του Χρήστου Λάσκου

Ενώ θα έπρεπε «να πιάνει την πέτρα και να βγάζει ζουμί», αυτοοικτίρεται και μιζεριάζει. Σε μια πολύ μοντέρνα και βαθυνούστατη εκδοχή, αυτή του γίγαντα Αλέξη Πατέλη, η νεολαία είναι τεμπέλικη. Αντί να πάει να δουλέψει, όπως έκανε ο ίδιος, χύνοντας τόνους ιδρώτα, για τις συμβουλές, που παρέχει στο Μητσοτάκη, θέλει, λέει, να κάνει διδακτορικό!

Πού πα’ ρε Καραμήτρο; Δεν έχεις βρακί στον κώλο σου και μου θες και ντοκτορά;

Ας μην συνεχίσω. Θα μπορούσε να είναι μεγάλη τύχη το γεγονός πως οι περισσότεροι σύμβουλοι και συνεργάτες του πρωθυπουργού είναι μεγάλα βλήματα. Αν προσθέσουμε, μάλιστα, και τον αρχηγό (!) της αξιωματικής με τους δικούς του συνεργάτες, η ανοησία κάνει πάρτι.

Δεν είναι ευκαιρία αυτό για όσους επιδιώκουν έναν άλλο κόσμο;

Όχι, δεν είναι. Η ηλιθιότητα, όταν έχει την κατάλληλη -και τεχνολογική, εκτός των άλλων- στήριξη, είναι ακαταμάχητη. Όπως και η θρασύτητα, που επιτρέπει, για παράδειγμα, στον Κασσελάκη να προβάλλει την αδγιαμεσολάβιτη σχέση με τον… λαό του. Ή τον Γεωργιάδη να λύνει, στο πιτς φυτίλι, τα προβλήματα της οικονομίας, με βασική αποσκευή τις σπουδές στην αρχαιομπουρδολογία.

Ας επιστρέψω, όμως, στο θέμα, στην αμορφωσιά, δηλαδή, τη λεξιπενία της «σύγχρονης νεολαίας».

Θα μπορούσαμε να τελειώσουμε το θέμα εδώ, χωρίς άλλο σχολιασμό, επισημαίνοντας ότι τα ίδια πράγματα λέγονται από την εποχή του Πλάτωνα, ήδη. Η νεολαία, πάντοτε, είναι νεολέρα, βήματα πίσω από τους γεννήτορές της. Έτσι κι αλλιώς, δεδομένης της Πτώσης από τον Παράδεισο, τα πράγματα πηγαίνουν διαρκώς προς το χειρότερο. Κάθε νέα γενιά είναι υποδεέστερη -ιδίως πολιτισμικά, όσο και ηθικά!- από την προηγούμενη.

Τώρα, όμως, η προπέτεια των ιδεολογικών κερβέρων έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ. Η ελληνική νεολαία, το πιο εκμεταλλευόμενο κομμάτι της εργατικής τάξης, στη μεγάλη του πλειοψηφία, ανεξαρτήτως βιογραφικού, δέχεται και συνεχείς προσβολές. Πρώτα από τα ίδια τα αφεντικά, τα οποία δεν χάνουν ευκαιρία να της θυμίζουν τη χάρη, που της κάνουν. Τα μικρομεσαία αφεντικά, μάλιστα, είναι αυτά που κάνουν τη μεγαλύτερη χάρη. Κανένα ωράριο, ελάχιστες αμοιβές, απλήρωτες υπερωρίες, αδήλωτη δουλειά, καθημερινοί εκβιασμοί, όλα αυτά αξίζουν στους νέους, που είναι αυτοί που είναι.

Έχει πλάκα, βέβαια, πως η επιθετική επιχείρηση -συνετισμού;- συνεχίζει να περιλαμβάνει και τους αιώνιους μπαρμπάδες, τύπου Γιανναρά, Γεωργουσόπουλου ή Βερέμη, οι οποίοι θρηνωδούν, εδώ και 70 χρόνια, για το θέμα.

Graecia delenda est, ως γνωστόν. Και τα κωλόπαιδα έχουν πρώτιστη ευθύνη.

Δείτε τι έγραφε ο Τάσος Λιγνάδης, γνωστός δημόσιος διανοούμενος και μπαμπάς του Δημήτρη Λιγνάδη, εν έτει 1989:

«Οπωσδήποτε, τεράστια, κυρίως ως προς τα υποδείγματα [είναι η καταστροφή, που επέρχεται με την κατάργηση των αρχαίων κειμένων από το γυμνάσιο]. Δηλαδή, σε κάποιον θα πρέπει να μοιάσουμε. Ειδεμή τα παιδιά θα μοιάσουν με αυτούς της εταιρίας “δολοφόνων”. Τι να σου κάνουν τα παιδιά; Με ποιους να μοιάσουν;».

Βέβαια, αυτό δεν πήγε και πολύ καλά. Θα ήταν δύσκολο, σήμερα, ακόμη και για τον προνοητικό μορφωτικά πατέρα, να προτείνει στα παιδιά να μοιάσουν στον αρχαιογνώστη γιό του!

***

Η νεολαία, αντίθετα από ό,τι διαδίδουν οι δεξιοί ψάλτες -άξιος ο μισθός, που θα έλεγαν και οι ίδιοι, με την εγνωσμένη αρχαιομάθειά τους- είναι η μόνη μας ελπίδα. Και δεν πρόκειται για ανάστροφο κλισέ.

Πάντοτε οι νέοι άνθρωποι είναι η ελπίδα των κοινωνιών.

Οι δικοί μας νέοι και νέες δεν είναι ούτε απολίτικοι ούτε αντιπολιτικοί. Κατανοούν την αθλιότητα του πολιτικού συστήματος, απ’ άκρου εις άκρον, και το φτύνουν. Ξέρουν καλά πως τίποτε καλό για τη ζωή τους δεν διαμείβεται στο «ναό της δημοκρατίας».

Έχουν δίκιο. Οι κυβερνώντες, όλων των ειδών, έδειξαν πως τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρούς. Όποτε χρειάστηκε, ακόμη και πρόσφατα, για τα Τέμπη και την Πύλο, μεταξύ πολλών άλλων, κινητοποιήθηκαν.

Η ανταγωνιστική Αριστερά πρέπει να δεξιωθεί τις απαιτήσεις τους και να τις υπηρετήσει. Να συστρατευθεί, όχι ως «εκπρόσωπος», αλλά ως μέρος τους, όπως και ως μέρος της εργατικής τάξης ευρύτερα. Οι μη ικανοποιητικές εκλογικές της επιδόσεις πρέπει, νομίζω, να την κάνουν να σκεφτεί πώς θα βρεθεί μαζί με όλους εκείνους, που απέχουν συνειδητά από το πολιτικό τσίρκο, που τους επιβάλλουν. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος από τη ριζοσπαστική νεολαία.

Αν δεν καταλάβουμε πως το θέμα δεν είναι «να γίνουμε η φωνή όσων δεν έχουν φωνή», αλλά το πώς θα αποκτήσουν φωνή όσες έχουν να πουν, από την ίδια τους την θέση, τα περισσότερα και σημαντικότερα, δουλειά δεν γίνεται.