γράφει ο Αντώνης Βραδής

Αυτή είναι λοιπόν η ευχή μου, μια ευχή ενάντια στη δική σου, μια αντι-ευχή με τις καλύτερες των προθέσεων, μια ευχή που προέρχεται από ένα καλό και ευγενές μέρος, το ίδιο μέρος απ’ όπου καταφτάνει πάντα και η ασφάλεια της συνήθειας, η ασφάλεια των υπολογισμένων κινήσεων και των μετρημένων αποφάσεων, η ασφάλεια των ώριμων σκέψεων και του να γνωρίζεις καλά ότι δεν μπορείς να σώσεις κι όλο τον κόσμο, η ασφάλεια του να ξέρεις ότι είναι πάντα καλύτερα να είσαι ασφαλής, κάλλιο πέντε και στο χέρι που λένε, η ασφάλεια για χάρη της ίδιας της ασφάλειας.

Και έχουν βέβαια κάτι το αντιφατικό αλλά και κάτι το απόμακρο αυτές οι ευχές, αφού αφορούν σε κάτι που το έχεις σκεφτεί ξανά και ξανά, πολύ πριν ειπωθούν, και για να είσαι ειλικρινής κάπως τα ’χασες στην αρχή, όταν είδες πόσο πολύ τα είχες χάσει ο ίδιος καθώς το σχέδιο έπαιρνε σάρκα και οστά, σαν μια συνέντευξη για δουλειά που πήγε αναπάντεχα καλά, κι αυτό το «θα σας ενημερώσουμε» που λένε πάντα είχε αρχίσει να ακούγεται παράξενα ειλικρινές, σαν όντως να σκόπευαν να σε ενημερώσουν, σαν στ’ αλήθεια να σχεδίαζαν να το κάνουν. Και γιατί δεν αρχίζεις να κάνεις σχέδια, αν πιάνεις το νόημα, γιατί δεν ξεκινάς να το διαμορφώνεις στο μυαλό σου το ταξίδι ως ενδεχόμενο, ως ένα πολύ πραγματικό ενδεχόμενο, σκέψου απτό, μη σκέφτεσαι αιθέριο, σκέψου στέρεο, μη σκέφτεσαι υγρό.

Και να που έφτασε η στιγμή που το υγρό και το στέρεο είναι και τα δύο εδώ, κι ενώνονται: η στιγμή δηλαδή που βέβαια πια χαράζουμε τη θαλασσινή μας ρότα. Όλα είναι στη θέση τους. Σε λίγες ημέρες αναχωρούμε για τη Σύρο απ’ όπου κατόπιν θα αποπλεύσουμε για την Γάζα, την Κυριακή 3 Μάη. Όλα είναι έτοιμα: μια μεγάλη αντιπολεμική συναυλία θα αποχαιρετήσει τον στόλο την ερχόμενη Κυριακή, 26 Απρίλη στα Προπύλαια. Μετά την αναχώρησή μας εκ του λιμανιού βέβαια, καμιά βεβαιότητα δεν αναγνωρίζεται. Η νέα παράταση του νέου πολέμου έχει οριστεί για την πρωτομαγιά. Δυό μέρες μετά φεύγουμε εμείς, δυό μέρες μετά από τι ακριβώς δηλαδή, κανείς δεν ξέρει. Τίποτα δεν είναι πια σίγουρο. Και πώς θα μπορούσε; Η αλήθεια είναι πως ζούμε πια σίγουρα σε μια εποχή-τρολ. Μια εποχή που κι αυτή ακόμα η Ειδική Εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών εισηγείται πάνω-κάτω «λύσσα και συνείδηση, άρνηση και βία», καλώντας μας να παρατήσουμε τους πασιφιστικούς θεατρινισμούς τις φλοτίλα και να κοιτάξουμε να μπλοκάρουμε την πολεμική μηχανή άμεσα και ενεργά. Βέβαια, δεκατρία πλοία του στόλου μας ήδη εξέτρεψαν ένα φορτηγό πλοίο που μετέφερε όπλα, οπότε να που ίσως και να συνδυάζονται αυτά τα δύο.

Εν τέλει όμως, αφού τόσος κόσμος, από γνωστούς και φίλους μέχρι κι αυτή την ίδια την Αλμπανέζε, δε βλέπουν τη φλοτίλα και με τόσο καλό μάτι, εμείς γιατί επιμένουμε; Γιατί να επιμείνεις σε ένα μέσο τόσο παρωχημένο και τόσο επικίνδυνο, γιατί να σαλπάρεις με ένα καράβι που, κατά μια μεγάλη πιθανότητα, θα σε καταλήξει σε κάποια φυλακή του λεγόμενου «Ισραήλ»; Σε όλο αυτό τον ορυμαγδό, ή μάλλον και εξ αιτίας του, η απάντηση είναι απλή.

Σαλπάρουμε γιατί η γενοκτονία στη Γάζα συνεχίζεται. Σαλπάρουμε γιατί παρ’ όλα αυτά το βλέμμα έχει αποτραβηχτεί από την Παλαιστίνη, γιατί κάθε στιγμή αρνητικής δημοσιότητας του σιωνιστικού καθεστώτος γράφει στις παγκόσμιες συνειδήσεις. Σαλπάρουμε γιατί κάθε δευτερόλεπτο που το καθεστώς αυτό στρέφεται προς τα πάνω μας, έστω και τόσο πιο απαλά σχετικά με το πώς χειρίζεται τους Παλαιστίνιους, αποσπά την προσοχή του από αυτούς τους τελευταίους, και μπορεί έτσι να τους απαλύνει, μπορεί να σημαίνει έστω και κάποια γραμμάρια του κατοχικού τους βάρους λιγότερα. Σαλπάρουμε, με άλλα λόγια, εμπνευσμένοι όχι από τις αξίες κάποιου αόριστου ή δυτικοκεντρικού ανθρωπισμού (από αυτόν έχουμε πήξει) αλλά καθοδηγούμενοι από την αλληλεγγύη και την στήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα.

Για να είμαι ειλικρινής, προσωπικά σαλπάρω κι επειδή έχω τρεις προσκλήσεις για γεύματα στη Γάζα, κι όπου με καλούν για φαγητό, εγώ κοιτάζω να πάω. Σαλπάρω για να τους συναντήσω, φίλους, οικογένειες και συντρόφους ιδωμένους μέχρι τώρα μόνο από μακριά, σαλπάρω για να αγκαλιαστούμε, να φάμε μαζί και για να πιούμε επιτέλους στην ελεύθερη Παλαιστίνη.