Eνώ η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών αντιμετωπίζουν τη μετανάστευση με ρατσισμό, ξενοφοβία και ως ζήτημα «ασφάλειας», η Ισπανία εχει ξεκινήσει εδώ και μήνες πρόγραμμα νομιμοποίησης μεταναστών χωρίς άδεια διαμονής. Αιτιολογώντας το εκτεταμένο αυτό πρόγραμμα, ο Πέδρο Σάντσεθ επικαλείται την ανάγκη απέναντι στην γήρανση του ισπανικού πληθυσμού και για την στήριξη της ισπανικής οικονομίας, της τέταρτης οικονομίας της ευρωζώνης και μίας από τις δυναμικότερες στην Ευρώπη σήμερα.

«Αυτή η νομιμοποίηση αποτελεί πάνω απ’ όλα μία πράξη εξομάλυνσης (καθεστώτος διαμονής). Πράγμα που σημαίνει αναγνώριση της πραγματικότητας μισού εκατομμυρίου περίπου προσώπων που ήδη αποτελούν μέρος της καθημερινής μας ζωής», έχει δηλώσει ο ισπανός πρωθυπουργός.

Τα δύο τρίτα (67%) των αιτούντων προέρχονται από τη Λατινικη Αμερική και σχεδόν το ένα τέταρτο από την Αφρική (22,9%), με το προφίλ τους να είναι σχετικά νέοι (8 στους 10 είναι κάτω των 45 ετών) και κυρίως άνδρες (57%). Η Κολομβία είναι η χώρα προέλευσης που αντιπροσωπεύεται περισσότερο (25,9%) και ακλουθούν το Μαρόκο (13.3%), η Βενεζουέλα (11,8%) και το Περού (8,8%).

Οι αρχές έχουν στη διάθεσή τους τρεις μήνες προκειμένου να εξετάσουν τις αιτήσεις και να αποφασίσουν αν θα δώσουν στους αιτούντες άδεια διαμονής και εργασίας η οποία θα ισχύει μόνο στην Ισπανία.

Όλοι/ες οι ενδιαφερόμενοι/ες όφειλαν να αιτιολογήσουν τουλάχιστον πέντε μήνες παρουσίας στην Ισπανία την 1η Ιανουαρίου και να αποδείξουν επίσης ότι είχαν καθαρό ποινικό μητρώο. Ευνοϊκή σε μια “νόμιμη, ασφαλή και συντεταγμένη” μετανάστευση, η ισπανική αριστερή κυβέρνηση αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά το μεταναστευτικό εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή η ρεαλιστική προσέγγιση χαιρετίστηκε δημόσια απο τον επκεφαλής της μεγαλύτερης εργοδοτικής οργάνωσης στην Ισπανία (CEOE) σε ένα γενικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από δυσκολίες πρόσληψης σε ορισμένους τομείς δραστηριότητας.

Το δεξιό Λαϊκό Κόμμα, το μεγαλύτερο της αντιπολίτευσης, καθώς και το ακροδεξιό Vox, αντιτίθενται από την πλευρά τους σε αυτό το τεράστιο σχέδιο πολιτογράφησης, κάνοντας λόγο για «παρανοϊκή» πολιτική και «μεταναστευτική εισβολή» αντίστοιχα.