (ύπαγε!) από κάθε υποψία
επαγγελματισμού, οι Lost Bodies επιμένουν στο ρόλο αντεγράου (sic)
αλογόμυγας να ανοίγονται σε εκλεκτικές επιλογές στίχου και απαγγελίας,
με ένα μουσικό μέρος που ενοχλεί, πλαισιώνει, αλλά και υποβάλλει όσο
πρέπει και όπου πρέπει.

Με κάποιο τρόπο τα δάνεια ποιήματα και πεζά, οι αναφορές σε πολλές
δεκαετίες εναλλακτικής κουλτούρας, αλλά και οι στίχοι του ίδιου το
Κόη, καταφέρνουν, μαζί με τις πολλαπλών επιρροών μουσικές
κατευθύνσεις, να δίνουν παρόλα αυτά ένα συνεκτικό σύνολο ― ένα μουσικό
και ποιητικό κόσμο με δική του λογική και δική του άποψη. Η μορφική
χαλαρότητα επιτρέπει στους μουσικούς να πειραματιστούν ελεύθερα
συνδυάζοντας ηλεκτρικούς, ηλεκτρονικούς, και ακουστικούς ήχους και
ηχητικά τοπία (με αφετηρία που χρεώνεται στην αυθάδεια του post punk,
αλλά φέρνει στο νου και μπάντες από τους Coil έως τους Sleaford Mods).

Θα ξεχώριζα τη μελοποίηση του «Αν πρέπει να πεθάνω», του παλαιστίνιου
ποιητή Ρεφαάτ Αλαρίρ (Refaat Alareer) που σκοτώθηκε στους
βομβαρδισμούς της Γάζας, την ιστορία του «Γάτου (του σατιρικόύ ποιητή
και συγγραφέα Δημήτρη Γιαννουκάκη), την απαγγελία «Απολαύστε
Ελεύθερα» (βασισμένη σε κείμενο του Peter Handke), το (και μουσικά
καθηλωτικό) μανιφέστο «Καθρέφτης», αλλά και την τρυφερή απαλών τόνων
μπαλάντα «Κοινωνική Σαπίλα».

Ο τίτλος ενός πρόσφατου τόμου για την ιστορία των Lost Bodies, «Στ’
αρχί..α μας οι έξυπνοι που πάνε πιο ψηλά…» (κυκλοφόρησε πριν μερικούς
μήνες από τις Εκδόσεις στο Περιθώριο, εξαντλήθηκε, και αναμένεται
επανεκτύπωση), πιάνει αρκετά καλά και το γενικότερο νόημα του δίσκου
και της μπάντας.

Ότι δηλαδή κόντρα στην καριερίστικη νόσο που θερίζει ακόμα και νέους
καλλιτέχνες, μπορεί κανείς να επιμείνει σε μια παρεϊστικη, εκτός
κυκλωμάτων, δημιουργία. Μπορεί έτσι να μην ανοίξει ποτέ την
Πρωτοχρονιάτικη συναυλία του Δήμου Αθηναίων, να μην τον καλέσουν σε
μουσική εκπομπή της νυν και αεί ΥΕΝΕΔ, ούτε να βγάλει branded
σοκολάτα, αλλά σίγουρα θα περάσει καλά και θα έχει το κουτελό του
καθαρό.

Και γιατί ζούμε, αν όχι για ένα καθαρό κούτελο; Μην απαντήσετε…