Η εικόνα που σκιαγραφεί η Κέσσλερ δεν μας εκπλήσσει: είναι η εικόνα ενός δυτικού υποκειμένου που καλείται, στο φόντο μιας σχετικής οικονομικής ασφάλειας, να καλύψει το νοηματικό κενό της ύπαρξής του με το αναπλήρωμα της πίστης στη διαδικασία, είτε αυτή είναι η εργασία είτε η δραστηριότητα της σχόλης. Με όρους κλασικής κοινωνιολογίας, αυτό που συμβαίνει εδώ είναι να απολυτοποιούνται τα μέσα, σε ένα περιβάλλον κρίσης των αξιών. Η ορθολογικότητα δεν αποβλέπει στην εκπλήρωση κάποιας αξίας, αλλά καθίσταται αυτοσκοπός η βέλτιστη αμετάβατη αποτελεσματικότητα της χρήσης των μέσων. Εργασία και γυμναστική αποδεσμεύονται από τους εξωτερικούς όρους που πιθανόν θα τις νοηματοδοτούσαν, καταλήγοντας τρελές μηχανές που δουλεύονται έως διάλυσης. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι παράδοξο: τη στιγμή της επίτευξης του μέγιστου αποτελέσματος, πάνω στο ζενίθ της δυναμικοτητας του, ο φορέας της (εργατικής και σωματικής) δύναμης εξαντλείται και καταστρέφεται.

Όλο και συχνότερα πλέον γίνεται θέμα ανάλυσης το αποτέλεσμα του συνδυασμού του άγχους της επίδοσης με την κόπωση στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Στο πρόσφατα εκδοθέν στα ελληνικά βιβλίο της Εξάντληση, Ένα αντίδοτο στο burnout (μτφρ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, εκδόσεις Gutenberg) η Άννα Καταρίνα Σάφνερ δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι η εξάντληση έχει αναδειχθεί σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα προβλήματα της σύγχρονης εποχής, με πιο αναγνωρίσιμη έκφρασή της την επαγγελματική εξουθένωση, το γνωστό burnout. Όπως επισημαίνει, η εργασία δεν περιορίζεται πλέον στον χώρο και στον χρόνο της απασχόλησης, αλλά καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας, της σκέψης και της προσωπικής ζωής. Παράλληλα, όλο και περισσότερες δραστηριότητες αποκτούν χαρακτηριστικά εργασίας, ενισχύοντας την αίσθηση διαρκούς πίεσης και κόπωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, συμπεραίνει εύλογα η Σάφνερ, το burnout έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον συζητημένα φαινόμενα εξάντλησης της εποχής. Επικαλείται προς τούτο έκθεση της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (American Psychological Association), σύμφωνα με την οποία το στρες και η επαγγελματική εξουθένωση έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα σε ένα ευρύ φάσμα επαγγελμάτων, τάση που εντάθηκε ακόμη περισσότερο κατά την περίοδο της πανδημίας, κατά την οποία και έγινε ακόμα περισσότερο έντονη η ήδη υπάρχουσα σύγχυση εργασιακού και ελεύθερου χρόνου.

Πέρα από την ίδια καθημερινότητα και την επίπονη πολλές φορές βίωσή της, αυτό που πολλαπλασίασε την ορατότητα του φαινομένου και το κατέστησε κέντρο μιας έντονης διερώτησης στην ευρύτερα δημόσια σφαίρα είναι η τεράστια απήχηση που γνώρισε ο Νοτιοκορεάτης φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, ειδικά με το βιβλίο του Η κοινωνία της κόπωσης. Ο Τσουλ Χαν επιχειρεί εκεί να ερμηνεύσει αυτή τη συνθήκη της εξάντλησης, εστιάζοντας στην κυριαρχία της έννοιας της «θετικότητας» στις σύγχρονες κοινωνίες. Η διαρκής προτροπή ότι «μπορούμε» να πετύχουμε περισσότερα, σε συνδυασμό με την αντίληψη ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τη ζωή και την εργασία μας, μετατρέπει την επιδίωξη της επιτυχίας σε μηχανισμό αυτοπίεσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προβληματοποίησης του φαινομένου έρχεται να εγγραφεί και το Γυμναστήριο της Βελένα Κέσσλερ, ένα μυθιστόρημα που γνώρισε ήδη από την έκδοσή του στη Γερμανία μεγάλη επιτυχία, μεταφράστηκε γρήγορα και στα ελληνικά και έχει ήδη πρωταγωνιστήσει στην καθ’ ημάς δημοσιότητα, με παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, ακόμα και με την πρόσφατη επίσκεψη της συγγραφέως στη χώρα μας. Παρακειμενικά συμβάντα όλα αυτά, που δείχνουν ωστόσο την ετοιμότητα του ορίζοντα προσδοκιών των αναγνωστών να υποδεχθούν το μυθιστόρημα.

Η πλοκή είναι απλή: μια γυναίκα πιάνει δουλειά σε μεγάλο γυμναστήριο. Για να δικαιολογήσει στη συνέντευξη τις ατέλειές του σώματός της επικαλείται μια δήθεν πρόσφατη ανύπαρκτη εγκυμοσύνη. Καθώς απολαμβάνει τη μηχανική εργασία της ως παρασκευαστρια υγιεινών σμούθι με εξεζητημένα ονόματα, αρχίζει να γυμνάζεται και η ίδια. Σταδιακά εθίζεται στην άσκηση, πρώτα μέσα από τον έρωτα προς την όλο και βελτιούμενη αυτοεικόνα της  και στη συνέχεια βλέποντaς αυτήν την αυτοεικόνα ως πρόκληση υπέρβασης των ορίων της μυικής ενδυνάμωσής της. Μέσα από τη σύγκριση με πιο γυμνασμένες γυναίκες από αυτήν εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου ο προσπορισμός τροφής αποτελεί συνάρτηση της ποσότητας  προσληφθείσας πρωτεΐνης, που, φευ, ποτέ δεν είναι αρκετή.

Παράλληλα, θραύσματα του παρελθόντος έρχονται να προστεθούν στο κάδρο, αποκαλύπτοντας μια προγενέστερη ζωή μεγαλοστελέχους πολυεθνικής. Η ζωή στο γραφείο παρουσιάζει εκπληκτικές αναλογίες με τη ζωή στο γυμναστήριο -για όποιον και όποια τουλάχιστον κάνει πρωταθλητισμό  και η ηρωίδα μας είναι μια τέτοια περίπτωση- αναπαράγοντας την ίδια λογική της αποδοτικότητας χωρίς όριο. Μέχρι που όλο το σύστημα παραγωγής της  αυτοϋπέρβασης στραβώνει. Προσεγγίζοντας αυτό το στράβωμα φτάνουμε στις κορυφώσεις των δύο πορειών, που συναντιούνται στο ίδιο σημείο: Το κυνήγι της υπέρβασης των ορίων συναντά το όριο της υπέρβασης στην καταστροφή.

Η εικόνα που σκιαγραφεί η Κέσσλερ δεν μας εκπλήσσει: είναι η εικόνα ενός δυτικού υποκειμένου που καλείται, στο φόντο μιας σχετικής οικονομικής ασφάλειας, να καλύψει το νοηματικό κενό της ύπαρξής του με το αναπλήρωμα της πίστης στη διαδικασία, είτε αυτή είναι η εργασία είτε η δραστηριότητα της σχόλης. Με όρους κλασικής κοινωνιολογίας, αυτό που συμβαίνει εδώ είναι να απολυτοποιούνται τα μέσα, σε ένα περιβάλλον κρίσης των αξιών. Η ορθολογικότητα δεν αποβλέπει στην εκπλήρωση κάποιας αξίας, αλλά καθίσταται αυτοσκοπός η βέλτιστη αμετάβατη αποτελεσματικότητα της χρήσης των μέσων. Εργασία και γυμναστική αποδεσμεύονται από τους εξωτερικούς όρους που πιθανόν θα τις νοηματοδοτούσαν, καταλήγοντας τρελές μηχανές που δουλεύονται έως διάλυσης. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι παράδοξο: τη στιγμή της επίτευξης του μέγιστου αποτελέσματος, πάνω στο ζενίθ της δυναμικοτητας του, ο φορέας της (εργατικής και σωματικής) δύναμης εξαντλείται και καταστρέφεται.

Για να μεταφέρει το μήνυμα η Κέσσλερ καταφεύγει σε μια στακάτη, σφιχτή αφήγηση που ακολουθεί το ρυθμό της ηρωίδας, όσο αυτή εισχωρεί όλο και βαθύτερα στον κόσμο της -κυριολεκτικά- κατασκευής του εαυτού της. Η φράση ακολουθεί την ανάσα όσο οι παλμοί ανεβαίνουν, και η αφήγηση τον ασθμαίνοντα ρυθμό ενός σετ έλξεων, προβολών και λοιπών ad nauseam επαναλαμβανόμενων γυμναστικών ασκήσεων. Οι χαρακτήρες παραμένουν επιφανειακοί, χωρίς ανάπτυξη, καρικατούρες ανθρωπότυπων, καθηλωμένοι στην επιφάνεια και την εικόνα. Το σασπένς εισάγεται μεθοδικά και οδηγεί στην κορύφωση σεναριακώ τω τρόπω. Με όλα αυτά καθίσταται δύσκολο να διαβάσεις το βιβλίο αργά, όπως είναι δύσκολο να ζήσεις αργά στο περιβάλλον που το βιβλίο περιγράφει. Προκύπτει έτσι μια ενδιαφέρουσα ταύτιση θέματος και τρόπου αναπαράστασής του που διπλασιάζει το νόημα: το βιβλίο «εξαντλείται» σταδιακά όπως και το σώμα της ηρωίδας, φτάνοντας στο πικ του, γινόμενο μπεστ σέλερ, τη στιγμή ακριβώς που η συνειδητοποίηση του νοήματός του το καθιστά παρωχημένο, καθώς ένα νέο «τασκ» έχει τεθεί προς υπέρβαση.

Ταυτόχρονα, η Κέσσλερ εντάσσει στην αφήγησή της «παράπλευρα» θέματα, όπως τη σχέση εγκυμοσύνης και καριέρας στη σύγχρονη Δύση, τη σεξουαλική παρενόχληση ως εργασιακή κανονικότητα και την ασθένεια ως μια ασυγχώρητη παρέκκλιση, τέτοια που να (πρέπει να) καθίσταται αόρατη. Σ’ αυτά τα τα δευτερεύοντα για το σασπένς πλην εξόχως συστατικά της κατάστασης της ηρωίδας συμβάντα συνοψίζεται και η πολυπλοκότητα των σχέσεων εξουσίας που συγκροτεί ένα κατά τα (φαινομενικά) άλλα επίπεδο υποκείμενο. Η καθολικότητα της απεύθυνσης διυλίζεται έτσι μέσα από τη γυναικεία εμπειρία, ως προνομιακό χώρο ανίχνευσης των αντινομικών προσταγών της κοινωνίας προς τα όλο και πιο ευάλωτα υποκείμενα της.

 

Βερένα Κέσσλερ

Γυμναστήριο

μτφ. Δέσποινα Κανελλοπούλου

εκδόσεις Δώμα