*Σχετικά με το Άνοιξη στη Παλαιστίνη. Μια μαρτυρία από τη Δυτική Όχθη του Αντώνη Βραδή, εκδόσεις ΚΨΜ.

Και σε τι μας χρειάζεται (ακόμα) ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μας λείπουν όλες εκείνες οι πληροφορίες που αποδεικνύουν τη γενοκτονία, όσο κι αν αυτές, δυστυχώς, δεν έχουν σταθεί αρκετές για να σταματήσει, αν όχι το ίδιο το γεγονός, τουλάχιστον η συνενοχή των κρατών της Δύσης. Το διαδίκτυο είναι γεμάτο από φωτογραφίες δολοφονιών, βίντεο βομβαρδισμών, αφηγήσεις βιασμών και άλλων βασανιστηρίων. Κάπου εδώ μπαίνει ο Βραδής να υπενθυμίσει ότι «η καταγραφή αυτή, όσο κι αν είναι απαραίτητη, είναι ταυτόχρονα και ελλιπής. Μαθαίνουμε να κατανοούμε έτσι την παλαιστινιακή ιστορία σαν μια σειρά από τέτοιες διάσπαρτες τελείες: γεγονότα αποκομμένα το ένα από το άλλο, ακριβώς όπως αποκομμένες είναι μεταξύ τους και οι διάσπαρτες παλαιστινιακές περιοχές στη Δυτική Όχθη». Αυτός ήταν και ο σκοπός του ταξιδιού του: Ένας μήνας στην καρδιά των γεγονότων, κατά τον οποίο καταγράφει όλα εκείνα «τα ενδιάμεσα, τα σημεία πριν και μετά από την κάθε κορύφωση της βίας». Η πραγματική δύναμη αλλά και η ουσία μιας μαρτυρίας άλλωστε, δεν πηγάζει από σκηνές φρίκης ούτε από πορνογραφικά σπλάτερ.

Η επανανοηματοδότηση της έννοιας της «Καταστροφής».

Αν και ο κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η καθημερινότητα σε παλαιστινιακούς καταυλισμούς που σχηματίστηκαν μετά το ‘48, η πρώτη μαρτυρία έρχεται απρόσμενα απ’ το Ισραήλ. Λίγο πριν το πέρασμα στη Δυτική Όχθη, σε μια στάση για αγορά κατάλληλης κάρτας sim σε εμπορικό κέντρο του Τελ Αβίβ, όταν ο καταστηματάρχης μαθαίνει τον προορισμό του ταξιδιού του, σηκώνει τα χέρια σαν να κρατά πολυβόλο και λέει «Αυτό που κάνουμε εκεί είναι Ολοκαύτωμα, κι αυτό είναι καλό. Πα-πα-πα-πα-πα!». Όσο αδιανόητο κι αν μας φαίνεται, ο σιωνιστής διάλεξε με περηφάνια τη συγκεκριμένη λέξη για να προλογίσει την καταγραφή που ακολουθεί στο υπόλοιπο βιβλίο.

«Τα όρια της γλώσσας μου καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου» υποστήριζε ο Γερμανός φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάιν σε μια από τις θέσεις του «Tractatus» τη δεκαετία του 1920, λίγα χρόνια νωρίτερα από την μακάβρια ιστορική στιγμή που το ναζιστικό Τρίτο Ράιχ θα ανάγκαζε την ανθρωπότητα να δημιουργήσει καινούριες λέξεις και να εγγράψει ολότελα νέες επανανοηματοδοτήσεις στα ήδη υπάρχοντα σημαινόμενα ώστε να περιγράψει και, πρωτίστως, να διαχειριστεί τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Ένα πολιτισμικό, συλλογικό και διαγενεολογικό τραύμα που άνοιξε κατά τη διάρκεια επιτέλεσης του μεγαλύτερου εγκλήματος της ανθρωπότητας, εκείνου που η υπαρκτά πραγματική γλώσσα και η λογική δομή της δεν είχε μέχρι εκείνη την ιστορική συγκυρία ούτε τα εργαλεία, ούτε και τις λέξεις για να σχηματοποιήσει όλα όσα συναρθρώνουν τη μαζική και ταυτόχρονη σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων της εβραϊκής κοινότητας -και όχι μόνο, καθώς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης φυλακίστηκαν Ρομά, ομοφυλόφιλοι και πολιτικοί αντιφρονούντες του ναζισμού. Τα όρια του κόσμου μας όφειλαν να επανασχηματοποιηθούν και αυτά με τη σειρά τους, μαζί με τη γλώσσα μας, μαζί με το ηθικό και πολιτικό φορτίο που κατασκευάζει και χαρακτηρίζει ορισμένες λέξεις για να περιγράψουν το μη λογικό, το παράλογο, το ά-λογο, δηλαδή εκείνο που δεν μπορεί ούτε να κατανοηθεί ούτε και να ειπωθεί με ακρίβεια, με λεπτότητα, με αντιστοιχία στην πραγματική πραγματικότητα.

Ολοκαύτωμα/ Σοά, Νάκμπα. Καταστροφή. Λέξεις εμποτισμένες με διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας καταστροφής, της ίδιας τραγωδίας, του θανάτου, του βίαιου ξεριζωμού, του αποκλεισμού, της γενοκτονίας. Το μόνο που διαφέρει, τελικά, είναι η έννοια του χρόνου, το πέρασμα του χρονικού ίχνους πάνω στις διαφορετικές ανθρώπινες κοινότητες. Η συμπύκνωση του χρόνου από τη μια, μια «Τελική Λύση» που κράτησε σχεδόν τρία χρόνια, και μια «Σταδιακή Λύση» που κρατάει σχεδόν έναν αιώνα. Οι ίδιες λέξεις για την επιτέλεση μιας τραγωδίας σε πολλές πράξεις, μια ισόβια θανατική ποινή πάνω από τα κεφάλια των Παλαιστινίων. Αυτή είναι η ισραηλινή κατοχή, μια αόρατη «αναμονή» ενός αέναου προσκλητηρίου θανάτου που δεν φεύγει ποτέ πάνω από τα κεφάλια όσων επιλέγουν να μείνουν ή δεν μπορούν να φύγουν από την Παλαιστίνη. Ορθώς, λοιπόν, ο Ισραηλινός καταστηματάρχης με τον οποίο τυχαία από ανάγκη συναναστρέφεται ο Αντώνης Βραδής πριν συνεχίσει το ταξίδι του για τη Δυτική Όχθη, αναπαριστά με γκροτέσκο θεατρινισμό τα πολυβόλα που ξεσκίζουν τις σάρκες των Παλαιστινίων, δίνοντας όνομα σε όσα συμβαίνουν στη Γάζα. «Ολοκαύτωμα», «πα-πα-πα-πα-πα». Το ξάφνιασμα του Αντώνη είναι και δικό μας ξάφνιασμα, κανένας μας δεν θα μπορούσε να διανοηθεί πως η λέξη «Ολοκαύτωμα» θα λάμβανε θετικό φορτίο και επικροτητική σημασία, θα υπήρχαν άνθρωποι που θα ήθελαν ένα νέο Ολοκαύτωμα για κάποιον λαό, ειδικά εκείνοι που προέρχονται από την κοινότητα που βίωσε το πρώτο Ολοκαύτωμα.

Και η άνοιξη είναι μνήμη

Από την άλλη μεριά του Τείχους συναντάμε ανθρώπους χωρίς επιλογές. Ως Παλαιστίνιοι δεν έχουν το ίδιο δικαίωμα μετακίνησης με τον συγγραφέα. Παραμένουν στο μέρος που τους πέταξαν μετά τον εκτοπισμό και η μόνη τους βεβαιότητα είναι ο θάνατος —του καταυλισμού ή της ζωής τους. Κάποιοι αποφασίζουν να θυσιαστούν για την κοινότητα, δηλαδή να γίνουν μαχητές. Σε αυτές τις περιπτώσεις βλέπουμε το συνταρακτικό μίγμα περηφάνιας και απελπισίας που αισθάνονται οι γονείς και οι στενοί τους φίλοι. «Ρωτάω τον συνομιλητή μας για τον φίλο του, τον Τζάφαρ, που δολοφονήθηκε στην τελευταία επιδρομή. «Νιώθω μια παράξενη εναλλαγή χαράς και λύπης». Σταματά, και τώρα το επαναλαμβάνει. «Νιώθω μια παράξενη εναλλαγή χαράς και λύπης. Χαράς, γιατί πέτυχε αυτό που ήθελε. Και λύπης, γιατί αυτό που ήθελε ήταν να μαρτυρήσει».

Η μνήμη φαίνεται να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στη φρίκη. Στην ερώτηση Από πού είσαι; η απάντησή τους αναφέρεται πάντα στα εδάφη του 1948, ποτέ στον καταυλισμό. Οι μάρτυρες γίνονται αφίσες στον τοίχο και φυλαχτά που φορούν τα παιδιά στον λαιμό. Ένας άνθρωπος δείχνει κάποιο ισοπεδωμένο κτήριο: «Είμαι από τη Χάιφα, αλλά αυτό ήταν το σπίτι μου κι από εδώ δεν φεύγω∙ όσες φορές κι αν οι Ισραηλινοί το γκρεμίσουν, θα είμαι εδώ για να το ξαναχτίσω».

Το αναγκαίο «Δυτικό βλέμμα» στην κατανόηση και διαχείριση της «Καταστροφής».

«Η ικανότητα του ανθρώπου να σκάψει μια κόγχη, να περιβληθεί με ένα κουκούλι, να υψώσει γύρω του ένα αόρατο αμυντικό τείχος, ακόμα και σε καταστάσεις φαινομενικά απελπιστικές, είναι θαυμαστή και άξια σοβαρής μελέτης. Πρόκειται για μια ανεκτίμητη δραστηριότητα προσαρμογής εν μέρει παθητική και ασύνειδη και εν μέρει ενεργητική» καταγράφει ο Πρίμο Λέβι στις εμπειρίες του από τη ζωή στο Άουσβιτς στο Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος. Έτσι και το ταξίδι του Αντώνη σταματά όταν νιώσει ότι αρχίζει να συνηθίζει τις ισοπεδωτικές εικόνες γύρω του, ότι το μυαλό του πλέον αρχίζει να τις αποδέχεται ως καθημερινότητα. Με αυτόν τον τρόπο διακόπτει την εισροή ερεθισμάτων πριν χάσει την ικανότητα να τις μεταφέρει με την ένταση και το βλέμμα που αρμόζουν στην περίσταση.

Ο Βραδής γνωρίζει πολύ καλά πως πρόκειται για ακόμα έναν δυτικό παρατηρητή μιας κοινωνίας την οποία ο ίδιος -όπως και σχεδόν όλοι μας- γνωρίζει μέσα από τις φιλτραρισμένες διαμεσολαβήσεις όλων των ανθρώπων, των έργων τέχνης, των ειδήσεων και των αφηγήσεων που αφήνονται να περάσουν στην αντίπερα όχθη, στη δική μας όχθη. Ακόμα και η πρόσκαιρη διαμονή στον παλαιστινιακό τόπο δεν μπορεί παρά μονάχα να αφήσει θραυσματικές αναμνήσεις, εντυπώσεις, σημειώσεις, πεπερασμένη γνώση και πληροφορία, πρωτίστως γιατί ασφυκτικά πεπερασμένος είναι και ο χρόνος ύπαρξης του παλαιστινιακού τόπου. Ο καταυλισμός της Νουρ Σαμς, τον οποίο επισκέφθηκε, δεν υπάρχει πλέον ως κοινότητα, ως ενεργή οντότητα έστω και στο πλαίσιο μιας τραυματικής «αναμονής» όπως την περιγράφει στο βιβλίο του καθώς καταστράφηκε έκτοτε από τον ισραηλινό στρατό και οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν για ακόμα μια φορά. Η Παλαιστινιακή γη γίνεται βορά στα χέρια των Ισραηλινών εποίκων εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, το απαρτχάιντ του Ισραήλ έχει εγκλωβίσει έναν ολόκληρο λαό στην ιδιότυπη κατάσταση μιας μακροχρόνιας αναμονής που κατά κύριο λόγο, πρόκειται για την αναμονή της σφαγής και της εκδίωξης ή της αντίστασης. Στην Παλαιστίνη δεν μπορούν να υπάρξουν ημίμετρα μέσα σε αυτό το καθεστώς, δεν μπορούν καλά-καλά να υπάρξουν εκείνα τα όνειρα που για εμάς, εμάς τους «δυτικούς», θεωρούνται δεδομένα, φυσιολογικά και αυτονόητα.

Γι’ αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητο και το βλέμμα ενός «δυτικού» στην υπόθεση της Παλαιστίνης, για να μας μεταφέρει αυτές τις χρονικές έννοιες που σε εμάς είναι ακατανόητες, οριακά αδιανόητες. Το τονίζει και ο ίδιος αρκετές φορές, «ο χρόνος κυλά διαφορετικά στην Παλαιστίνη» και μόνο ένας δρών μάρτυρας αυτού του «αλλιώτικου χρόνου» δύναται να καταλάβει τέτοιου είδους θεμελιώδεις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στον δυτικό και στον παλαιστινιακό χρονότοπο, δύναται να επανανοηματοδοτήσει την έννοια του χρόνου που είναι βαθιά συνδεδεμένη με έναν χώρο, με ένα τοπίο, με έναν τόπο, που το ένα διαμορφώνει ενεργά και δυναμικά το άλλο κατασκευάζοντας ουσιαστικά την παλαιστινιακή ταυτότητα. Οι αποσπασματικές περιγραφές του δυτικού παρατηρητή που προσπαθεί να κατανοήσει «τι πραγματικά συμβαίνει» αποτελούν έναν ουσιώδη δίαυλο προς αυτή την κατεύθυνση, την σταδιακή υποχώρηση του «δυτικού βλέμματος» προς την προσαρμογή σε έναν άλλον τρόπο θέασης όχι μόνο της Παλαιστίνης, αλλά όλων εκείνων των χωρών και των πολιτισμών που εντελώς οριενταλιστικά -όπως επεσήμανε και ο Εντουαρντ Σαίντ-, επιμένουμε στο να αποκαλούμε και να ομαδοποιούμε ως «Μέση Ανατολή». Πόσο τρελό είναι για ένα παιδί της Παλαιστίνης να ονειρεύεται να γίνει πιλότος, όταν από πάνω του πετάνε διαρκώς κατασκοπευτικά και βομβαρδιστικά drones και αεροπλάνα; «Φαϊρούζ» τα ονομάζουν οι κάτοικοι της Δυτικής Όχθης, καθώς ο ήχος των drones μαζί με τα τραγούδια της θρυλικής Λιβανέζας τραγουδίστριας είναι οι δύο ήχοι που ακούγονται συχνότερα στην Παλαιστινιακή γη. Μια λεπτομέρεια που δεν θα τη γνωρίζαμε ποτέ εάν δεν υπήρχε η μαρτυρία του Αντώνη, ενός παρατηρητή που δεν σταματά ποτέ να αμφιβάλλει για το δικό του «δυτικό βλέμμα» σε όλες τις σελίδες του βιβλίου του, αλλά δεν παύει να καταβάλλει προσπάθειες να το ξεπεράσει, να το μορφοποιήσει, να το προσαρμόσει στην Παλαιστινιακή πραγματικότητα με σκοπό να την κατανοήσει.

Αν μη τι άλλο, αυτή είναι μια δόκιμη, μια γόνιμη στάση σε μια προσπάθεια να γκρεμιστεί το δυτικό αποικιακό αφήγημα που τέκνα του είμαστε όλοι μας, έχουμε διδαχθεί να κοιτάμε τον κόσμο μέσα από αυτό το φίλτρο, να καδράρουμε όλες τις εικόνες της εξωτερικής μας πραγματικότητας μέσα σε αυτό το περιοριστικό πλαίσιο. Κάθε ρωγμή σε αυτό το αποικιακό παραμορφωτικό φίλτρο του δυτικού βλέμματος αποτελεί και μια ρωγμή στο αποικιακό αφήγημα, αλλά αυτές οι ρηγματώσεις δεν δύναται πλέον να έρθουν από τα μεγαλεπήβολα πονήματα των μετααποικιακών σπουδών στα μεγάλα πανεπιστήμια της Δύσης, ούτε από τα λόγιων των δυτικών σοφών και διανοούμενων. Η Παλαιστίνη μάς διδάσκει, η παλαιστινιακή αντίσταση έρχεται για να επανανοηματοδοτήσει όχι μόνο τις λέξεις για την καταστροφή και τον ξεριζωμό, αλλά και να εφεύρει καινούριες λέξεις για το αγώνα, για την πάλη απέναντι στον δυτικό καπιταλισμό και την αποικιοκρατία. Άνοιξη στην Παλαιστίνη σημαίνει άνοιξη παντού, σε κάθε αγωνιζόμενο τόπο, σε κάθε αγωνιζόμενο λαό.

Μια έκθεση που εκθέτει τη Δύση

Υπάρχει ένα σημείο στο βιβλίο που ξεχειλίζει από τραγική ειρωνεία: η αναφορά στο καλλιτεχνικό χωριό Ein Hod.

Εδώ και τρία χρόνια όλος ο πλανήτης παρακολουθεί μια γενοκτονία σε απευθείας μετάδοση, με τις περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις να τη χρηματοδοτούν, να την αποδέχονται και να την αποσιωπούν. Ακόμα χειρότερα, να διώκουν και να καταδιώκουν όσους γενναίους αντιστέκονται στις μακάβριες επιταγές της συνένοχης σιωπής που επιβάλλουν οι «δυτικές δημοκρατίες», όπως συνέβη στα αμερικανικά πανεπιστήμια, όπως συμβαίνει στην ταλαιπωρημένη Γηραιά Ήπειρο που τίποτα δεν της δίδαξε, τελικά, ούτε το Ολοκαύτωμα, ούτε οι κατά τόπους σφαγές και γενοκτονίες -όπως ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας. Σωστά σημειώνει ο Αντώνης Βραδής πως η αμέριστη υποστήριξη που επιδεικνύουν οι χώρες της Δύσης προς το Ισραήλ και τη γενοκτονία της Παλαιστίνης θα είναι η αφορμή που θα ξηλώσει το φαντασιακό υφαντό της οποιασδήποτε υποτιθέμενης «ανωτερότητας» του δυτικού κόσμου. Και τότε, ποιες καινούριες λέξεις θα βρούμε, άραγε, για να εκφράσουμε τη νέα καταστροφή; Μάλλον εκείνες που θα μας εξυπηρετήσουν περισσότερο.

Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας στρέφοντας το δάχτυλο σε εμάς: «Το πρόβλημα με το λεγόμενο Ισραήλ είναι ότι σαν να το παρατράβηξε, ένας καλεσμένος σε ένα καθωσπρέπει  δείπνο που έκανε ένα σόκιν αστείο και τώρα οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες κουνάνε το κεφάλι τους, σαν να αρκεί αυτό για να δείξουν πως είναι ανώτεροι, πως δεν είναι σαν αυτούς». Πρόκειται δηλαδή για ατόφιο στρουθοκαμηλισμό αν προσπαθήσουμε να βγάλουμε την ουρά μας απ’ έξω συνεχίζοντας όμως να υποστηρίζουμε και να υποστηριζόμαστε από τη Δύση.

Συνεχίζουμε γιατί πρέπει

Για κλείσιμο θα αφήσουμε τα λόγια του Βραδή: «Δεν αλλάζουμε ούτε στο ελάχιστο τη μοίρα αυτών των ανθρώπων, τουλάχιστον όχι άμεσα. Πώς θα μπορούσαμε; Το μόνο άμεσο στο οποίο μπορούμε πραγματικά να ελπίζουμε είναι να αγγίξουμε τις ζωές όσο το δυνατόν περισσοτέρων από τους γύρω μας, στο εδώ και το τώρα. Να φερθούμε στις σμπαραλιασμένες ζωές τους με τον σεβασμό που τους αξίζει και όχι να χρησιμοποιήσουμε τον πόνο τους ως γκροτέσκο θέαμα για τα θεαματόπληκτα ζόμπι του δυτικού κόσμου: εμάς δηλαδή.» μαζί με μια δική μας παραλλαγή του γνωστού συνθήματος: Μη σταματήσουμε να μαθαίνουμε για την Παλαιστίνη!

 

 

 

Μίκα Αγραφιώτου

Ελισάβετ Φωτοπούλου