Νομίζετε ότι μόνο στη Βικτωριανή Αγγλία οι δανειζόμενοι εξαναγκάζονταν σε εργασία στις βιοτεχνίες; Ξανασκεφτείτε το. Αυτή την εβδομάδα μια επιστολή που διέρρευσε αποκάλυψε ότι οι δανειστές της Ελλάδας στην Ευρωζώνη απαιτούν εξαήμερη εργατική εβδομάδα ως όρο για την πιο πρόσφατη διάσωση.

Από όλες τις ευφάνταστες ιδέες για την επίλυση της ελληνικής κρίσης, αυτή σίγουρα κερδίζει το βραβείο. Καταρχάς είναι εντελώς ανεφάρμοστη. Κατά δεύτερον όσοι έλληνες έχουν ακόμα εργασία ήδη εργάζονται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στην Ευρώπη. Τέλος, ποιές είναι οι προτάσεις της Τρόικας (Ε.Ε., Δ.Ν.Τ και Ε.Κ.Τ.) για την εύρεση δουλειάς στο 25% των ελλήνων που παραμένουν άνεργοι; Κι όμως, όσο παράλογη και αν ακούγεται αυτή η απαίτηση πρέπει να ληφθεί σοβαρά -τουλάχιστον ως σύμπτωμα της αναπτυσσόμενης πεποίθησης ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να δουλέψουν περισσότερο και σκληρότερα για να επανακτήσουν τις ευημερία τους.

Η μείωση της εβδομάδας εργασίας ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας του 20ου αιώνα. Ένας εργάτης της μεσο-βικτωριανής εποχής μπορεί να εργαζόταν μέχρι και 60 ώρες την εβδομάδα – 10 ώρες την ημέρα, έξι μέρες την εβδομάδα- από την εφηβική ηλικία έως τον θάνατο. Μόνο οι Κυριακές έμεναν ελεύθερες για εκκλησία ή τζίν. Το πρώιμο συνδικαλιστικό κίνημα αγωνίσθηκε σθεναρά εναντίων αυτού του κατεστημένου με το σύνθημα «οκτώ ώρες εργασίας, οκτώ ώρες αναψυχής, οκτώ ώρες ανάπαυσης». Οι προσπάθειές του καρποφόρησαν. Μέχρι το 1930 οι ώρες εργασίας της εβδομάδας έπεσαν στην Βρετανία στις 47. Μέχρι το 1980 μειώθηκαν περαιτέρω στις 40. Οι κοινωνιολόγοι άρχισαν να μιλάνε για το «τέλος της εργασίας» και αναρωτήθηκαν με ποιό τρόπο θα γεμίσουν οι κενές ώρες.

Τότε συνέβη κάτι περίεργο. Κάποια στιγμή γύρω στο 1980 το ωράριο εργασίας στις περισσότερες δυτικές χώρες σταμάτησε να μειώνεται. Στην πραγματικότητα σε Βρετανία και ΗΠΑ άρχισε και πάλι να αυξάνεται, ιδιαίτερα μεταξύ των πλουσίων. Η νέα αυτή τάση συνέπεσε, όχι τυχαία, με την απελευθέρωση των αγορών, την συντριβή της δύναμης των συνδικάτων και την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας. Ο κόσμος επανήλθε στην προηγούμενη, πιο βάναυση μορφή καπιταλισμού που τα χαρακτηριστικά του σύμφωνα με τον John Stuart Mill είναι «το ποδοπάτημα, η σύνθλιψη, το «τζαρτζάρισμα» και το περπάτημα στα τακούνια του άλλου».

Η ελεύθερη αγορά της δεξιάς βλέπει ευνοϊκά την αναβίωση της εργασίας. Μάλιστα, κάποιοι λένε ότι δεν έχει προχωρήσει αρκετά. Η Britania Unchained, μια πρόσφατη ομάδα πέντε συντηρητικών ριζοσπαστών ισχυρίζονται ότι  «Οι Βρετανοί είναι μεταξύ των χειρότερων τεμπέληδων στον κόσμο» και  συνεχίζουν «Βρισκόμαστε ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται λιγότερο, αποσυρόμαστε νωρίς και η παραγωγικότητά μας είναι φτωχή». Οι συγγραφείς καταλήγουν με έναν ύμνο στη «χαμένη αρετή της σκληρής δουλειάς» που τώρα εφαρμόζεται στους Ασιατικούς Τίγρεις (σ.μ. Οι τέσσερις Ασιατικοί Τίγρεις, γνωστοί και ως οι Ασιατικοί δράκοι, είναι ένας όρος που αναφέρεται στην οικονομική ανάπτυξη των Χονγκ Κόνγκ, της Σιγκαπούρης, της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν).

Η ταξιαρχία που υποστηρίζει την περισσότερη εργασία συνήθως αναφέρει δύο επιχειρήματα. Το πρώτο είναι το οικονομικό: Πρέπει να εργαστούμε σκληρότερα προκειμένου να διατηρήσουμε την ανταγωνιστικότητά μας σε σχέση με την Ασία και να υποστηρίξουμε τον αυξανόμενο πληθυσμό των συνταξιούχων μας.  Το δεύτερο είναι το ψυχολογικό: Η εργασία είναι χαρά, ή εν πάση περιπτώσει μας κάνει καλό. Ο αμερικάνος δικαστής Richard Posner υποστήριξε πρόσφατα (κατά την διάρκεια παρουσίασης ενός βιβλίου) ότι  αν εργαζόμαστε μόνο 20 ώρες την εβδομάδα θα εμπλακούμε σε φιλονικίες, κλοπές, θα τρώμε περισσότερο, θα πίνουμε πολύ και θα κοιμόμαστε αργά. Οι τεμπέληδες χρειάζονται την πειθαρχία της δουλειάς για να παραμένουν εντός των ορίων.

Κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι πειστικό. Το πρώτο αγνοεί το γεγονός ότι η ευημερία συνδέεται με την παραγωγικότητα και όχι οι ώρες εργασίας. Οι γερμανοί έχουν την πιο επιτυχημένη οικονομία στην Ευρώπη παρόλο που εργάζονται λιγότερες ώρες σε σχέση με τους ατυχείς Έλληνες. Η παραγωγικότητα δεν επηρεάστηκε το 1974 όταν ο Edward Heath δοκίμασε την τριήμερη εβδομάδα. Σήμερα πολλοί βρετανοί εργαζόμενοι γεμίζουν τις ελεύθερές τους ώρες με πλασματικές δραστηριότητες, συμμετέχοντας σε βιντοδιασκέψεις, ετοιμάζοντας powerpoint παρουσιάσεις, συμμετέχοντας σε brainstorming συζητήσεις κ.α. Θα πρέπει να θυμόμαστε τον νόμο του Parkinson: Το έργο επεκτείνεται πάντα μέχρι να καλύψει όλον τον διαθέσιμο χρόνο.

Το δεύτερο επιχείρημα είναι μια συμβουλή απόγνωσης. Μας περιγράφει ως ανίκανους για δημιουργική ενασχόληση στον ελεύθερο χρόνο, οπότε χρειαζόμαστε κάποιους άλλους για να μας οργανώσουν. Στο βαθμό που αυτό αληθεύει πρόκειται για ένα ισχυρό κατηγορητήριο κατά του πολιτισμού μας. «Υπήρξε στο παρελθόν μια διαθεσιμότητα για το φως της καρδιάς και το παιχνίδι, η οποία όμως αναστέλλεται σε κάποιο βαθμό προκειμένου να ασχοληθούμε με την κουλτούρα της αποτελεσματικότητας» έγραφε ο Bertrand Russel σε ένα δοκίμιο του 1932 υμνώντας την απραξία.

Έχουμε χάσει την τέχνη του ελεύθερου χρόνου και τώρα αντιμετωπίζουμε το δίλλημα μιας σκληρής επιλογής μεταξύ της εργασίας ή της διάλυσης.  Η δύσκολη θέση μας είναι αυτή που περιγράφει ο διάσημος Γάλλος ποιητής Baudelaire που έγραψε «Ο καθένας πρέπει να εργάζεται, αν όχι από γούστο, τότε τουλάχιστον από απελπισία. Μέχρι να συμπυκνωθούν τα πάντα σε μια και μόνο αλήθεια: Η εργασία είναι λιγότερο βαρετή από τη διασκέδαση».

Το 1929 ο οικονομολόγος John Maynard Keynes ανυπομονούσε για την δημιουργία ενός κόσμου χωρίς εργασία, στην οποία «θα εκτιμούμε το αποτέλεσμα υψηλότερα από τα μέσα και θα προτιμούμε το καλό αντί του χρήσιμου». Παρόλα αυτά το μόνο που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας είναι η ανασφάλεια και η σκληρή εργασία. Ο Keynes βρήκε αυτό το κοινωνικό ιδανικό στα γραπτά ποιητών και φιλοσόφων. Πόσο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι οι πλούσιες δυτικές κοινωνίες βρίσκουν τα δικά τους ιδανικά στα sweatshops της Κίνας και στις βιοτεχνίες της Βικτωριανής Αγγλίας.