Σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε στη θητείας της, έθεσε το κομβικό ζήτημα: όχι αν η Ευρώπη μπορεί να δημιουργήσει έναν ανεξάρτητο εισαγγελέα, αλλά αν είναι διατεθειμένη να του επιτρέψει να κάνει τη δουλειά του. Όπως επεσήμανε, η βασικότερη πρόκληση δεν ήταν οι εγκληματικές οργανώσεις, αλλά η «θεσμική αδράνεια» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τάση για καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και «ήπια» αντιμετώπιση των σκανδάλων.
Επιχειρώντας να δώσει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως πολιτικά και συνταγματικά εμπόδια, περιορίζουν τις έρευνες διαφθοράς και την απόδοση ευθυνών, αναφέρθηκε στο έγκλημα των Τεμπών τονίζοντας πως: «Η Εισαγγελία της ΕΕ ανέλαβε την υπόθεση, η οποία εκδικάστηκε στην Αθήνα, διότι, ενώ μόνο το ελληνικό κοινοβούλιο μπορεί να διερευνήσει την πολιτική ευθύνη των αρμόδιων αξιωματούχων, οι ερευνητές της ΕΕ δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να προχωρήσουν όσο θα ήθελαν».
«Σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία, εκτός αν αλλάξει το Σύνταγμα» είπε, εξηγώντας ωστόστο ότι «είναι ήδη πολύ αργά, επειδή οι νόμοι δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναδρομικά. Επομένως, αυτό είναι το μέγιστο που θα μπορούσαμε να κάνουμε, και δεν είναι δυνατή καμία περαιτέρω ενέργεια».
Το ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα νοοτροπίας της ΕΕ
Μάλιστα, η Κόβεσι αποκάλυψε ότι ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της ζήτησε κατά τη διάρκεια της θητείας της να μετριάσει τα δημόσια μηνύματά της σχετικά με την έκταση των υποθέσεων διαφθοράς και απάτης που αποκαλύπτονταν από την υπηρεσία της. «Είπα: Πώς τολμάς να μου το λες αυτό; Είμαστε ανεξάρτητοι. Και αν υπάρχει υπόθεση, είναι καθήκον μας να την ερευνήσουμε» αντέδρασε η ίδια, προσθέτοντας σαρκαστικά ότι δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια σε καταγγελίες, αν αυτές αφορούσαν υψηλόβαθμους αξιωματούχους της ΕΕ.
Εντός των ίδιων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, η Κόβεσι αντιμετώπισε επίσης αντίσταση από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) όσον αφορά τις προσπάθειές της να διερευνήσει καταγγελίες για αδικαιολόγητες δαπάνες με κονδύλια της ΕΕ που χρονολογούνται από το 2022 και στις οποίες εμπλέκεται ο πρώην πρόεδρος του Συνεδρίου, Κλάους Χάινερ Λένε. Σημειώνεται ότι ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες.
Το γεγονός ότι το ΕΛΕ, ο ίδιος ο φορέας ελέγχου των δαπανών της ΕΕ, αρνήθηκε τον εισαγγελικό έλεγχο με το αιτιολογικό της ασυλίας, ώθησε την απερχόμενη Ευρωπαία Εισαγγελέα να προσφύγει κατά του ΕΛΕ ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου της ΕΕ, σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να εκκρεμεί. «Είναι θέμα αρχής», σχολίασε.
Τελικά η εικόνα με την οποία φεύγει από τη θέση της Ευρωπαίας Εισαγγελέα είναι αυτή μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας καταπολέμησης της απάτης που έχει αποδείξει την αξία της, αλλά ταυτόχρονα έχει αποκαλύψει τα όρια του συστήματος που την περιβάλλει. Όπως διαπίστωσε, ενώ η ΕΕ έχει δημιουργήσει πολλαπλά επίπεδα ελέγχων με σκοπό την πρόληψη παρανομιών, δε διασφαλίζει πάντα ότι αυτά λειτουργούν στην πράξη.
«Υπάρχουν πολλές αρχές, φορείς και υπηρεσίες που υποτίθεται ότι πρέπει να προλαμβάνουν την απάτη, να διενεργούν ελέγχους και να υποβάλλουν εκθέσεις» είπε και συμπλήρωσε: «Και τότε, μια μέρα συνειδητοποιείς ότι κανείς δεν κάνει πραγματικά αυτό που πρέπει να κάνει».
«Μετά από 20 χρόνια πρόληψης, κοιτάξτε, είναι αυτό αρκετό; Είναι αυτό αρκετό;», διερωτήθηκε δείχνοντας την ετήσια έκθεσή της, η οποία πέρυσι αποκάλυψε υποψίες απάτης και άλλων οικονομικών εγκλημάτων ύψους περίπου 67 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Πιεζόμενη εκ νέου σχετικά με τον αξιωματούχο της Επιτροπής που την είχε παροτρύνει να μετριάσει τον τόνο της, η Κόβεσι αρνήθηκε να απαντήσει, υποβαθμίζοντας τη σημασία της ταυτότητας του εν λόγω προσώπου. «Το όνομα δεν έχει σημασία», είπε και συνέχισε: «Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτή η νοοτροπία υπάρχει. Αυτό είναι το πρόβλημα.»