Η αναζήτηση του αενάως διαφεύγοντος Εαυτού μας

Ο Πέερ Γκυντ συγκαταλέγεται ανάμεσα στις εμβληματικές μορφές της μυθοπλασίας, στην ιστορία της δυτικής δραματουργίας: Οιδίποδας, Φάουστ, Δον Κιχώτης, Άμλετ, Μισάνθρωπος, Πέερε Γκυντ κ.ά. Μυθοπλασιακά πρόσωπα που συνθέτουν αφενός το μωσαϊκό της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και ιδιοσυγκρασίας κι αφετέρου το πλέγμα των σχέσεων που το υποκείμενο αναπτύσσει με την κοινωνία στην οποία διαβιεί.
|

της Εύης Προύσαλη

Διδάσκουσα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ – Κριτικός Θεάτρου

Κριτική Θεάτρου
Ίψεν, Πέερ Γκυντ, Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή 

Ο Πέερ Γκυντ είναι ένα νέο αγόρι που ζει μέσα στο παραμύθι και το όνειρο. Αποφεύγει την πραγματικότητα. Ζει μονίμως μέσα στην «ψευδαίσθηση». Το Σώμα του βρίσκεται στη γη -τον γρονθοκοπούν, τον εξευτελίζουν, τον βρίζουν- αλλά ο Νους του ταξιδεύει, χωρίς κανείς να μπορεί να τον εγκλωβίσει. Αποφασίζει να εγκαταλείψει τον τόπο του και τη μητέρα του που αγαπά, για να περιπλανηθεί, να πραγματώσει τις επιθυμίες και να κυνηγήσει τα οράματά του. Ερωτεύεται, υπόσχεται αιώνια αγάπη κι όμως πολύ γρήγορα εγκαταλείπει την αγαπημένη του. Κυριαρχείται από την ανάγκη του ακατόρθωτου. Ταξιδεύει σε μέρη εξωτικά, συναντά πλάσματα αλλόκοτα που τον καλούν να «είναι ο εαυτός του». Γίνεται τυχοδιώκτης, χρυσοθήρας, δουλέμπορος, «προφήτης» σε αρχέγονες φυλές. Στο τέλος, πλούσιος σε εμπειρίες, αλλά μόνος, επιστρέφει στον τόπο του, ενώ κατατρύχεται από τον φόβο του επικείμενου θανάτου του.


 
Πρόκειται για την πορεία του ανθρώπινου όντος που «μόνο, αδικαίωτο και ασύγγνωστο πρέπει να πραγματώσει το νόημα του κόσμου και της ουσίας του»[1]. Κάθε υποκείμενο αγωνίζεται να κατακτήσει την «ενότητά» του, ευρισκόμενο σε διηνεκή ασταθή ισορροπία ανάμεσα στην «ταυτότητα ως απόλυτη συνεκτικότητα χωρίς ίχνος διαφοράς και στην ενότητα ως σύνθεση της πολλότητας».[2] Η πάλη του αυτή αποκαλείται αυτοπαρουσία. Ο Πέερ ενσαρκώνει τις αρχετυπικές καταστάσεις της αυτοπαρουσίας αναφορικά με: την αναζήτηση τρόπου του ζην, την αναζήτηση το «χαμένου» χρόνου -της υποστασιακής διάρκειας που ποτέ δεν επαρκεί-, την αναζήτηση του ανέφικτου στην υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων, κι εν τέλει, την υπέρτατη αναζήτηση του παντοτινά διαφεύγοντος Εαυτού. Τον εαυτό του προσπαθεί να πλησιάσει και να κατανοήσει μέσω των πράξεών του ο Πέερ Γκυντ. Αλλά, ήδη το ερώτημα, στο μέσον της ζωής του, παραμένει αμείλικτο: «Ο εαυτός του Γκυντ, ποιος είναι;» και λίγο πριν τον θάνατό του μετασχηματίζεται στην απόφανση «Είμαι ο Κανείς».
 
Το θεατρικό αυτό έργο είναι ένα έπος. Εμπεριέχει: πολλαπλές αλλαγές σκηνικών τόπων, αλλόκοτα πλάσματα παρμένα από την Νορβηγική παράδοση, ανορθόδοξες καταστάσεις, ονειρικές και ανοίκειες. Το ανέβασμά του είναι δύσκολη υπόθεση. Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου πάσχει πολλαπλώς. Εκτός από τον εύστοχο, διαυγή αλλά και ποιητικό, όπου απαιτείται, λόγο (μτφρ. Γιώργος Δεπάστας), τα υπόλοιπα «υλικά» της παράστασης μοιάζουν να μην μπορούν να συνομιλήσουν με τις καταστάσεις. Τα σκηνικά/κοστούμια (Απόλλων Παπαθεοχάρης) βαριά και ογκώδη -η καλύβα δεσπόζει αναιτιολόγητα στη σκηνή- όπως επίσης και ο νερόμυλος, που επιβάλλεται άκομψα για να χρησιμοποιηθεί άπαξ. Τα ατέχνως ακατέργαστα βράχια απλώς περιγράφουν ένα τοπίο, αντί να δίνουν την αίσθηση ότι εγκλωβίζουν τον Πέερ «μέσα» τους, με αποτέλεσμα να χάνουν τη σημασιολόγησή τους. Τα κοστούμια ετερόκλητα, με πινελιές που δεν στοιχειοθετούν ήθος αλλά μόνο όψη. Τα δαιμόνια πλάσματα του δάσους, τα troll, που φυλακίζουν τον Πέερ στην επικράτειά τους, παρουσιάζονται με περισσή επιτήδευση, κακοσχηματισμένα και πληθωρικά ώστε να καθίσταται αδύνατο να σαγηνεύσουν έναν νέο! Τα δε φωτιστικά περιγράμματα των σκηνικών αντί να επιτείνουν την αίσθηση της «ονειροφαντασίας» προσγειώνουν τη δράση σε ύφος καμπαρέ. Οι φωτισμοί (Σάκης Μπιρμπίλης) -με την αφειδώλευτη χρήση του «καπνού»- δημιουργούν φωτιστικά τοπία διαφόρων χρωματικών αποχρώσεων, ανένταχτα, άκαιρα και τελικώς αυτόνομα.


 
Η σκηνοθεσία (Δ. Λιγνάδης) εξίσου άτονη, χωρίς σαφή οπτική γωνία. Ισορροπεί ανάμεσα στον μινιμαλισμό και την περιγραφική αφήγηση γεγονότων, με κυρίαρχο στοιχείο τη μετωπικότητα των ηθοποιών προς το κοινό (!), τη γραμμική διάταξη και «στοίχιση», ιδιαιτέρως στην σκηνή των trolls πάνω στα βράχια αλλά και σ’ εκείνην των χωρικών -άχαρες σκηνικές «διευθετήσεις». Η παράσταση αποτυγχάνει να αποδώσει το πάθος και τον διχασμό της ανθρώπινης ύπαρξης, που μόνη οδυνά από το μαρτύριο της συνεχούς αναζήτησης και του υπάρχειν. Μεγάλη απογοήτευση επιφέρουν και οι ερμηνείες των ηθοποιών, κυρίως, όσων υποδύονται τον Πέερ Γκυντ στις διάφορες ηλικίες. Πλήθος ατοπημάτων, από τον νεώτερο ηλικιακά ως τον μεγαλύτερο, με κοινό στοιχείο την απουσία συνεπούς ερμηνευτικής γραμμής. Ο Πέερ σε κάθε ηλικία, φυσικά και, δεν είναι ίδιος χαρακτηρολογικά. Δεν παύει, όμως, ως πρόσωπο να εμφανίζει μια συνοχή! Αλλιώς, θα ήταν σχιζοφρενής και συνεπώς μη τραγικός. Έτσι, οι ερμηνείες των ηθοποιών που υποδύονται τον Πέερ διακρίνονται για τον  ανερμάτιστο τρόπο που ο καθείς επιλέγει να ακολουθήσει -σκηνοθετική αδεία άραγε(;).  Πληθωρισμός υποκριτικών μέσων χαρακτηρίζει τον Πάνο Παπαδόπουλο, ο οποίος τελικώς υπερβαίνει την εγγενή «αυθορμησία» της νεότητας προς έναν ανεξέλεγκτο και άτακτο ερμηνευτικά οίστρο. Στην αντίπερα ερμηνευτική όχθη ο Γιάννης Τσουμαράκης ερμηνεύει, τον «δικό» του Πέερ, με περισσή έλλειψη φυσικότητας αλλά και με αρκετούς παρατονισμούς και παραφωνίες κατά την εκφορά του λόγου. Ο Δημήτρης Μοθωναίος οδηγεί τον Πέερ του σε μια άκρατη «αφηγηματικότητα», που συνοδεύεται από ορθοφωνικά προβλήματα τα οποία δυσχεραίνουν την πρόσληψη. Ο Δ. Λιγνάδης, ως ώριμος Πέερ, αποδεικνύεται πιο εύστοχος από τους υπόλοιπους, καταθέτοντας με πιο προσωπικό τρόπο τη διερώτηση αναφορικά με το είναι του Εαυτού και την πορεία του στη ζωή. Και πάλι, όμως, η ερμηνεία του στερείται χυμών, είναι περισσότερο εγκεφαλικού τύπου. Η Στ. Γουλιώτη (μάνα) «συντονίζεται» με το υπόλοιπο επιτελείο ηθοποιών διαγράφοντας την, ίσως, πιο ανεπιτυχή της σκηνική παρουσία. Εξαιρετική φιγούρα, ο Ιερώνυμος Καλετσάνος (Σκυφτός, Κουμποχύτης), που με την αρτιότητα της δεξιοτεχνικής ερμηνείας και κίνησής του, προσδίδει στο δράμα το εύρος του -είναι όμως, μόνος. Στο σημείο αυτό δεν μπορούμε παρά να αναφέρουμε την Παράσταση Πέερ Γκυντ που είχε παρουσιάσει ο βραβευμένος με το 11o Europe Theatre Prize Πέτερ Ζάντεκ, στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, με την εκπληκτική «μάνα» Angela Winkler. Μία έξοχη παράσταση, με υποδειγματικές ερμηνείες.

Αν ο Πέερ Γκυντ αναζητά σε όλο το έργο τον Εαυτό του, το ίδιο ισχύει και για την παράσταση του Εθνικού, η οποία δεν έχει ταυτότητα. Ούτε καν εκείνην της αναζήτησης καθεαυτήν.

 
Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφιδάς

Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή                            
Παραστάσεις : Πέμ.-Κυρ., Τετ. 8 μ.μ.
Τιμή : Tιμή : € 22, 17, 10, 5. Kάθε Τετ., Πέμ. € 15 και κάθε Παρ. € 13. Κάθε Παρ.-Κυρ. υπάρχουν αγγλικοί υπέρτιτλοι.



[1] Ζαν Πωλ Σαρτρ, Το Είναι και το Μηδέν, Δοκίμιο φαινομενολογικής οντολογίας, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σ.100
 
[2] Αυτόθι σ.155


Σε χρειαζόμαστε

Το ThePressProject είναι το μοναδικό μέσο ανεξάρτητης, ερευνητικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που στηρίζεται αποκλειστικά στις μικρο-δωρεές των επισκεπτών του. Πιστεύουμε ότι η πληροφορία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους και για αυτό δεν κλειδώνουμε κανένα κομμάτι της ύλης αλλά για να παραχθεί το πρωτογενές υλικό που θα βρείτε εδώ χρειαζόμαστε την υποστήριξή σου. Αν δεν πληρώσουμε εμείς για την ενημέρωσή μας, θα την πληρώσει κάποιος άλλος (και αν δεν είσαι ο Μαρινάκης μάλλον δεν έχεις τα ίδια συμφέροντα). Μάθε πώς
- Κάνε κλικ για να σχολιάσεις