Αναλυτικά:

«Αυτό που αναζητά είναι τρόπους να πλασάρει πολιτικά, να αμβλύνει τις αντιδράσεις και να εμφανίσει ως “αναγκαιότητα” μια βαθιά αντιλαϊκή αναδιάρθρωση. Γι’ αυτό καταφεύγει στον γνωστό μηχανισμό του λεγόμενου “διαλόγου”, ενός διαλόγου-παρωδία, με προειλημμένες αποφάσεις και προσχηματικές διαδικασίες.

Τέτοιους “διαλόγους” η εκπαιδευτική κοινότητα τους έχει ξαναζήσει. Από το 2010 και μετά, για την Παιδεία, για το Λύκειο, για τις εξετάσεις, στήθηκαν δεκάδες επιτροπές, φόρουμ και “εθνικές συζητήσεις”.

Τα αποτελέσματά τους τα ζούμε και τα πληρώνουμε καθημερινά: Εντατικοποίηση, υποβάθμιση της γνώσης, περισσότερα φίλτρα, περισσότερες ανισότητες, κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών. Αυτή είναι η πείρα που δεν διαγράφεται με ωραία λόγια.

Η κατάσταση του Λυκείου δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποτέλεσμα “παθογενειών” του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι συνειδητό προϊόν των κυβερνητικών πολιτικών όλων των τελευταίων χρόνων.

Την ευθύνη τη φέρουν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που με κοινό στρατηγικό προσανατολισμό μετέτρεψαν το Λύκειο σε έναν διαρκή εξεταστικό μαραθώνιο, αποσπασμένο από τη γενική μόρφωση και τις πραγματικές μορφωτικές ανάγκες της νεολαίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός επικαλείται σήμερα τη συναίνεσή τους.Τη χρειάζεται, γιατί τη διαθέτουν.

Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην ΚΚΕ-, είναι απολύτως διαθέσιμα στο να υλοποιηθεί ένας νέος νόμος που θα προσθέτει αλλεπάλληλα ταξικά εμπόδια τόσο στην ολοκλήρωση του Λυκείου όσο και στην πρόσβαση των παιδιών των λαϊκών οικογενειών στα δημόσια πανεπιστήμια, επιδιώκοντας να διαμορφωθεί πελατεία για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας της περιβόητης “συναίνεσης”.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχεται ότι η κατεύθυνση των αλλαγών θα είναι περισσότερες εξετάσεις, ώστε -όπως ισχυρίζεται- “να αποκτήσει σημασία το Λύκειο και όχι μόνο οι πανελλαδικές”.

Αυτή η τοποθέτηση αποτελεί ομολογία πλήρους αδιεξόδου. Γιατί ποτέ οι εξετάσεις -στο σημερινό σχολείο- δεν έδωσαν νόημα στη γνώση, ποτέ δεν καλλιέργησαν ενδιαφέρον για το σχολείο, ποτέ δεν έκαναν το Λύκειο “μορφωτικό σταθμό ζωής”. Αντίθετα, το μετέτρεψαν σε μηχανισμό επιλογής, αποκλεισμού και πρόωρης ταξινόμησης των παιδιών.

Το λεγόμενο “Εθνικό Απολυτήριο” δεν αναβαθμίζει το Λύκειο. Το μετατρέπει σε εξεταστικό κέντρο, με εξετάσεις πανελλαδικού τύπου από την Α’ Λυκείου, όπου η μόρφωση υποτάσσεται στον βαθμό, η διδασκαλία στα SOS, η γνώση στη λογική της αγοράς και της “ατομικής ευθύνης”.

Όσο για το ζήτημα των εξαρτήσεων από τα κινητά τηλέφωνα και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, η κυβέρνηση, έναν χρόνο μετά τις φιέστες και τις επικοινωνιακές εξαγγελίες της, το μόνο που έχει να παρουσιάσει είναι περισσότερες ποινές και καταστολή μέσα στα σχολεία. Καμία ουσιαστική πολιτική πρόληψης, καμία ενίσχυση των δημόσιων δομών, καμία απάντηση στις πραγματικές αιτίες του προβλήματος.

Και αυτό είναι απολύτως λογικό, όσο το δικαίωμα των νέων στον ελεύθερο χρόνο, στον αθλητισμό, στον πολιτισμό, στη δημιουργία, κοστίζει και συνθλίβεται ακόμα περισσότερο από τους τσακισμένους μισθούς και την ακρίβεια που καλπάζει.

Όσο η ζωή των παιδιών ασφυκτιά ανάμεσα στο σχολείο-εξεταστικό κέντρο και στο άγχος της “επιτυχίας”. Όσο κυριαρχούν οι σάπιες αξίες της αστικής τάξης, τόσο και οι κάθε λογής εξαρτήσεις θα οξύνονται.

Η κατάσταση αυτή θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο αν υλοποιηθεί το Εθνικό Απολυτήριο. Γιατί θα χτυπήσει τους νέους και τις νέες σε μια κρίσιμη ηλικιακή φάση, την εφηβεία, όπου είναι απολύτως αναγκαίο η δίψα για δημιουργία, για άθληση, για συλλογική ζωή να βρίσκει διέξοδο και όχι να συνθλίβεται κάτω από διαρκείς εξετάσεις και αξιολογήσεις.

Απέναντι σε αυτή την πολιτική δεν χωρούν αυταπάτες. Δεν χρειάζεται άλλος ένας “διάλογος” για το πώς θα εφαρμοστεί καλύτερα η ίδια αντιδραστική κατεύθυνση.

Χρειάζεται σύγκρουση και πάλη για ένα Λύκειο που θα μορφώνει ολόπλευρα, χωρίς εξεταστικούς φραγμούς, χωρίς ταξικές διακρίσεις, χωρίς το άγχος της συνεχούς αξιολόγησης.

Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ θα στηρίξουν με όλες τους τις δυνάμεις την εναντίωση στο Εθνικό Απολυτήριο, στην αναθεώρηση του άρθρου 16 και σε κάθε αντιλαϊκή αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης.

Τώρα πιο ακόμα πιο αποφασιστικά θα αναδείξουν αποφασιστικά ότι η πάλη για το σχολείο των σύγχρονων αναγκών, που θα μορφώνει, θα δίνει πραγματική διέξοδο στις νεανικές αναζητήσεις, θα αναπτύσσει όλα τα ταλέντα και τα ενδιαφέροντα των παιδιών, είναι οργανικά δεμένη με τον αγώνα για μια κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση, από τα εμπόδια και τις ανισότητες που γεννά το καπιταλιστικό σύστημα.

Σε αυτόν τον δρόμο, με οργάνωση, συλλογική δράση και σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική, βρίσκεται η πραγματική διέξοδος για τη νεολαία, την εκπαίδευση και το μέλλον της κοινωνίας».