Η δήλωση του Πέτσα «όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει» ήταν προκλητικά ανάλγητη. Στηρίζεται, ωστόσο, σε μια αντίληψη που τείνει να γίνει κυρίαρχη τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι η λογική που θέλει την αγορά να συνιστά μια φυσική κατάσταση, όπως η γεωγραφία και το κλίμα μια περιοχής, ένα ουδέτερο πεδίο όπου οι άνθρωποι ανταγωνίζονται με όποια όπλα διαθέτουν (δυνάμεις, ταλέντα, ευφυία κλπ.), όπως τα ζώα στη ζούγκλα. Όσοι επιβιώνουν είναι γιατί το αξίζουν, όσοι κερδίζουν είναι οι άριστοι. Οι δε χαμένοι ας πρόσεχαν, δεν έχουν παρά τον εαυτό τους να κατηγορήσουν.

του Δημήτρη Τσίρκα

Το πόσο ιδεολογική είναι αυτή η άποψη φαίνεται καταρχάς από την εσφαλμένη αναλογία που κάνει ανάμεσα στη φύση και την αγορά. Η αγορά δεν έχει τίποτα το φυσικό και το «εξωγενές» είναι μια ανθρώπινη επινόηση, πολύ πρόσφατη μάλιστα (λιγότερο από δύο αιώνες σε παγκόσμιο επίπεδο).

Η δε αγορά ενέργειας στην οποία αναφερόταν ο Πέτσας, μετρά μόλις δύο δεκαετίες ζωής. Πριν ούτε το φυσικό αέριο, ούτε το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν χρηματιστηριακά προϊόντα που τζογάρονται καθημερινά από τους κερδοσκόπους. Το πρώτο η Ευρώπη το προμηθευόταν μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων σε σταθερές τιμές ή προσδεδεμένες σε εκείνες του πετρελαίου. Το δεύτερο παραγόταν και διανεμόταν από κρατικά, κυρίως, μονοπώλια, σε ρυθμισμένες και σχετικά χαμηλές τιμές.

Η δημιουργία αγοράς στο φυσικό αέριο και το ρεύμα ήταν μια πολιτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών, η οποία μάλιστα υλοποιήθηκε χωρίς καν να υφίστανται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για τη λειτουργία του ανταγωνισμού, που καθιστά υποτίθεται τις αγορές ελκυστικές.

Τα άλλοτε κρατικά μονοπώλια στον χώρο της ενέργειας απλώς διασπάστηκαν και εκποιήθηκαν σε τιμές ευκαιρίας σε «ημέτερα» επιχειρηματικά συμφέροντα που τα μετέτρεψαν σε ιδιωτικά ολιγοπώλια τα οποία αποσπούν συστηματικά υπερκέρδη από τους καταναλωτές.

Με τον ίδιο τρόπο εγκαταλείφθηκαν τα μακροχρόνια συμβόλαια στο φυσικό αέριο, προς όφελος των αγορών φορτίων spot LNG από τις ΗΠΑ, κυρίως, και σε τιμές που διαμορφώνονται καθημερινά στο Χρηματιστήριο TTF στην Ολλανδία.

Πολιτική απόφαση επίσης, η οποία παραμένει ακόμα και τώρα, είναι να τιμολογείται το σύνολο της ημερήσιας παραγωγής ρεύματος, ανεξαρτήτως του πώς παράγεται (ΑΠΕ, λιγνίτη, υδροηλεκτρικά, φυσικό αέριο) με βάση την τιμή των ακριβότερων μονάδων, που πλέον είναι εκείνες του φυσικού αερίου, ακόμα και αν αυτές συμμετέχουν με μόλις 10% στο συνολικό μείγμα.

Αλλά και η επιλογή του φυσικού αερίου ως «μεταβατικό» καύσιμο, στην πορεία από τις συμβατικές πηγές ενέργειας (πετρέλαιο, λιγνίτης) στις ΑΠΕ. Έτσι, οι λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ρεύματος και τα λιγνιτορυχεία έκλεισαν το ένα μετά το άλλο και οι (συμβασιούχοι) εργαζόμενοι που τα δούλευαν απολύθηκαν. Το κενό που δημιουργήθηκε στην ηλεκτροπαραγωγή καλύφθηκε με τι άλλο, με φυσικό αέριο και τις μονάδες του Μυτιληναίου, του Βαρδινογιάννη και του Περιστέρη που θησαυρίζουν.

Τώρα βέβαια που η τιμή του φυσικού αερίου έχει εκτοξευθεί στα ύψη και ο λιγνίτης είναι πολύ πιο φθηνός, προσπαθούν κακήν κακώς να επαναλειτουργήσουν τις λιγνιτικές μονάδες, αλλά η δυναμικότητά τους έχει πέσει κατακόρυφα λόγω της έλλειψης προσωπικού και της αποεπένδυσης των προηγούμενων ετών.

Με τον ίδιο τρόπο, η κυβέρνηση απαγόρευσε τους καυστήρες πετρελαίου στις νεόκτιστες κατοικίες από το 2025 και ενθάρρυνε την αλλαγή τους στις υπάρχουσες με καυστήρες φυσικού αερίου.

Σήμερα όμως ζητά από τους ίδιους καταναλωτές να πετάξουν επένδυση χιλιάδων ευρώ και να ξαναδώσουν άλλα τόσα για να επιστρέψουν στο πετρέλαιο! Το ίδιο πετρέλαιο που μέχρι πρόσφατα ήταν «βρώμικο» καύσιμο στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης και που είναι βέβαιο ότι θα ξαναγίνει, όταν αποκλιμακωθούν οι τιμές του φυσικού αερίου.

Εδώ επομένως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εξωγενές περιβάλλον στο οποίο πρέπει αναγκαστικά να προσαρμοστούμε για να επιβιώσουμε, όπως υπονοεί ο Πέτσας, αλλά με οικονομικά συμφέροντα και πολιτικές αποφάσεις του ιδίου και των ομοίων του τις οποίες εμφανίζει ως φυσικές και αναπόδραστες, ακριβώς για να αποποιηθεί την ευθύνη του και να τη μεταθέσει στα θύματα αυτών των επιλογών, δηλαδή τους εργαζομένους.

Όμως, η πραγματική δύναμη της ιδεολογίας του κοινωνικού δαρβινισμού του Πέτσα δεν είναι ότι παραπλανά τον κόσμο, ότι δηλαδή κρύβει τα ιδιωτικά συμφέροντα πίσω από τους υποτιθέμενα ουδέτερους μηχανισμούς, όπως οι αγορές.

Αυτά λίγο πολύ όλοι τα ξέρουμε, όλοι πλέον έχουμε ακούσει για το σκάνδαλο με το Χρηματιστήριο Ενέργειας ή ότι η ΔΕΗ ξεπουλήθηκε και οι παραγωγοί/πάροχοι ενέργειας έχουν στήσει καρτέλ και κερδοσκοπούν σε βάρος των καταναλωτών.

Αλλά και που τα ξέρουμε τι κάνουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε όταν έχουν συστηματικά διαλυθεί και απαξιωθεί οι συλλογικές δυνατότητες που θα μας επέτρεπαν να οργανώσουμε την ικανοποίηση των αναγκών μας με διαφορετικό τρόπο ο οποίος δεν περνά μέσα από τα κέρδη και τα υπερκέρδη μιας χούφτας ολιγαρχών;

Η αγορά (και στην ενέργεια) δεν υπερίσχυσε γιατί οι άνθρωποι πείστηκαν για την ανωτερότητα τους. Πρώτα επιβλήθηκε, διαλύοντας τις όποιες κοινωνικές αντιστάσεις και μετά έγινε κυρίαρχη ιδεολογία, συνοδευόμενη από μαζική παραίτηση και διάχυτο κυνισμό.

Σήμερα οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι το παιχνίδι είναι στημένο και κάποιοι θησαυρίζουν σε βάρος τους με τη βοήθεια της αγοράς, που μόνο ουδέτερη δεν είναι, αλλά κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους. Ποια εναλλακτική έχουν ωστόσο, πέρα από το να περιμένουν τα διάφορα pass της κυβέρνησης για να μπαλώσουν καμιά τρύπα, εν είδει ελεημοσύνης; Καμία. Για αυτό και προσπαθούν να «προσαρμοστούν», όπως είπε ο Πέτσας: τον χειμώνα θα παγώσουν και θα περιορίσουν την κατανάλωσή τους στο ελάχιστο δυνατό. Όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη.

Να λοιπόν γιατί είναι τόσο προκλητική η δήλωση του Πέτσα. Γιατί είναι οδυνηρά αληθής, γιατί έχουν καταφέρει να υποβιβάσουν τη ζωή μας σε έναν ανελέητο καθημερινό αγώνα για επιβίωση και μας περιγελούν και από πάνω διότι ξέρουν ότι δεν μπορούμε να τους αγγίξουμε. Ο Πέτσας απλώς πρόσθεσε και την προσβολή στο τραύμα μας.