Στην Ισπανία και στη Γαλλία, δύο χώρες με βαθιά ριζωμένη κινηματική και πολιτική παράδοση, οι νέοι κατέβηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους, διεκδικώντας το δικαίωμα στη στέγαση και στη δωρεάν εκπαίδευση, αντίστοιχα. Στη συνέχεια, οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν σαν ντόμινο, αποκτώντας διεθνείς διαστάσεις.

Η Αλβανία φλέγεται, καθώς η απογοητευμένη νεολαία της απαιτεί την παραίτηση του Έντι Ράμα. Το Βέλγιο βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο μαζικών κινητοποιήσεων ενάντια στην κυβερνητική πολιτική λιτότητας, με την οργή των διαδηλωτών να συναντά και εκεί τη βίαιη καταστολή των αστυνομικών δυνάμεων. Στην Ιταλία, η φοιτητική νεολαία υψώνει τη φωνή της απέναντι στην ακροδεξιά κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, με τις κινητοποιήσεις να εντάσσονται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό ρεύμα κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης, ενώ το νήμα των διαμαρτυριών ξαναπιάνει και η Σερβία. Παράλληλα, αντίστοιχες συλλογικές κινητοποιήσεις λαμβάνουν χώρα στη Χιλή, στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, ακόμη και στην Ινδία, με το κίνημα των «Κατσαρίδων». Όπως φαίνεται, όμως, από τα συνθήματα που ακούγονται στους δρόμους αυτό το διάστημα, οι νέοι δεν διαδηλώνουν μόνο ενάντια στο σύστημα που τους κατασπαράζει το παρόν και το μέλλον, αλλά και ενάντια στα τερατώδη μαντρόσκυλά του: την ακροδεξιά και τον νεοφασισμό. Ένα σύνθημα έχει ενώσει την νεολαία και αυτό δεν είναι άλλο από το «είμαστε όλοι αντιφασίστες».

Πριν από μερικές δεκαετίες, ο Βίλχελμ Ράιχ στοχαζόταν πως «το ερώτημα δεν είναι γιατί εξεγείρονται οι άνθρωποι, αλλά γιατί δεν εξεγείρονται», προσπαθώντας να αναλύσει τη συστηματική παθητικότητα των μαζών απέναντι στους μηχανισμούς καταπίεσης. Για τον Ράιχ, η υποταγή στην αυταρχική εξουσία και η αποδοχή της εξαθλίωσης συνιστούσαν μια εκτροπή από τη «φυσική» κατάσταση του ανθρώπου, η οποία εμπεριέχει εγγενώς τη συγκρουσιακότητα και τη διεκδίκηση της αυτονομίας. Κατέληξε, λοιπόν, μεταξύ άλλων συμπερασμάτων, πως ο φόβος της ελευθερίας και η ανάγκη του ανήκειν κάνουν τις μάζες να «ερωτεύονται την ίδια τους την αλυσίδα», αναζητώντας αυταρχικούς ηγέτες που θα τους απαλλάξουν από το βάρος της προσωπικής ευθύνης και σκέψης. Καμιά φορά, όμως, αρκεί να συσσωρευτεί μια αδικία ακόμα πάνω στις πλάτες του λαού για να ανάψει την σπίθα της εξέγερσης. Για να απομαγεύσει τους ανθρώπους από τις αλυσίδες τους και τους κάνει να ερωτευτούν ξανά την ομορφιά του συλλογικού αγώνα.

Η Ισπανία έκανε την αρχή στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκείνη την ημέρα, η  Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, μια 87χρονη γυναίκα με κινητικά προβλήματα, απομακρύνθηκε βίαια με φορείο στο διαμέρισμά της στη Μαδρίτη στο οποίο διέμενε για πάνω από 70 χρόνια. Ο λόγος ήταν πως η πολυκατοικία όπου βρισκόταν το διαμέρισμά της αγοράστηκε από επενδυτική εταιρεία και το ενοίκιο της αυξήθηκε κατά 230% (από 500 ευρώ στα 2.650 και μετέπειτα στα 1.650), με την ίδια να αδυνατεί να το πληρώσει καθώς η σύνταξή της έφτανε μόλις στα 1.350 ευρώ. Η εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας να απομακρύνεται με φορείο μέσα από το ίδιο της το σπίτι, λειτούργησε ως θρυαλλίδα για τη συσσωρευμένη οργή του Ισπανικού λαού σχετικά με τη στεγαστική κρίση, τις υπέρογκες αυξήσεις των ενοικίων και τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης με αποτέλεσμα σχεδόν 1 εκατομμύριο άνθρωποι να κατακλύσουν τους δρόμους ολόκληρης της χώρας σε μια πρωτοφανή διαμαρτυρία που συγκλόνισε τον πλανήτη. Μάλιστα, εκατοντάδες διαδηλωτές έστησαν μόνιμες κατασκηνώσεις στην κεντρική πλατεία Puerta del Sol της Μαδρίτης και πραγματοποίησαν μεγάλες πορείες προς το Κοινοβούλιο, με τις διαμαρτυρίες να κορυφώνονται μετά τον θάνατο της Μαρικάρμεν στις 7 Οκτωβρίου, λίγες ώρες πριν υπογραφεί συμβιβαστική συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της. Το σύνθημα «Η Μαρικάρμεν έφυγε, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται» αντηχεί αυτές τις ημέρες στους δρόμους της Ισπανίας, ταράσσοντας το ισπανικό κοινοβούλιο. Σε μια προσπάθεια να αποσοβήσει μια νέα κορύφωση των διαδηλώσεων, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έθεσε σε κοινοβουλευτική ψηφοφορία δυο διατάγματα με σοβαρές μεταρρυθμίσεις όσον αφορά το στεγαστικό πρόβλημα, τα οποία καταψηφίστηκαν σύσσωμα από την ισπανική δεξιά και ακροδεξιά αλλά και από τα μετριοπαθή συμμαχικά κόμματα της κυβέρνησης συνεργασίας, αναγκάζοντας τον Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές στςι 29 Νοεμβρίου. Ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, εργατικά και φοιτητικά σωματεία προκήρυξαν πανεθνική απεργία στις 11 Νοεμβρίου, ενώ πολλοί βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE).

Οι μαζικές διαδηλώσεις δεν ανάγκασαν μόνο την κυβέρνηση Σάντσεθ να υποχωρήσει μπροστά στα δίκαια αιτήματα του εξεγερμένου ισπανικού λαού, και κυρίως της νεολαίας που υπήρξε η ψυχή και η καρδιά των κινητοποιήσεων, αλλά ξεγύμνωσαν για ακόμα μια φορά την άκρα δεξιά ως το κατά παράδοση μακρύ χέρι του κεφαλαίου, μιας και το ακροδεξιό (έως και νεοφασιστικό) Vox καταδίκασε από την πρώτη στιγμή τις λαϊκές κινητοποιήσεις, απαίτησε ακόμα περισσότερη κρατική καταστολή και, εν τέλει, καταψήφισε τις στεγαστικές μεταρρυθμίσεις. Η στάση του Vox δεν διαφέρει, φυσικά, από τα υπόλοιπα ακροδεξιά κόμματα και μορφώματα σε παγκόσμιο επίπεδο, που παραδοσιακά υπερψηφίζουν οποιοδήποτε νομοσχέδιο διευκολύνει το μεγάλο κεφάλαιο, ενώ προσπαθεί να φέρει τα μέγιστα εμπόδια για οτιδήποτε αφορά τον ίδιο τον λαό.

Στη Γαλλία, η Εθνική Συσπείρωση όχι μόνο καταδίκασε εξαρχής τις μαζικές μαθητικές κινητοποιήσεις, αλλά λειτούργησε ως ο βασικός καταλύτης στον προπαγανδιστικό μηχανισμό του Μακρόν, σφυρηλατώντας όλες τις κατηγορίες περί υποκίνησης της εξέγερσης της νεολαίας τόσο από  Ισλαμιστές όσο και από την Αριστερά (κυρίως το κόμμα Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν («Ισλαμοαριστερά», όπως αρέσκονται να την ονομάζουν οι ακροδεξιοί). Ο ρατσισμός απέναντι στα παιδιά τον προαστίων γιγαντώθηκε και γρήγορα ο λόγος της νεολαίας που ξεκίνησε το κύμα καταλήψεων στα λύκεια έλαβε σαφέστατη αντιρατσιστική και συμπεριληπτική χροιά. «Η παιδεία που ονειρεύομαι», είπε ένας νεαρός μαθητής ο λυκείου, ο Ελουάν Μπενουά, «τους χωράει όλους μέσα εκτός από τους φασίστες». Σχεδόν 900 λύκεια είναι υπό κατάληψη αυτή τη στιγμή σε όλη τη γαλλική επικράτεια, ενώ στον αγώνα των μαθητών έχουν προσχωρήσει και φοιτητικά και εργατικά σωματεία, με εκπαιδευτικούς και εργάτες να γίνονται ασπίδα μπροστά στα παιδιά ώστε να τα προστατέψουν από την ακραία αστυνομική βία. Τον γύρω του διαδικτύου έκανε μάλιστα η εικόνα του δημάρχου του προαστίου Σεν-Ντενί, Μπαλί Μπαγκαγιόκο, ο οποίος άνοιξε την αγκαλιά του και έβαλε το σώμα του ανάμεσα στα παιδιά και στις δυνάμεις καταστολής, φωνάζοντας «Σταματήστε». Το αξίωμά του, βέβαια, δεν σταμάτησε την αστυνομία από το να ρίξει δακρυγόνα πάνω τους.

Στην Αλβανία η νεολαία βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης της χώρας. Παρόλα αυτά, το καλοκαίρι απέδειξε πως δεν δίνει γη και ύδωρ στους ξένους επενδυτές, με το κίνημα των «Φλαμίνγκο» να ξεκινάει για περιβαλλοντικούς λόγους και να συγκλονίζει ολόκληρο τον πλανήτη. Τώρα οι νέοι συνεχίζουν τις μαζικές κινητοποιήσεις στα Τίρανα, νέοι σπουδαγμένοι και μορφωμένοι που είδαν τους γονείς τους να φεύγουν μετανάστες για να τους σπουδάσουν, που βιώνουν και εκείνη την μαζική μετανάστευση της γενιάς τους. Η αστυνομική βία είναι αδυσώπητη, ενώ η εικόνα ενός νεαρού φοιτητή να ξυλοκοπείται από έξι αστυνομικούς και έπειτα να δένεται πισθάγκωνα με χειροπέδες πάνω σε ένα κάγκελο κάνει επίσης τον γύρο του κόσμου. Ο Κλεβί Μετάζ, ο 22χρονος φοιτητής Νομικής φαίνεται πως τη στιγμή της σύλληψης του φώναξε ατρόμητα:

«Αν είναι να ζήσουμε, ας ζήσουμε ελεύθεροι ή ας πεθάνουμε όρθιοι, όπως τα δέντρα».

Στην ματωμένη Αργεντινή, χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν εναντίον του φασίστα Χαβιέ Μιλέι, ο οποίος «πριόνισε» τη δημόσια παιδεία και υποβαθμίζει σθεναρά τα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας, μη απελευθερώνοντας τα απαιτούμενα εκπαιδευτικά κονδύλια. «Καταστρέφεται το μέλλον της χώρας μας», λένε τα φοιτητικά και εργατικά σωματεία, την ίδια στιγμή που αστυνομικές αύρες και δακρυγόνα διαλύουν τις διαδηλώσεις.

Η Gen Z, αυτή η τόσο συκοφαντημένη και απαξιωμένη γενιά, εκείνη που δεν έζησε τον απόηχο των μεγάλων κινητοποιήσεων των δεκαετιών του 1960 και 1970, η γενιά των κοινωνικών δικτύων και του influencing, φαίνεται πως επιτέλους αντεπιτίθεται. Κατακλύζει τους δρόμους, έχει πλήρη συνείδηση τι συμβαίνει και πως λειτουργεί ο καπιταλισμός και, κυρίως, δεν νιώθει ότι έχει ελπίδα. Βλέπει μπροστά της ένα μέλλον βουτηγμένο στον μιλιταρισμό και τον πόλεμο, στον θάνατο και την εξαθλίωση, μια αέναη δυστοπία χωρίς τέλος και χωρίς καμία ρανίδα φωτός. Η Gen Z κατάλαβε βαθιά πως όσα συμβαίνουν στη Γάζα, μπορούν να συμβούν και στους ίδιους. Αντί, όμως, να φαντασιωθεί μεγαλοπρεπώς ακόμα ένα τέλος του κόσμου, αυτή τη στιγμή στους δρόμους σχηματοποιείται ξανά ένα νέο όραμα: το τέλος του καπιταλισμού.

Το φθινόπωρο του 2026 λαμβάνει χώρα κάτι συγκλονιστικό. Το νήμα του αγώνα συνεχίζεται, οι νέοι αγωνιστές πορεύονται χέρι με χέρι με τους βετεράνους του 20ου αιώνα. Η κουλτούρα της αντίστασης, όπως και τα εργαλεία που αυτή παρέχει, μεταλαμπαδεύονται σε νεα μυαλά, σε νέα χέρια και κατασκευάζουν τις πολιτικές συνειδήσεις του παρόντος και του μέλλοντος. Όσα προσπάθησε να ανακόψει τόσο βίαια ο νεοφιλελευθερισμός, η νέα γενιά τα ανακαλύπτει στη μνήμη που φέρουν πάνω τους τα ίδια οδοφράγματα, οι ίδιοι δρόμοι της φωτιάς.

Η μνήμη του συλλογικού αγώνα που εγγράφεται στους τόπους μας.

Οι Γάλλοι μαθητές τραγουδάνε στους δρόμους τις μουσικές τους αλλά και τις μουσικές των προηγούμενων γενιών, μεταξύ άλλων ένα διάσημο τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ, το «Εmmenez-moi». Το θέμα του τραγουδιού αφορά τη δίψα για απόδραση, ένα φωτεινό και αισιόδοξο τραγούδι που ποτέ δεν είχε αμιγώς πολιτική χροιά:

«Πάρτε με μαζί σας στις άκρες της γης.
Πάρτε με μαζί σας στη χώρα των θαυμάτων.
Η μιζέρια, μου φαίνεται,
θα παλευόταν περισσότερο στον ήλιο».

Γράφουν στίχους του Ζακ Πρεβέρ, μιλάνε για τον Σαρτρ και τον Καμί, για την Αριστερά και τους εργατικούς αγώνες, σαν ο Μάης του ’68 να μην σταμάτησε ποτέ και όλα τα υπόλοιπα να ήταν μια κακή ιστορική παρένθεση. Γράφουν στους τοίχους «Vive la Commune», φοράνε παλαιστινιακά μαντίλια, αντιμάχονται τον φασισμό σώμα με σώμα.

Το πως θα εξελιχθούν τα πράγματα θα είναι ένα μελλοντικό ζήτημα για συζήτηση, όπως και ποια στάση θα έχει και η ίδια η Αριστερά σε αυτό το μαζικό κύμα αντίστασης.

Προς στιγμήν, η ομορφιά βρίσκεται στους δρόμους. Εκεί όπου βρισκόταν πάντα.

 

Με τη νεολαία, όπως πάντα!