Αναδημοσίευση από το προσωπικό ιστολόγιο του Γιάνη Βαρουφάκη

Η σημερινή επέτειος, που βρίσκει θριαμβευτές τους ορκισμένους αντίπαλους του ΟΧΙ, είναι η στιγμή να απαντήσουμε, εμείς οι ηττημένοι που στηρίξαμε το ΟΧΙ, σ’ ένα απλό ερώτημα: Επρόκειτο για αυταπάτη; Ήταν, όπως «συμπέρανε» η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, απόρροια μιας ατέρμονης στρατηγικής της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που είτε θα οδηγούσε στην συνθηκολόγηση εντός του ευρώ (όπως έγινε) είτε στο «ακόμα χειρότερο» αποτέλεσμα ενός «καταστροφικού» Grexit; Ή, όπως επιχειρηματολογεί το ΜέΡΑ25, η θεωρία της αυταπάτης δεν είναι παρά η κυνική εκλογίκευση μιας ασυγχώρητης συνθηκολόγησης;

Μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2015, όπως αρχικά αποκάλεσε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας την επιβολή του 3ου μνημονίου, οι νικητές προσπάθησαν να ξαναγράψουν την ιστορία εκείνης της Άνοιξης. Βασικός στόχος τους να ακυρώσουν την λογική του ΟΧΙ δηλητηριάζοντας την κοινή γνώμη με τέσσερα γιγαντιαία ψεύδη η διαρκής επανάληψη των οποίων στοχεύει στην ανάδειξή τους σε αδιαμφισβήτητες αλήθειες:

Ψέμα 1ο: Η Ελληνική Άνοιξη ήταν καταδικασμένη στη συνθηκολόγηση, καθώς η μόνη εναλλακτική ήταν το Grexit. Συνεπώς, το ΟΧΙ βασίστηκε στην αυταπάτη ενός ευκολόπιστου λαού (και του νεαρού πρωθυπουργού του) που παραπλανήθηκε από «τύπους σαν τον Βαρουφάκη», έτοιμους να παίξουν τη χώρα, και την ευρωπαϊκή της «πορεία», στα ζάρια, και παραλίγο να τη «χάσουν».

Ψέμα 2ο: Το Grexit ήταν το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα για τον ελληνικό λαό και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Ψέμα 3ο: Αν η κυβέρνηση είχε πάει με τα νερά των δανειστών στις αρχές του 2015, δεν θα υπήρχε λόγος για 3ο Μνημόνιο. Η Ελληνική Άνοιξη (η «περήφανη διαπραγμάτευση», όπως την αποκαλούν περιπαικτικά) κόστισε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες δισεκατομμύρια στην ελληνική οικονομία ακυρώνοντας παράλληλα την ανάκαμψη που είχε αρχίσει το 2014. [Σημ.: Το πόσα δισεκατομμύρια κόστισε εξαρτάται από το αν ακούς τον Γιάννη Στουρνάρα, τον Κλάους Ρέγκλινγκ ή τον Τόμας Βίζερ. Η κολοκυθιά καλά κρατεί.]

Ψέμα 4ο: Επειδή το ΟΧΙ, «ευτυχώς», ακυρώθηκε η Ελλάδα κατάφερε να ορθοποδήσει με αποτέλεσμα, σήμερα, να έχει γίνει μια «κανονική» ευρωπαϊκή χώρα που μάλιστα αναπτύσσεται γοργά.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά:

Πόσο αληθεύει ότι το ΟΧΙ θα έφερνε, νομοτελειακά, είτε την συνθηκολόγηση είτε το Grexit;

Η Ελλάδα, από τη στιγμή που το κράτος πτώχευσε το 2010, ήταν αντιμέτωπη με τρεις πιθανές καταστάσεις: Πρώτον, τη χρεοδουλοπαροικία, στο πλαίσιο της οποίας ζούμε από τότε υπό τον ζυγό μη βιώσιμων χρεών (ιδιωτικών και κρατικών). Δεύτερον, ένα Grexit που θα ερχόταν είτε από ατύχημα είτε λόγω πολιτικής απόφασης (δικής μας ή των δανειστών). Τρίτον, μια βιώσιμη συμφωνία εντός του ευρώ βασισμένη στο βαθύ κούρεμα του χρέους (την ριζική αναδιάρθρωσή του, στη γλώσσα των «αγορών»).

Το εάν η αντίσταση της Άνοιξης του 2015 ήταν μάταιη, δηλαδή το ένα ήταν αδύνατο το βαθύ κούρεμα του χρέους εντός του ευρώ – όπως θα δούμε πιο κάτω – εξαρτιόταν, βασικά, από το εάν θεωρούσαμε το Grexit χειρότερη προοπτική από τη μονιμοποίηση της χρεοδουλοπαροικίας μέσω 3ου μνημονίου. Ας το δούμε διεξοδικά:

Η λαϊκή εντολή που έλαβε η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν βέβαια η έξοδος από την ευρωζώνη (Grexit). Τον Γενάρη του 2015 το εκλογικό σώμα μάς έδωσε εντολή να διαπραγματευτούμε μια βιώσιμη συμφωνία βασισμένη στην ριζική αναδιάρθρωση του χρέους, εντός του ευρώ. Αλλά θα πει σωστά κάποιος: «Αυτό το ήθελαν και οι κυβερνήσεις του μνημονιακού τόξου (Παπανδρέου-Παπαδήμου-Σαμαρά). Εσείς γιατί θα καταφέρνατε κάτι καλύτερο; Επειδή δε φορούσατε γραβάτα;»

Ο λόγος για τον οποίο οι μνημονιακές κυβερνήσεις δεν είχαν καμία ελπίδα να εξασφαλίσουν τη βιώσιμη συμφωνία είναι ότι εξόρκιζαν το Grexit και προέκριναν αντ’ αυτού, και χωρίς δεύτερη συζήτηση, την παραμονή της χώρας σε καθεστώς μόνιμης χρεοδουλοπαροικίας. Γνωρίζοντας ότι οι μνημονιακές κυβερνήσεις, αντιμέτωπες με το Grexit, θα έλεγαν «ναι σε όλα», οι δανειστές (οι οποίοι, για δικούς τους πολιτικούς λόγους, δεν ήθελαν και βιώσιμη συμφωνία με την Ελλάδα και την Ελλάδα εντός ευρώ) δεν είχαν παρά να σπρώξουν τις ελληνικές κυβερνήσεις στα πρόθυρα του Grexit ώστε να αντηχήσει το «ναι σε όλα» στην Ολομέλεια της Βουλής.

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, από την πρώτη μέρα που συνάντησα τον Αλέξη Τσίπρα, το μήνυμά μου ήταν ότι, για να αξίζει τον κόπο να πάρει τα κλειδιά του Μαξίμου, έπρεπε να φοβάται τη μονιμοποίηση της χρεοδουλοπαροικίας μας (δηλαδή το 3ο μνημόνιο) περισσότερο απ’ ό,τι φοβόταν το Grexit: Μόνο έτσι υπήρχαν πιθανότητες για την πολυπόθητη βιώσιμη συμφωνία χωρίς Grexit! Μόνο έτσι δεν θα μπλόφαρε λέγοντας στους δανειστές ότι τα μνημόνια τελείωσαν. Γιατί; Επειδή αν πραγματικά προτιμάς το Grexit από το 3ο μνημόνιο, δεν είναι μπλόφα να λες ότι, βρέξει χιονίσει, δεν υπογράφεις 3ο μνημόνιο! Κι οι δανειστές; Θα ενέδιδαν ποτέ στην απαίτηση για σοβαρή και έγκαιρη αναδιάρθρωση του χρέους (προαπαιτούμενο για βιώσιμη συμφωνία); Ναι, εφόσον ταυτόχρονα:

(α) γνώριζαν ότι, αντιμέτωποι με το δίλημμα Grexit ή συνθηκολόγηση (και αποδοχή της χρεοδουλοπαροικίας), εμείς προτιμούσαμε το Grexit·

(β) έκριναν ότι ένα Grexit θα τους κόστιζε τελικά (σε οικονομικούς και πολιτικούς όρους) πιο πολύ από το να ενδώσουν στη σοβαρή και έγκαιρη αναδιάρθρωση του χρέους την οποία απαιτούσε η επιθυμητή βιώσιμη συμφωνία.

Συνοπτικά, στη Μνημονιακή Ελλάδα υπήρχαν τρεις βασικές απόψεις ή θέσεις – τις οποίες αποτυπώνει ο Πίνακας 1:

(α) Η πεποίθηση του μνημονιακού τόξου ότι η παραμονή στο ευρώ άξιζε τη μόνιμη χρεοδουλοπαροικία στην οποία της έβαλε η τρόικα.

(β) Η πεποίθηση των θιασωτών της δραχμής ότι βιώσιμη συμφωνία εντός ευρώ δεν μπορεί να υπάρξει και, συνεπώς, το Grexit είναι η μόνη εναλλακτική στη χρεοδουλοπαροικία.

(γ) Η μεσαία οδός που (νόμισα ότι) ήταν κοινός τόπος μου με τον Αλέξη Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, και η οποία μπορούσε να οδηγήσει σε βιώσιμη συμφωνία εντός της ευρωζώνης εφόσον (i) εμείς θεωρούσαμε ό,τι χειρότερο το 3ο μνημόνιο και (ii) οι δανειστές φοβόντουσαν πιο πολύ το περίπου 1 τρις. ευρώ που θα κόστιζε το Grexit[1] απ’ ό,τι το πολιτικό κόστος του «να τα βρουν» με μια ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1 – Τρεις ιεραρχήσεις προτιμήσεων, τρία διαφορετικά αποτελέσματα

Ιδού λοιπόν το κλειδί της ερώτησης: «Ήταν μάταιη η διαπραγμάτευση;» Εφόσον προτιμούσαμε το Grexit από το 3ο μνημόνιο, όχι, δεν ήταν μάταιη. (Βλ. την 3η στήλη.) Αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος για τον οποίο το σύνθημα με το οποίο κερδίσαμε τις εκλογές του Γενάρη 2015 ήταν: «Συμφωνία βιώσιμη μέσα στο ευρώ, αλλά όχι όλα για το ευρώ!» Κατεβήκαμε στις εκλογές (τουλάχιστον έτσι νόμισα) αποφασισμένοι να καταδείξουμε στους δανειστές την ειλικρινή μας διάθεση για την επίτευξη έντιμης επίλυσης του ελληνικού ζητήματος διαμηνύοντάς τους, παράλληλα, ότι –ενώ σε καμία περίπτωση δεν απειλούμε με Grexit– ήμασταν έτοιμοι να απαντήσουμε σε επιθετικές τους κινήσεις (π.χ. κλεισίματος των ελληνικών τραπεζών) με ανάλογα και εύλογα αντίποινα (κούρεμα ομολόγων SMP της ΕΚΤ, ενεργοποίηση παράλληλου συστήματος πληρωμών κτλ.).

Δυστυχώς, μετά την ήττα και τη συνθηκολόγηση, ακούμε και διαβάζουμε καλοπροαίρετους σχολιαστές, ακόμα και πολλούς που διάκεινται επικριτικά απέναντι στην επιλογή Τσίπρα να ενδώσει στην τρόικα και να αποκαλέσει την Ελληνική Άνοιξη «αυταπάτη», να αναρωτιούνται: «Και τι να έκανε όταν κατάλαβε ότι ο εχθρός [σημ.: εννοούν τον κ. Σόιμπλε] επιζητούσε την εφαρμογή της απειλής μας, του Grexit; Να αποδεχόταν την καταστροφή που θα έφερνε το Grexit; Να συνέχιζε να μπλοφάρει με τους δανειστές, όπως ο Βαρουφάκης;» Δυστυχώς, η ήττα φαίνεται πως έφερε αμνησία ως προς το διακύβευμα της Άνοιξης, τους στόχους και τα μέσα μας.

Πολύ πριν κερδίσουμε τις εκλογές, προειδοποιούσα τον Αλέξη Τσίπρα να μη διανοηθεί καν να μπλοφάρει απειλώντας μ’ ένα Grexit το οποίο δεν είχε σκοπό να εφαρμόσει. Είχα μάλιστα γίνει και δυσάρεστος, καθώς, από το 2012, επέμενα ότι, αν κέρδιζε εκείνες τις εκλογές, θα ερχόταν αντιμέτωπος με μια τρόικα που θα τον έσπρωχνε τεχνηέντως στο χείλος του Grexit, ώστε να διαπιστώσουν οι δανειστές αν εννοούσε εκείνα που έλεγε. Πρόσθετα μάλιστα ότι η βιωσιμότητα της Ελλάδας εντός του ευρώ απαιτούσε από εκείνον, εκείνη τη στιγμή, να προτιμήσει το επαπειλούμενο Grexit από τη συνθηκολόγηση. Μόνον τότε μπορεί να υποχωρούσαν, δίνοντας στη χώρα τις ανάσες που χρειαζόταν, και άξιζε, εντός της ευρωζώνης.

Είχα δίκιο όμως, το 2012, ή το 2015, ότι η βίαιη έξωσή μας από το ευρώ ήταν, παρά το τεράστιο κόστος της, προτιμότερη από τη συνέχιση των μνημονίων και του καθεστώτος χρεοδουλοπαροικίας που αυτά μας επιβάλλουν;

Ήταν το Grexit το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα για τον ελληνικό λαό και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας;

Τι θα ήταν καλύτερο τον Ιούλιο του 2015; Ένα Grexit, το οποίο δε θέλαμε; Ή το 3ο μνημόνιο, εναντίον του οποίου εξεγερθήκαμε; Η απάντηση απλή: Το Grexit! Ναι, το κόστος θα ήταν μεγάλο. Το 2012 είχα μάλιστα χρησιμοποιήσει ακραίες εκφράσεις, λέγοντας ότι ένα Grexit θα μας πήγαινε πίσω στη νεολιθική εποχή.[2]

Όμως ακόμα και τότε επέμενα: Αν δεν ήμασταν διατεθειμένοι να πούμε «όχι» στις αρπακτικές ιδιωτικοποιήσεις, την σκληρή λιτότητα και τα νέα μνημονιακά δάνεια, η τρόικα θα συνέτριβε τη χώρα. Όπερ και εγένετο! (Βλ. τον ΠΙΝΑΚΑ 1.)

Στις αρχές Ιουλίου του 2015, κατά την ηρωική στιγμή του δημοψηφίσματος, ο πρωθυπουργός Τσίπρας πράγματι βρέθηκε αντιμέτωπος με την απειλή του Grexit. Αν τιμούσε το ΟΧΙ, ναι, υπήρχε πιθανότητα να περάσει η γραμμή Σόιμπλε για Grexit – αν και εξακολουθώ να πιστεύω ότι, την τελευταία στιγμή, το δίδυμο Μέρκελ-Ντράγκι θα παρέμβαιναν αντιπροτείνοντας την ριζική αναδιάρθρωση χρέους. Παρόλα αυτά, ο πρωθυπουργός έπρεπε να υπολογίσει τι θα κόστιζε το Grexit αν τιμούσε το ΟΧΙ κι η τρόικα επέλεγε να μην ενδώσει στο κούρεμα του χρέους μας.

Τι θα κόστιζε αλήθεια το Grexit το καλοκαίρι του 2015; Ο Πίνακας 2 απαντά παραθέτοντας δύο εκτιμήσεις (βλ. διακεκομμένες καμπύλες). Η πιο αισιόδοξη εκτίμηση βασίζεται σε απλή προβολή της ιστορικής πορείας του εθνικού εισοδήματος χωρών που βίωσαν το απότομο και βίαιο σπάσιμο σταθερών ισοτιμιών (βλ. Βρετανία 1931, 1992, Ιταλία 1992, Μεξικό 1994, Βραζιλία 1999, Αργεντινή 2002).

Και η πιο απαισιόδοξη εκτίμηση βασίζεται στην υπόθεση ότι, λόγω της ανυπαρξίας εγχώριων χαρτονομισμάτων, η άμεση μείωση του εθνικού μας εισοδήματος θα ήταν η διπλάσια εκείνων των συγκεκριμένων ιστορικών επεισοδίων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2 – Η διακύμανση του τριμηνιαίου ελληνικού εθνικού εισοδήματος σε ευρώ για την περίοδο 2007-2017 – με τη συμπαγή γραμμή να καταδεικνύει τον κινούμενο μέσο όρο (διάρκειας ενός έτους) [στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ, επικαιροποιημένα τον Σεπτέμβριο του 2017]. Οι δύο διακεκομμένες χρονοσειρές αποτελούν εκτιμήσεις (μία ουδέτερη και μία απαισιόδοξη) του μέσου όρου του ΑΕΠ μετά από ένα Grexit τον Ιούλιο του 2015. Οι εκτιμήσεις βασίζονται σε προβολές επί των ελληνικών μακροοικονομικών δεδομένων έξι επεισοδίων σπασίματος σταθερών νομισματικών ισοτιμιών (Βρετανία 1931, 1992, Ιταλία 1992, Μεξικό 1994, Βραζιλία 1999, Αργεντινή, 2002), λαμβανομένης υπ’ όψιν της προϋπάρχουσας εσωτερικής υποτίμησης (ιδίως στην περίπτωση της Ελλάδας).

Ακόμα και με βάση το απαισιόδοξο σενάριο διαφαίνεται ότι η ανάκαμψη θα ξεκινούσε την άνοιξη του 2016, ότι έναν χρόνο μετά το σοκ του Grexit θα είχε αποσοβηθεί και, σήμερα πλέον, οι ρυθμοί ανάκαμψης θα ήταν εντυπωσιακοί, θέτοντας την ελληνική οικονομία σε τροχιά που καθιστά τη σημερινή μας κατάσταση αποτελμάτωσης και σταδιακής ερημοποίησης ακόμα πιο θλιβερή. Αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα του Grexit: Ένα κόστος πρόσκαιρο με μεγάλα οφέλη μετά το 2017 – κάτι που στη γλώσσα της οικονομικής ονομάζεται επένδυση!

Αντ’ αυτού, είχαμε τη συνθηκολόγηση Τσίπρα, ώστε να αποφευχθεί το Grexit πάση θυσία, και μια μόνιμη αποτελμάτωση μέχρι και το 2023 που ανάλογή της δεν έχει υπάρξει στην ιστορία του καπιταλισμού – κάτι που φαίνεται στον Πίνακα 3 ο οποίος δείχνει πως ακόμα κι η μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού, η Μεγάλη Ύφεση του Μεσοπόλεμου στις ΗΠΑ, ξεπεράστηκε σχετικά γρήγορα ενώ η Ελληνική Κρίση κρατά ως και σήμερα – 13 χρόνια αργότερα!

ΠΙΝΑΚΑΣ 3 – Η εξέλιξη του ΑΕΠ των ΗΠΑ (ξεκινώντας το 1924) και της Ελλάδας (ξεκινώντας το 2003)

Το κόστος της διαπραγμάτευσης (πρώτο εξάμηνο του 2015)

Στην προσπάθεια αμαύρωσης της αντίστασης του ελληνικού λαού εκείνη τη σπουδαία Άνοιξη καταβλήθηκαν φιλότιμες προσπάθειες από την τρόικα εσωτερικού και εξωτερικού να «περάσει» το διπλό ψεύδος ότι: (Α) Ούτε κούρεμα χρέους ούτε 3ο Μνημόνιο χρειαζόταν, και (β) Η Ελληνική Άνοιξη σταμάτησε την ανάπτυξη που είχε αρχίσει το 2014 και κόστισε στην οικονομία έως και 200 δισ. ευρώ.

Ως προς το (Α), ότι δηλαδή το 3ο Μνημόνιο ήταν «αχρείαστο», θυμίζω απλώς ότι, μόνο το 2015, και παρά τα απολύτως άδεια ταμεία που βρήκα τον Γενάρη του 2015 από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, έπρεπε ως Υπουργός Οικονομικών να αποπληρώσω 22 δις στους δανειστές. Ακόμα και να υπέγραφα ό,τι χαρτί μου έδινε η τρόικα (ακόμα και εκείνα που αρνείτο να υπογράψει ο Α. Σαμαράς), το πολύ να έπαιρνα άλλα 7 δις δανείων – με τα οποία εξαντλείτο όλος ο κουμπαρά δανεικών του 2ου Μνημονίου.

Και τα υπόλοιπα 15 δις; Και τα άλλα 18 δις του 2016; Να το πω απλά: Είτε οι αποπληρωμές αυτές θα κουρεύονταν, όπως πρότεινα (στο πλαίσιο της ριζικής αναδιάρθρωσης/κουρέματος χρέους). Είτε 3ο Μνημόνιο (το οποίο εκλεγήκαμε για να μην πάρουμε). Τρίτη εναλλακτική δεν υπήρχε. [Τα περί «πιστοληπτικής γραμμής», αντί για 3ο Μνημόνιο, είναι λογο-τεχνάσματα – απλά, αντί να το λέγανε 3ο Μνημόνιο θα το λέγανε «πιστοληπτική γραμμή».]

Πάμε τώρα στο «κόστος της διαπραγμάτευσης» ή και «κόστος Βαρουφάκη». Μια ματιά στον Πίνακα 1 αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Η εικόνα του ΑΕΠ μας σε τρέχουσες τιμές (δηλαδή σε ευρώ στις τσέπες των ανθρώπων) είναι ξεκάθαρη. Η μείωσή του αρχίζει με την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και, από τότε, μέχρι και τις αρχές του 2014, επιταχύνεται ραγδαία, με μια συνολική απώλεια της τάξης του 25% και άνω. Από τα μέσα του 2014 περνάμε από τη ραγδαία πτώση στην αποτελμάτωση: πιο ήπιες μειώσεις του συνολικού εισοδήματος, οι οποίες, όμως, συμπίπτουν με μεγάλες μειώσεις τιμών (αποπληθωρισμός της τάξης του 2% και άνω). Εν συντομία, το 2014 δεν υπήρξε καμία ανάκαμψη, πόσο μάλιστα ανάπτυξη. Αυτό που υπήρξε ήταν παγίωση της κρίσης, αποτελμάτωση και παγίδευση της κοινωνίας στην αυτοτροφοδοτούμενη δίνη ενός μη βιώσιμου χρέους-ύφεσης-λιτότητας.

Αντίθετα από το αφήγημα της ολιγαρχίας, σύμφωνα με το οποίο ο «ανόητος» λαός ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ τον Γενάρη του 2015 «παρά την ανάκαμψη», η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι ο ελληνικός λαός ψήφισε την κυβέρνησή μας επειδή όχι μόνο δεν υπήρξε καμία ανάκαμψη το 2014 αλλά, επιπλέον, δεν μπορούσε άλλο να ανεχτεί τις ανοησίες περί Greekcovery, Greek Success Story κτλ., στις οποίες, προσβλητικά, τον εξέθετε ένα καθεστώς υπό πανικό.

Όσο για το «κόστος» της Ελληνικής Άνοιξης, ο Πίνακας 1 είναι εξίσου αποκαλυπτικός: Απλώς δεν προέκυψε ποτέ τέτοιο κόστος! Σε όρους συνολικού εισοδήματος, αν μη τι άλλο, από τις αρχές του 2015 παρατηρούμε μια διαρκή σταθεροποίηση. Μήπως όμως το 2015 αυξήθηκε το χρέος; Όχι, δεν αυξήθηκε ούτε το χρέος – βλ. Πίνακα 4. Όταν παρέλαβα το Υπουργείο Οικονομικών, το δημόσιο χρέος ήταν στα 317 δισ., ενώ το παρέδωσα, έξι μήνες μετά, στα 307 δισ., δηλαδή επί της ουσίας στο ίδιο, κατά τι χαμηλότερο, μη βιώσιμο επίπεδο. Μήπως το νέο χρέος που μου καταλογίζουν προστέθηκε λίγο αργότερα; Ούτε αυτό στέκει: Από το τέλος του 2014 έως την 1η Απριλίου 2016 το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, σύμφωνα με τη Eurostat, μόνο κατά 1,5 δισ.

Τότε, τα 86,τα 100 δισ. και τα 200 δισ. που μου χρεώνουν οι κκ. Στουρνάρας, Ρέγκλινγκ και Βίζερ αντίστοιχα πώς προέκυψαν; Πολύ απλά: Πήραν το μη βιώσιμο μέρος του δημόσιου χρέους, το οποίο έλεγα ότι αν δεν κουρευτεί (όπως πρότεινα και απαιτούσα) θα το μετακύληαν με νέα μη βιώσιμα δάνεια, και αφού βοήθησαν να εμποδιστεί το κούρεμά του (κάτι που απαιτούσε την απομάκρυνσή μου από το Υπουργείο Οικονομικών και την ακύρωση του ΟΧΙ), εξασφάλισαν όχι μόνο ότι θα μετακυλιστεί με νέα μνημονιακά δάνεια αλλά και θα χρεωθεί σ’ εμένα!

Δεν είναι εντυπωσιακό; Το μη βιώσιμο χρέος που εκείνοι συσσώρευσαν πριν από το 2015 αποφάσισαν και διέταξαν να χρεωθεί στην Ελληνική Άνοιξη, στην εξέγερση ενός λαού εναντίον του συγκεκριμένου μη βιώσιμου χρέους! Ο Γιόζεφ Γκέμπελς θα ήταν περήφανος που η τέχνη της θεμελίωσης μιας προπαγάνδας σε γιγαντιαία ψεύδη ζει και βασιλεύει.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4 – Τα σαγόνια του μη βιώσιμου χρέους άνοιξαν μετά το 2008, το 2015 παρέμειναν σταθερά και από το 2018 ανοίγουν κι άλλο

Ναι, αλλά σήμερα, εν έτει 2023, η Ελλάδα 2.0 πετάει…

Το μόνο που πετάει είναι το χρέος. Το μόνο που μεγεθύνεται είναι οι φούσκες που βασίζονται σε νέα χρέη. Το τσουνάμι «κόκκινων» οφειλών και δανείων του ιδιωτικού τομέα μεγεθύνεται καθημερινά. Η μεταβίβαση των κόκκινων δανείων από τις τράπεζες στα αρπακτικά (πιο ευγευνικά, στους servicers) δεν αλλάζει το γεγονός ότι το σύνολο του ιδιωτικού χρέους που δεν αποπληρώνεται ξεπερνά το 200% του ΑΕΠ. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί άλλο ένα βουνό ιδιωτικού χρέους που, κούτσα-κούτσα, αποπληρώνεται αλλά που, κι αυτό λίγο-λίγο «κοκκινίζει» όσο η ακρίβεια θερίζει, τα εισοδήματα αρνούνται να αυξηθούν, κι οι άνθρωποι που μέχρι τώρα αποπλήρωναν τα χρέη τους ξάφνου αδυνατούν να το κάνουν.

Συνολικά, σε μια Ελλάδα που το συνολικό μας εισόδημα είναι γύρω στα 200 δις, το ιδιωτικό χρέος ξεπερνά τα 500 δις. Σε αυτό το βουνό ιδιωτικού χρέους προστίθεται το δημόσιο χρέος των 410 δις. Έτσι, φτάσαμε ο λαός μας να χρωστά, συνολικά, πάνω από 900 δις, όταν το εισόδημα δεν ξεπερνά τα 200 δις, από τα οποία τα έσοδα της ολιγαρχίας δεν δηλώνονται και δεν φορολογούνται (μόνο, το πολύ, 90 δις δηλώνονται στην Εφορία – από τους φτωχότερους των ελλήνων και των ελληνίδων).

Και να ήταν μόνο αυτό; Κάθε χρόνο ο ιδιωτικός και δημόσιος τομέας μπαίνουν «μέσα», μαζί, κατά 40 δις το χρόνο (ο τεχνικός όρος είναι ότι, το 2022, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο έφτασε το 10% του ΑΕΠ, δηλαδή περί τα 40 δις). Πως γίνεται αυτό; Παρά τον τουρισμό κάτω από το βάρος του οποίου συνθλίβεται η κοινωνία, οι υποδομές κι η Φύση, ξοδεύουμε σε εισαγωγές υλικών αγαθών και άυλων υπηρεσιών 40 δις περισσότερα από όσα εισπράττουμε εξάγοντας αγαθά και υπηρεσίες. Και που τα βρίσκουμε αυτά τα 40 δις; Είτε τα δανειζόμαστε από ξένες τράπεζες και οργανισμούς είτε καλύπτονται από ξένα κεφάλαια που έρχονται για να εξαγοράσουν ό, τι βρουν.

Είναι ξεκάθαρο ότι η «Χρεοδουλοπαροικία η Ελλάς» καλά κρατάει και προμηνύει ένα πράγμα με μαθηματική ακρίβεια: Νέα Σκληρή Λιτότητα, Νέο Κρατικό Δανεισμό, Νέες Περιπέτειες.

Εν κατακλείδι

Το 2015 υπήρχε τρόπος να αποδράσει η χώρα από τη φυλακή του χρέους παραμένοντας παράλληλα στο ευρώ: η ηγεσία μας να φοβόταν το 3ο μνημόνιο περισσότερο απ’ ό,τι φοβόταν το Grexit! [Σημ. Αν έστω και μια στιγμή, τότε που μου προτάθηκε να αναλάβω το Υπουργείο Οικονομικών, πίστευα ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα υπέκυπτε στην αυταπάτη ότι η υποταγή στην τρόικα ήταν λιγότερο κακή λύση από το Grexit, δεν υπήρχε πιθανότητα να συμμετάσχω.]

Η μόνη αυταπάτη που έκανε κακό στη χώρα ήταν, και παραμένει, η αυταπάτη ότι η ακύρωση του ΟΧΙ έσωσε την Ελλάδα – μαζί με την αυταπάτη πως η καθυπόταξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στις βουλές της τρόικας, και το 3ο Μνημόνιο, ήταν μονόδρομος και ευεργετική για τη κοινωνία και τον λαό μας.

Αυτός είναι ο λόγος που το ΜέΡΑ25 τιμούμε το ΟΧΙ ως κορυφαία στιγμή λαϊκής ωριμότητας και δημοκρατικής ειρηνικής επανάστασης κόντρα στον ανορθολογισμό και τον ολιγαρχικό αυταρχισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το 2015 το άμεσο κόστος ενός Grexit για ΕΕ, ΔΝΤ, ΕΚΤ ανερχόταν στα περίπου 700 δισ. ευρώ αθετημένων αποπληρωμών: ελληνικό δημόσιο χρέος, TARGET2, υποχρεώσεις των ελληνικών τραπεζών απέναντι στην ΕΚΤ, οφειλές των ελληνικών τραπεζών σε ξένους δανειστές, δάνεια ελληνικών εταιρειών και νοικοκυριών από ξένους δανειστές. Όλα αυτά τα δάνεια σε ευρώ θα ήταν, προφανώς, αδύνατον να αποπληρωθούν σε ευρώ μετά την έξοδο της χώρας από το ευρώ. Επιπλέον, υπολογίζεται ότι, λόγω των λεγόμενων cross defaults (των στάσεων πληρωμών ξένων εταιρειών ή οργανισμών προς άλλες ξένες εταιρείες ή οργανισμούς λόγω της αθέτησης αποπληρωμών από Έλληνες οφειλέτες), τουλάχιστον 300 δισ. επιπλέον πρέπει να προστεθούν στο κόστος της ΕΕ από ένα Grexit. Σύνολο: περί το 1 τρισ. ευρώ!

[2] Ήταν άστοχη εκείνη η υπερβολή μου. Εννοούσα πως ένα Grexit τότε, το 2010, θα συρρίκνωνε το ΑΕΠ μας περισσότερο απ’ ότι συρρικνώθηκε το ΑΕΠ των ΗΠΑ στα πρώτα 3 χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης του Μεσοπολέμου. Ναι, αλλά αυτό ακριβώς έγινε: Από 240 δις το ΑΕΠ της χώρας, με 2 καταστροφικά μνημόνια αντί για Grexit, το πήγαν στα 175 δις. Οπότε, το 2015, η μεγάλη πτώση είχε ήδη γίνει και ένα Grexit τότε θα είχε πολύ μικρότερο κόστος – βλ. πιο κάτω.