«Σήμερα βρίσκομαι εδώ όχι μόνο για τη μητέρα μου, αλλά για όλα τα παιδιά που έμειναν πίσω, για τα παιδιά των γυναικών που κάποιος αποφάσισε να τους αφαιρέσει τη ζωή» σημείωσε η Τζέσικα μιλώντας στο Ευρωκοινοβούλιο.

«Είναι η πρώτη φορά που μιλάω δημόσια για τον θάνατο της μητέρας μου και για εμένα αυτό δεν είναι εύκολο, είναι όμως απαραίτητο», είπε και συνέχισε χαρακτηρίζοντας την μητέρα της που δολοφονήθηκε «μία αγωνίστρια, πέρασε πολλές δυσκολίες στη ζωή της. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έχασε ποτέ το χαμόγελο και τη δύναμή της. Ήταν γεμάτη ενέργεια, γεμάτη όρεξη για ζωή, ένα “λαμπερό αστέρι” όπως την έλεγα».

Η Ενκελέιντα απευθύνθηκε «σε όποια δημόσια αρχή γνώριζε»

Επιρρίπτοντας τις ευθύνες στην αδράνεια του κράτους απέναντι στην προστασία των γυναικών, υπογράμμισε πως η μητέρα της «φοβόταν και το είπε πολλές φορές. Το είπε στην αστυνομία, το είπε στη Δικαιοσύνη, το είπε ξανά και ξανά σε όποια δημόσια αρχή γνώριζε. Είχε καταγγείλει αυτόν τον άνθρωπο, τον άνθρωπο που τελικά τη δολοφόνησε όχι μία, αλλά τρεις φορές».

«Ακόμα περισσότερες ήταν βέβαια οι φορές που είχε πάει στην αστυνομία και την καθησύχασαν λέγοντάς της ότι δεν χρειάζεται να κάνει μήνυση, απλά θα καταγράψουν το εκάστοτε περιστατικό. Η μητέρα μου βρισκόταν συνεχώς σε κίνδυνο, είχε απειληθεί και είχε τρομοκρατηθεί επανειλημμένα, είχε ζητήσει προστασία, παρ’ όλ’ αυτά ο άνθρωπος από τον οποίο κινδύνευε η ζωή της κυκλοφορούσε ελεύθερος. Της μίλησαν για διαδικασίες, για δομές για κουμπιά πανικού, αλλά ποτέ δεν της παρείχαν ουσιαστική ασφάλεια», ξεκαθάρισε και αναφέρθηκε στο βράδυ πριν τη δολοφονία.

«Την προηγούμενη ημέρα από τη δολοφονία της μητέρας μου, εκδικαζόταν το αυτόφωρο για την υπόθεσή της. Είχε αντιληφθεί ότι αυτός την παρακολουθούσε τις τελευταίες εκείνες ημέρες και τον είχε καταγγείλει. Η μητέρα μου δεν ενημερώθηκε ποτέ για την εκδίκαση αυτού του συμβάντος. Δεν ήξερε ότι υπήρχε ενεργή δικαστική διαδικασία, δεν ήξερε τι είχε αποφασιστεί κι αν εκείνος ήταν ελεύθερος», ανέφερε.

«Πήγε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ χωρίς να ξέρει ότι βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο, χωρίς να ξέρει ότι ήταν η τελευταία της μέρα. Την επόμενη ημέρα η μητέρα μου δολοφονήθηκε στη μέση του δρόμου με 17 μαχαιριές και αφέθηκε εκεί για ώρες με ένα μαχαίρι καρφωμένο στην κοιλιά της», συνέχισε.

Θεσμική και οικονομική στήριξη για τα παιδιά που μένουν πίσω

Μετά τη γυναικοκτονία έμεινε η ίδια κι ο ανήλικος αδέλφός της. «Έτσι στα 20 μου χρόνια έγινα γονέας, όχι από επιλογή, αλλά γιατί το κράτος δεν προστάτεψε τη μητέρα μας. Κάθε μέρα ζω με ένα ερώτημα. Τι θα είχε γίνει αν κάποιος την είχε ενημερώσει, αν γνώριζε ότι αυτός που την απειλούσε για τη ζωή της είναι ελεύθερος», δήλωσε και συμπλήρωσε πως «ίσως η μητέρα μου τώρα να ζούσε και να μην χρειαζόταν να είμαι εγώ η φωνή της».

«Η υπόθεση της μητέρας μου δείχνει κάτι ξεκάθαρο, οι καταγγελίες όταν δεν συνοδεύονται από αξιολόγηση κινδύνου, ενημέρωση του θύματος και άμεση προστασία δεν αρκούν. Δεν γίνεται μία γυναίκα να ζητάει βοήθεια επανειλημμένα και το σύστημα να περιμένει μέχρι να συμβεί το χειρότερο», είπε χαρακτηριστικά.

Μάλιστα, αναφέρθηκε και στον παράγοντα του ρατσισμού, καθώς όπως είπε λόγω καταγωγής και εθνικότητας της οικογένειάς της παρουσιάζονται ακόμα και σήμερα εμπόδια και δυσκολίες που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα σε κάθε στάδιο.

Τι ζήτησε από την Ευρώπη για να μην υπάρξουν άλλα θύματα:

  • Υποχρεωτική, άμεση και αποδεδειγμένη ενημέρωση των θυμάτων σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας που τα αφορά.
  • Εφαρμογή ενιαίων ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων αξιολόγησης κινδύνου ώστε οι επαναλαμβανόμενες καταγγελίες να σημαίνουν συναγερμό και όχι απλά καταγραφή.
  • Να εφαρμόζονται άμεσα προστατευτικά μέτρα όταν υπάρχει ιστορικό απειλών, χωρίς να χρειάζεται η αναμονή για την επόμενη επίθεση.
  • Επίσης όπως είπε είναι απαραίτητο να υπάρχει τόσο θεσμική όσο και οικονομική στήριξη για τα παιδιά που μένουν πίσω ώστε κανένα παιδί να μην χρειαστεί να μεγαλώσει πρόωρα.

«Ο χωρισμός δεν είναι προστασία· είναι η περίοδος υψηλότερου κινδύνου για τις γυναίκες»

Στην εκδήλωση επίσης μίλησαν ο Γιάννης Τοπαλούδης και η Κούλα Αρμουτίδου, γονείς της Ελένης Τοπαλούδη, που δολοφονήθηκε στη Ρόδο και η σορός της πετάχτηκε στη θάλασσα, εστιάζοντας στη διαδοχική αποτυχία του κράτους πριν τη δολοφονία, κατά τη διάρκεια και μετά.

«Όταν περιμένουμε από τις γυναίκες να φτάσουν στο σημείο της καταγγελίας για να τις πιστέψουμε, πολλές δεν προλαβαίνουν. Η Γαρυφαλλιά δεν πρόλαβε», σημείωσε αργότερα η Αλεξάνδρα Μάκου, μητέρα της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου, που δολοφονήθηκε από τον σύντροφό της ενώ έκανε διακοπές στη Φολέγανδρο. «Όπως αναγνωρίζουμε τα εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο, έτσι πρέπει να ονομάζουμε και τα εγκλήματα λόγω φύλου, για να μπορούμε να τα δούμε, να τα καταγράψουμε και να τα προλάβουμε», συμπλήρωσε ζητώντας τη νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» και κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο πρόληψης, καταγραφής και ευθύνης.

«Ο χωρισμός δεν είναι προστασία· είναι η περίοδος υψηλότερου κινδύνου για τις γυναίκες, κι όμως κανένας μηχανισμός δεν ενεργοποιείται για να τις προστατεύσει», τόνισε με τη σειρά της η Ελένη Κρεμαστιώτη, μητέρα της Ερατούς Μανωλακέλλη, που δολοφονήθηκε από τον πρώην σύζυγό της, ενώ είχε προσπαθήσει να φύγει αναζητώντας προστασία. Ζήτησε ευρωπαϊκές πολιτικές που να αφαιρούν όπλα όταν υπάρχει ρήξη και απειλή και που να προστατεύουν τα παιδιά των δολοφονημένων γυναικών. «Κανείς γονιός δεν πρέπει να ζει με το φόβο ότι η κόρη ή η γυναίκα του θα σκοτωθεί επειδή πήρε την απόφαση να φύγει από έναν βίαιο σύντροφο», προσέθεσε.

«Η Πολυξένη δεν δολοφονήθηκε μόνο από έναν άντρα. Δολοφονήθηκε από ένα σύστημα που του έδωσε όπλο, δεν τον αφαίρεσε από την υπηρεσία, δεν τον αξιολόγησε ως επικίνδυνο, δεν προστάτευσε τη γυναίκα του. Και μετά τη δολοφονία της, άφησε πίσω δύο παιδιά», ανέφερε η Αγγελική Μπέρδου, μητέρα της Πολυξένης Μπέρδου, που δολοφονήθηκε από τον σύντροφό της μέσα στο σπίτι της.

Ζήτησε να θεσπιστεί ευρωπαϊκό πλαίσιο υποχρεωτικής αφαίρεσης όπλων από ένστολους όταν υπάρχουν ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας, απειλών ή σοβαρών συγκρούσεων. Να υπάρξει ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου και καταγγελιών για ένστολους, ώστε η βία να μη θάβεται μέσα στην ιεραρχία, αλλά και να καθιερωθεί υποχρεωτική ψυχοκοινωνική αξιολόγηση όσων φέρουν όπλο στο πλαίσιο της υπηρεσίας τους — ουσιαστική και επαναλαμβανόμενη. Επίσης, εστίσε στην ανάγκη να αναγνωριστούν τα παιδιά των θυμάτων γυναικοκτονίας ως θύματα κρατικής αποτυχίας, με μακροχρόνια ψυχολογική και οικονομική στήριξη.

Η Ρόζα Φωτιάδου, μητέρα της Σοφίας Σαββίδου, που δολοφονήθηκε επειδή βρισκόταν με την Πολυξένη Μπέρδου την ώρα της γυναικοκτονίας συμπλήρωσε πως «όταν η έμφυλη βία αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική υπόθεση, όταν λέμε “είναι θέμα του ζευγαριού”, τότε εκθέτουμε ολόκληρη την κοινωνία σε κίνδυνο».

Η Δέσποινα Καλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα, που δολοφονήθηκε έξω από το αστυνομικό τμήμα των Αγίων Αναργύρων, ενώ είχε ζητήσει βοήθεια, ξεκίνησε με τη φράση «το περιπολικό δεν είναι ταξί». Η υπόθεση της Κυριακής Γρίβα «αποκαλύπτει ένα κενό αντίληψης: ότι η έμφυλη βία δεν αντιμετωπίζεται ως άμεση απειλή ζωής. Αντιμετωπίζεται ως ενόχληση μέχρι να γίνει έγκλημα. Και τότε είναι αργά» είπε η μητέρα του θύματος.

Ζήτησε από την Ευρώπη να θεσπίσει δεσμευτικά πρωτόκολλα αξιολόγησης κινδύνου για έμφυλη βία, εκπαίδευση αστυνομικών ώστε να αναγνωρίζουν τον φόβο ως ένδειξη επικείμενης απειλής, και υποχρεωτική παρέμβαση/συνοδεία όταν γυναίκες ζητούν προστασία. «Αν η Ευρώπη θέλει να μιλά για ανθρώπινα δικαιώματα, ας ξεκινήσει από το πιο βασικό: καμία γυναίκα που ζητά προστασία δεν πρέπει να φεύγει μόνη» είπε συναισθηματικά φορτισμένη.

Ο Εμμανουήλ Αθανασίου, ξάδελφος της Έφης Τσιχλάκη, μίλησε για τη δολοφονία της ξαδέλφης του και κυρίως για τη δικαστική μάχη, την οποία χαρακτήρισε ένα από τα μεγαλύτερα δικαστικά σκάνδαλα της χώρας. Αναφέρθηκε σε αίσχος στα δικαστήρια, όπου η οικογένεια κλήθηκε να αποδείξει ότι η Έφη δολοφονήθηκε, καθώς είχαν αποφασίσει σε πρώτο βαθμό ότι αυτοκτόνησε, και στη συνέχεια βρέθηκε αντιμέτωπη με πλήθος απειλών και δολοφονία χαρακτήρα, λόγω των διασυνδέσεων του δράστη με πανίσχυρη οικογένεια της χώρας. Σημείωσε ότι η πολιτική και δικαστική εξουσία στέλνουν μήνυμα ατιμωρησίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, όταν οι δολοφόνοι, που δεν δείχνουν μεταμέλεια, παραμένουν εκτός φυλακής.

Κώστας Αρβανίτης: Ο όρος γυναικοκτονία να αναγνωριστεί ως επίσημος νομικός όρος στην Ελλάδα και την ΕΕ

«Ήταν μια από τις πιο δύσκολες και συναισθηματικά φορτισμένες εκδηλώσεις που έχουμε οργανώσει στις Βρυξέλλες. Το σφίξιμο στο στομάχι που μας άφησαν οι 8 + 1 Ιστορίες Γυναικοκτονιών, όπως ακούστηκαν από τις οικογένειες των θυμάτων μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι έντονο. Ταυτόχρονα, όμως, γινόμαστε πιο αποφασιστικοί στη μάχη μας για το αυτονόητο: ο όρος γυναικοκτονία να αναγνωριστεί ως επίσημος νομικός όρος στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση» ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Αντιπρόεδρος της Left που οργάνωσε την εκδήλωση.

«Οι συγγενείς και οι ειδικοί, που έριξαν φως στη διαρθρωτική διάσταση του φαινομένου και στις προκλήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, ανέλυσαν με εξαιρετικό τρόπο τι πρέπει να κάνουν τα κράτη και η ΕΕ, για να αντιμετωπιστούν η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες. Παρακολουθήστε τις παρεμβάσεις τους στο link στα σχόλια.

Ευχαριστώ όλους τους συναδέλφους ευρωβουλευτές που μας τίμησαν με την παρουσία τους» κατέληξε.