Οι διαπραγματεύσεις, που διήρκεσαν περίπου 21 ώρες, πραγματοποιήθηκαν σε κλίμα έντασης, με αμοιβαίες κατηγορίες για την αποτυχία τους. Πρόκειται για την πρώτη απευθείας συνάντηση των δύο χωρών μετά από περισσότερο από μία δεκαετία και τις υψηλότερου επιπέδου επαφές από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, που ηγήθηκε της αμερικανικής αποστολής, δήλωσε ότι δεν επετεύχθη συμφωνία, τονίζοντας πως η Ουάσινγκτον έχει θέσει «σαφείς κόκκινες γραμμές», με βασικό αίτημα τη δέσμευση της Τεχεράνης ότι δεν θα αναπτύξει πυρηνικά όπλα.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη χαρακτήρισε «υπερβολικές» τις αμερικανικές απαιτήσεις, ενώ ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι, παρά τη σύγκλιση σε ορισμένα ζητήματα, βασικά σημεία διαφωνίας παραμένουν το πυρηνικό πρόγραμμα και ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με πακιστανικές πηγές, οι συνομιλίες χαρακτηρίστηκαν από έντονες διακυμάνσεις στο κλίμα, ενώ το επίπεδο δυσπιστίας μεταξύ των δύο πλευρών παρέμεινε υψηλό καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Το Ιράν φέρεται να ζήτησε, μεταξύ άλλων, την αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, πολεμικές αποζημιώσεις, καθώς και ευρύτερη κατάπαυση του πυρός στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, επιδιώκουν τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον κρίσιμο αυτό θαλάσσιο δίαυλο και τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Παρά την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας, η εκεχειρία διάρκειας δύο εβδομάδων που συμφωνήθηκε νωρίτερα παραμένει σε ισχύ, με τη διεθνή κοινότητα να εκφράζει ανησυχία για την εξέλιξη της σύγκρουσης, η οποία έχει ήδη προκαλέσει χιλιάδες θύματα και σημαντικές αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Την ίδια ώρα, οι εντάσεις παραμένουν υψηλές και στο μέτωπο του Λιβάνου, όπου συνεχίζονται στρατιωτικές επιχειρήσεις, περιπλέκοντας περαιτέρω τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης στην ευρύτερη περιοχή.