του Θάνου Καμήλαλη
Τη Δευτέρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε τέσσερα «νέα μέτρα οικονομικής στήριξης της κοινωνίας από τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή». Πρόκειται για μέτρα (μόλις) 300 εκατ. ευρώ, από τα οποία μόνο τα 200 θα βγουν από τον κρατικό προϋπολογισμό, που «απευθύνονται σχεδόν στο σύνολο του πληθυσμού», τα τρία εκ των οποίων αφορούν το δίμηνο Απριλίου – Μαϊου. Μέτρα που έρχονται με σημαντική καθυστέρηση, με τη συμπλήρωση ενός μήνα από την επίθεση Ισραήλ – ΗΠΑ στο Ιράν. Ψηφιακη Κάρτα Καυσίμων (fuel pass), επιδότηση στο δίκτυο διανομής του diesel κίνησης, επιχορήγηση του 15% στην αγορά λιπασμάτων και «ειδική αποζημίωση στις ακτοπλοϊκές εταιρείες» ώστε «να συγκρατηθούν οι τιμές των ακτοπλοϊκών κοντά στα περσινά επίπεδα».
Αυτό το τελευταίο είναι κρίμα να περάσει απαρατήρητο. Άλλωστε όλοι με το ξέσπασμα της νέας κρίσης, σκεφτήκαμε πρώτα τις πιέσεις που θα αντιμετωπίσουν οι εφοπλιστές. Θα πρέπει να τονιστεί ότι, όπως προέκυψε από την εξειδίκευση των μέτρων, η συγκεκριμένη ρύθμιση θα είναι η μόνη που θα έχει μόνιμο χαρακτήρα. Ουσιαστικά το συγκεκριμένο δώρο στις ακτοπλοϊκές κρύβεται πίσω από τα έκτακτα μέτρα. Η κυβέρνηση ανέφερε πως οι ακτοπλοϊκές εταιρείες παρέχουν υποχρεωτικές εκπτώσεις (σε συγκεκριμένο ποσοστό της τιμής του εισιτηρίου), οι οποίες μέχρι σήμερα δεν αποζημιώνονταν, αλλά πλέον θα καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

«Είναι δίκαιο το αίτημα»,υποστήριξε ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς. «Το κόστος είναι σημαντικό, έχει κόστος 56 εκατ. ευρώ ετησίως, αλλά με αυτόν τον τρόπο θα ενισχυθούν χρηματοδοτικά, ώστε να μην αυξηθούν τα εισιτήρια, το επόμενο διάστημα, λόγω της αύξησης του κόστους», συνέχισε, προσθέτοντας ότι δεν θα παραταθεί η μείωση 50% των λιμενικών τελών για τις εταιρείες (27 εκατ. ευρώ), που αποτέλεσε την περσινή υπόσχεση μείωσης των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ το πώς το κράτος αναγνωρίζει τον δημόσιο, κοινωνικό χαρακτήρα των μεταφορών, ενώ παράλληλα τις αφήνει αποκλειστικά στα χέρια ιδιωτών. Η κοινωνική πολιτική εξαντλείται σε επιδοτήσεις εταιρειών, οι οποίες κατά τα λοιπά λειτουργούν με όρους «ελεύθερης αγοράς», έχοντας τη δυνατότητα να αυξάνουν κατά το δοκούν τα εισιτήρια βάσει της ζήτησης. Μονά-ζυγά δικά τους. Επιδότηση είχε λάβει η Aegean μέσα στην πανδημία, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται για τον «εθνικό αερομεταφορέα», με τη λεπτομέρεια το ότι είναι ιδιωτική εταιρεία. Επιδοτήσεις λαμβάνουν οι Hellenic Train και τα ΚΤΕΛ.
Όσον αφορά τα μέτρα που απευθύνονται στους πολίτες, η κυβέρνηση συνεχίζει να αρνείται πεισματικά την έστω και προσωρινή μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, αλλά και τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ, που βρίσκεται στο 24%, στα καύσιμα. Πρόκειται για μέτρα που υιοθετούνται από όλο και περισσότερες χώρες στην Ευρώπη. Το παράδειγμα της Ισπανίας είναι ενδεικτικό: Μείωση ΦΠΑ σε καύσιμα, φυσικό αέριο και ρεύμα, προσωρινό πάγωμα ενοικίων, επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Αλλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε πρόσφατα ότι «ευτυχώς» που δεν είναι ο Πέδρο Σάντσεθ. Την Πέμπτη, η κυπριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε δέσμη 8 μέτρων, με μηδενισμό ΦΠΑ σε κρέας, πουλερικά και ψάρια, μείωση ΦΠΑ στο ρεύμα, μείωση του Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα. Χώρες όπως η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Αυστρία έχουν μειώσει προσωρινά. τους έμμεσους φόρους, με τον κατάλογο να μεγαλώνει διαρκώς. Εμείς εδώ έχουμε ανακαλύψει τη μαγική συνταγή με τα κουπόνια.
Μοιάζει περίεργο, μια κυβέρνηση που δηλώνει τόσο ενάντια «στους φόρους» γενικώς κι αορίστως, που κομπορρημονεί για τους δεκάδες φορους που έχει μειώσει, ξαφνικά ξορκίζει κάθε συζήτηση για μείωση φορολογίας. Η απάντηση φυσικά είναι ότι, μέσω του ΦΠΑ, η κυβέρνηση επωφελείται από τις ανατιμήσεις, καθώς ο συντελεστής παραμένει ο ίδιος, αλλά η τιμή του προϊόντος αυξάνεται, μαζί με τα έσοδα για τα κρατικά ταμεία. Μάλιστα, η διατήρηση της υψηλής φορολογίας στα καύσιμα σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος του νέου κουπονιού, fuel pass, θα επιστρέψει στο κράτος.
Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών φορολογείται περισσότερο, λίγο λίγο, καθημερινά, χωρίς να φαίνεται ότι φορολογείται περισσότερο. Και φυσικά, χωρίς να βλέπει την οποιαδήποτε ανταπόδοση των φόρων, σε Υγεία, Παιδεία, Υποδομές, καθώς τα χρήματα αυτά καταλήγουν στα εξοντωτικά πλεονάσματα και στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους.
Το Euronews Business δημοσίευσε πρόσφατα μια αναλυτική καταγραφή των τιμών και της φορολογίας καυσίμων στην Ευρώπη. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στις υψηλότερες θέσεις (5η) τόσο στην ακριβότερη βενζίνη, όσο και στους φόρους στη Βενζίνη. Ο ΦΠΑ 24% έρχεται να προστεθεί σε έναν από τους υψηλότερους ΕΦΚ στην Ε.Ε. (0,7 ευρώ/λίτρο) κι έτσι, πάνω από 1 ευρώ ανα λίτρο που πληρώνουν οι πολίτες καταλήγει στο κράτος. Στο ντίζελ, όπου εφαρμόζεται χαμηλότερος ΕΦΚ, η Ελλάδα είναι 15η τόσο σε τελική τιμή όσο και στον φόρο. Όλα αυτά βέβαια σε απόλυτες τιμές, χωρίς δηλαδή καν να συνυπολογιστεί η αγοραστική δύναμη των πολιτών, όπου η χώρα έφτασε πλέον τη Βουλγαρία στην τελευταία θέση της Ε.Ε.
Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Ελλάδα βρισκόταν, το 2023, στην πέμπτη θέση μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από την έμμεση φορολογία. Το 40,7% των φορολογικών εσόδων της χώρας προέρχεται από έμμεσους φόρους (Φ.Π.Α και Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης). Ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι στο 31,3%. Από την άλλη πλευρά, ο φόρος εισοδήματος, που θα μπορούσε να είναι κοινωνικά πιο δίκαιος, φορολογώντας τον πλούτο, αποφέρει το 15,7% των συνολικών εσόδων, με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ να είναι στο 23,7%. Επίσης χαμηλότερη του μέσου όρου του ΟΟΣΑ είναι η φορολογία των εταιρικών κερδών (7,4% έναντι 11,9%)

Το ισοζύγιο έμμεσων – άμεσων φόρων μάλιστα φαίνεται ότι χρόνο με τον χρόνο γέρνει ακόμα περισσότερο προς την έμμεση φορολογία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών για τα έσοδα του 2025, τα συνολικά φορολογικά έσοδα ήταν 71,9 δισ., από τα οποία τα 35 δισ., σχεδόν δηλαδή τα μισά, προήλθαν από ΦΠΑ (27,7 δισ.) και τους διαφόρους ΕΦΚ (7,4 δισ.)
Έτσι λοιπόν σε κάθε πληθωριστική κρίση, η κυβέρνηση μπορεί να προσδοκά σημαντικά αυξημένα φορολογικά έσοδα, εκ των οποίων ένα μικρό θα δοθεί πίσω στους πολίτες, ως «κοινωνική πολιτική», με τα γνωστά πλέον κουπόνια, που ονομάζονται passes ή vouchers για να μην γίνονται άσχημες συγκρίσεις. Οι έμμεσοι φόροι είναι και οι πιο άδικοι, ενώ παράλληλα, ο πληθωρισμός πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που ξοδεύουν τα εισοδήματά τους σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων (στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια).
Δεν μιλάμε καν για «πολιτική επιδομάτων» μέσω υψηλής φορολογίας, αυτήν που κάποτε κατήγγελλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μιλάμε για πρόσκαιρα, δήθεν βοηθήματα, για να παλέψει ο κόσμος να βγάλει τον μήνα. Βοηθήματα που καταλήγουν, ελλείψει άλλων μέτρων στην εφοδιαστική αλυσίδα, να επιδοτούν την αισχροκέρδεια. Δεν είναι τυχαίο πως το πρώτο μέτρο που ανακοινώθηκε μετά τη νέα κρίση, το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους, αφορά τα πρατηρια, τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας και όχι τα διυλιστήρια. Οι τιμές αυξάνονται χωρις πολλούς ελέγχους και περιορισμούς και τα κρατικά κουπόνια περνάνε μέσα από την τσέπη των πολιτών, καταλήγοντας στις μεγάλες εταιρείες.
Πρόκειται για το ίδιο μοτίβο που ακολουθήθηκε στις επιδοτήσεις των λογαριασμών ρεύματος την περίοδο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν οι πολίτες πλήρωναν εκατοντάδες ευρώ και η κυβέρνηση ερχόταν να επιδοτήσει την αισχροκέρδεια με δισ. από τα κρατικά ταμεία. Ήταν η εποχή της ρήτρας αναπροσαρμογής με τον αδιαφανή υπολογισμό, η εποχή των κερδών και των «υπεκερδών». Οι συνέπειες της ιδιωτικοποιημένης αγοράς ρεύματος και του Χρηματιστηρίου Ενέργειας κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Τότε, υπήρχε μόνο η «ακρίβεια Πούτιν».Τώρα βέβαια δεν θα μιλήσει κανείς για «ακρίβεια Τραμπ – Νετανιάχου».
Η πολιτική των κουπονιών έχει ένα καλό: Δουλεύει επικοινωνιακά. Η κυβέρνηση αφήνει την αγορά αρρύθμιστη, δεν λαμβάνει ποτέ σοβαρά και στοχευμένα μέτρα, εμφανίζεται να «μοιράζει λεφτά» σε λογαριασμούς και ψηφιακές κάρτες, ενώ παράλληλα προπαγανδίζει ότι οι ανατιμήσεις είναι συνέπεια αποκλειστικά της διεθνούς συγκυρίας και πως η ίδια κάνει ό,τι μπορεί. Παίζει ξανά και ξανά το χαρτί «πόσα να δώσει πια ο Μητσοτάκης». Το έκανε στο ρεύμα, στο σούπερ μάρκετ, στα καύσιμα, αλλά και στη στέγαση, την κρίση που προκάλεσε η ίδια, με την επιστροφή ενοικίου.
Παράλληλα, μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις σφυρηλατεί το προφίλ της ως η μόνη ικανή διαχειρίστρια της διακυβέρνησης, ενώ ρίχνει σε αυτές την ευθύνη για την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται περίπου του 70% των πολιτών. Όποτε τη βολεύει η κρίση είναι διεθνής, όποτε τη βολεύει η κρίση χτυπάει μόνο την Ελλάδα ενώ οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. τρέχουν χαρούμενες στα λιβάδια με ξέμπλεκα μαλλιά.
Κάθε διεθνής κρίση λοιπόν γίνεται εγχώρια ευκαιρία, τόσο οικονομικά, για κράτος και «αγορά», όσο και πολιτικά, για μία κυβέρνηση που χτίζει κεφάλαιο πάνω στις καταστροφές. Μερικές φορές άλλωστε η πραγματικότητα έχει μικρή σημασία. Η οπτική γωνία από την οποία την κοιτάς και η διαχείρισή της, η επικοινωνία της, έχουν μεγαλύτερη.