Του Παντελή Παντελόγλου

Το Σύνταγμα της Ελλάδος προβλέπει στο άρθρο 26 την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Πρόκειται για μέρος της παράδοσης της διάκρισης των εξουσιών, μιας παράδοσης που έρχεται από την πρώιμη οργάνωση των αστικών κρατών της Ευρώπης από τον 18ο αιώνα και μετά. Σύμφωνα μʼ αυτή την αρχή, υπάρχει νομοθετική εξουσία που νομοθετεί, εκτελεστική εξουσία που εφαρμόζει τη νομοθεσία και δικαστική εξουσία που ελέγχει την εφαρμογή των νόμων.

 
Εφαρμόζεται αυτή η διάκριση σήμερα στην Ελλάδα; Όχι και πολύ.  Και  δεν είναι ζήτημα φιλοσοφίας του δικαίου, αλλά ζήτημα ουσιαστικής δημοκρατίας. Η συνήθης μέθοδος, ειδικά μάλιστα την τελευταία μνημονιακή τριετία είναι η εξής: Η εκτελεστική εξουσία, η κυβέρνηση δηλαδή, δεσμεύεται έναντι των πιστωτών για πράξεις οι οποίες δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Μετά, επιβάλλει στη βουλή, τη νομοθετική εξουσία δηλαδή, να ψηφίσει αυτές τις δεσμεύσεις, «εδώ που φτάσαμε», όπως μας είπε και η Βάσω Παπανδρέου ψηφίζοντας κάτι για το οποίο είχε συνειδησιακό πρόβλημα (κατά παράβαση του άρθρου 60 του Συντάγματος δηλαδή). Κι αν οι δικαστές κρίνουν αντισυνταγματική τη νέα νομοθεσία, κανένα πρόβλημα.  Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ως τότε, η εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας, όπως κρίθηκε κι από τα δικαστήρια, αναβάλλεται.
 
Όταν ο κοινός νομοθέτης έχει προβλέψει κάποιους πολεοδομικούς όρους, ας πούμε, η διοίκηση, η αρμόδια πολεοδομία δηλαδή, μπορεί να εκδώσει άδεια για ένα οικοδομικό έργο. Αν ορισμένοι γείτονες (παλαβοί υποστηρικτές των κορμοράνων, για ορισμένους), που έχουν έννομο συμφέρον προσφύγουν κατά της απόφασης της διοίκησης στα αρμόδια δικαστήρια, εκείνα έχουν την υποχρέωση να ελέγξουν την διοίκηση για την πράξη της. Και τι γίνεται αν τα δικαστήρια ακυρώσουν την απόφαση της διοίκησης;  Κανονικά τίποτα. Εφαρμόζεται δηλαδή ο νόμος, όπως αυτός κρίθηκε κι απʼ τα αρμόδια δικαστήρια: ακυρώνεται η άδεια, ακυρώνεται και το έργο. Η εφαρμογή της αρχής της διάκρισης των εξουσιών στην πιο καθαρή μορφή της , δηλαδή. Και παράλληλα, δημιουργείται μια νομολογία για παρόμοιες υποθέσεις.
 
Στο ελληνικό σενάριο (και όχι μόνο στην εποχή της κρίσης, φυσικά), ο θιγόμενος επενδυτής παίρνει ένα τηλέφωνο στο αρμόδιο υπουργείο ή κάποιον φίλο στην κυβέρνηση και του λέει το πρόβλημά του. Το υπουργείο ή μια ομάδα βουλευτών καταθέτει νύχτα μια τροπολογία σε άσχετο νομοθέτημα, ενσωματώνοντας στην εθνική νομοθεσία κάτι που θα έπρεπε να είναι απλή και ελέγξιμη από τη δικαιοσύνη διοικητική πράξη. (Αυτό μπορεί να γίνει και πρωί, όταν ετοιμάζεις Ολυμπιακούς Αγώνες και πρέπει να δουλέψει ο κατασκευαστικός κλάδος). 
 
Προφανώς, εδώ αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα δημοκρατίας.  Αν ο πολίτης δεν μπορεί να καταφύγει στα δικαστήρια κατά διοικητικών πράξεων, ποιος είναι αυτός που θα τον υπερασπίσει όταν θίγεται από τη σχέση του με το κράτος; Μα, ο βουλευτής του φυσικά. Αυτός με τη νυχτερινή τροπολογία, αυτός που ψηφίζει όχι κατά συνείδηση όπως του επιβάλλει το Σύνταγμα, αλλά σύμφωνα με την άποψη του αρχηγού του κόμματος, αυτός, αυτός, ο αγαπημένος κομματάρχης.
Ξαναδιαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές σκέφτομαι ότι διέπονται από την αφέλεια της «δημοκρατικής νομιμότητας», μιας κενής πια έννοιας που σφετερίστηκε το πολιτικό προσωπικό της χώρας εδώ και δεκαετίες. Ίσως να ισχύει κι αυτό. Από την άλλη, ποιο είναι το Plan B της δημοκρατικής λειτουργίας των θεμελιωδών θεσμών ενός κράτους δυτικού τύπου όπως η Ελλάδα;