Η δολοφονία του το εικοσάχρονου Θοδωρή Ζαβραδινού-Καραμπαμπά στο Άργος από τους αστυνομικούς που σταμάτησαν το αυτοκίνητο του για έλεγχο, η δολοφονία του εικοσάχρονου αυτιστικού Θοδωρή, πέρασε στα ψιλά γράμματα ενός ήδη σκληρού καλοκαιριού. Ο Θοδωρής, ένα παιδί με διαγνωσμένη αναπηρία -γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ να το πούμε;-, πήρε κρυφά το αυτοκίνητο για να κάνει ένα μπάνιο στη θάλασσα. Όταν τον σταμάτησαν οι αστυνομικοί, εκείνος πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να διαφύγει. Οι αστυνομικοί, από την άλλη, είδαν στο πρόσωπο αυτού του παιδιού με σαφείς δυσκολίες στην επικοινωνία, έναν «Τουρκαλά», ίσως και έναν «γύφτο», και ανταπόδωσαν με 21 πισώπλατες σφαίρες στο κεφάλι του Θοδωρή, λειτουγώντας για ακόμα μια φορά όπως οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα. Ως άλλοι πιστολέρο, ως τρομοκράτες και διαρρήκτες της «τάξης και ασφάλειας» που υποτίθεται πως οι ίδιοι υπηρετούν. Ο Θοδωρής ήταν κλινικά νεκρός ήδη από τις πρώτες ημέρες που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, κατέληξε τις βραδινές ώρες του Σαββάτου 11 Ιουλίου του 2026. Η κοινωνική δολοφονία του, όμως, είχε ξεκινήσει από την πρώτη στιγμή που μαθεύτηκε η είδηση.
«Εκφράζω την απόλυτη και ειλικρινή μου στήριξη στους δύο αστυνομικούς και στις οικογένειές τους, που δοκιμάζονται σκληρά. Έχουμε εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη ότι στην πορεία της υπόθεσης θα επικρατήσει η νομική ορθότητα και η ψυχραιμία, μακριά από κραυγές και σκοπιμότητες» δήλωσε απάνθρωπα ο δήμαρχος του Άργους-Μυκηνών Γιάννης Μαλτέζος σε ανάρτησή του στο Facebook. Και συνεχίζει εξίσου αδιανόητα: «Το ερώτημα όμως είναι αμείλικτο: Όταν γνωρίζεις ότι ένας νέος άνθρωπος αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα, πώς τον αφήνεις να κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης, οδηγώντας επικίνδυνα και θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο ζωής αθώους πολίτες; Τι έκανες για να αποτρέψεις ένα τέτοιο συμβάν; Πώς διαφυλάσσεται αντίστοιχα η κοινωνία; Αν εκείνη τη μέρα το όχημα αυτό παρέσυρε και σκότωνε ένα παιδί στους δρόμους του Άργους (μια πιθανότητα απολύτως ορατή με βάση τη συμπεριφορά του) τι θα λέγαμε σήμερα;»
Μισαναπηρισμός και κεκαλυμμένο μίσος προς την νευροδιαφορετικότητα αναμεμειγμένα με ένα κράμα αμορφωσιάς και ατομικής ευθύνης. Η ατομική ευθύνη, η ευθύνη των πάντων, η αιτία για κάθε μας πρόβλημα, από την πανδημία του κορονοϊού, μέχρι τον σταθμάρχη για το κρατικό έγκλημα των Τεμπών. Μια διαρκής ανακύκλωση του Θείου Σαμ που μας καλούσε να γίνουμε τροφή για τα κανόνια του ιμπεριαλισμού στην γνωστή αφίσα του αμερικανικού στρατού, τώρα μας κουνάει το δάχτυλο εξίσου προκλητικά και επικριτικά, τονίζοντας πως εμείς φταίμε για όλα. Οι πάνοπλοι, εκπαιδευμένοι ειδικά για τέτοιες συγκυρίες, αστυνομικοί φρουροί είναι προφανές πως δεν φταίνε σε τίποτα, όπως εξίσου προφανές είναι πως οι αυτιστικοί φταίνε όταν σκοτώνονται από σφαίρες μπάτσων γιατί τολμάνε και κυκλοφορούν ανάμεσα μας, τολμάνε και κυκλοφορούν ανάμεσα στους φυσιολογικούς, στους νευροτυπικούς, στους άξιους και ικανούς. Τολμάνε και υπάρχουν μέσα σε μια κοινωνία που ποτέ, μα ποτέ, δεν κατάφερε να δώσει μια αξιοπρεπή ζωή στους ανάπηρους, γιατί της κοστίζουν. Κοστίζουν σε δασκάλους, σε ιατρική περίθαλψη, σε εργατικό δυναμικό, σε συντάξιμα χρόνια. Γιατί να μας ενδιαφέρει να ενσωματώσουμε κοινωνικά εκείνους που μας κοστίζουν στη φορολογία μας, στα κοινωνικά επιδόματά μας, στη διεκδίκηση μιας «καλύτερης ζωής»; Δεν μπορείς να ξεριζώσεις το μίσος για το διαφορετικό, όταν ολόκληρη η πολιτική σου ατζέντα βασίζεται ακριβώς πάνω σε αυτό το μίσος για το διαφορετικό. Είναι προφανές ότι η τσίπα και η ντροπή δεν θα αγγίξουν κανέναν δεξιό δήμαρχο, καμία ακροδεξιά Λατινοπούλου και κανένα φασιστικό διαδικτυακό τρολ από να εκφράσει απρόσκοπτα το δηλητήριο του, να εκφασίσει λίγο ακόμα τον πολύπαθο κόσμο που έχει φορτωθεί στις πλάτες τους την κρατική τρομοκρατία εδώ και επτά χρόνια δεξιάς κυβέρνησης.
Τί έχει αλλάξει, άραγε, στην κοινωνία μας από τον Δεκέμβρη του 2008; Τι να έχει αδρανοποιήσει τα αντανακλαστικά ενός κόσμου που βρισκόταν στις επάλξεις για κάθε κρατική δολοφονία; Τα πάντα και τίποτα, από την οικονομική κρίση που δεν τελείωσε ποτέ μέχρι το ανύπαρκτο πολιτικό κίνημα που κατάφερε να μηρυκάσει τις ίδιες του τις σάρκες, μια Αριστερά που βρίσκεται στα χαμένα έχοντας ρημαχτεί από τη σοσιαλδημοκρατία και από το Θατσερικό νεοφιλελεύθερο δόγμα που προτάσσει πως δεν υπάρχει καμία εναλλακτική, μια Αριστερά που βιώνει διαρκείς ήττες εδώ και πολλά, πολλά χρόνια. Η Δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εναλλακτικές, χωρίς σθεναρή αντιπολίτευση, χωρίς ανταγωνιζόμενους και αντί-ηγεμονικούς εκφερόμενους λόγους στη δημόσια σφαίρα. Αν η Αριστερά τρώει τις σάρκες της, το δημοκρατικό πολίτευμα τις έχει ήδη κανιβαλίσει και προσπαθεί να τις χωνέψει αλλά αυτές έχουν την τάση να προκαλούν δυσπεψία σε ένα σύστημα που είναι εμφανές ότι δεν έχει να δώσει κάτι άλλο εκτός από πόλεμο, θάνατο, φρίκη, οδύνη και εξαθλίωση.
Τις ίδιες αυτές ημέρες που διανύουμε, τα λαγωνικά του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη με επικεφαλής τον υπουργό Μιχάλη Χρυσοχοΐδη διατρανώνουν πως εξιχνίασαν -για ακόμα μια φορά- το έγκλημα στην τράπεζα Μαρφίν που στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους στις 5 Μαΐου του 2010, την ημέρα όπου έλαβε χώρα μια από τις μεγαλύτερες αντί-μνημονιακές διαδηλώσεις. Ταυτόχρονα, έχουν απαγγελθεί κατηγορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε 22 άτομα -ανάμεσά τους και τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της ΝΔ, για τη συμμετοχή τους στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κάπου στο βάθος υπάρχει ένα σκάνδαλο των υποκλοπών που ακόμα διερευνάται και κάπου στο ακόμα πιο βάθος, λαμβάνει χώρα ή έστω, προσπαθεί να λάβει χώρα, η δίκη για το έγκλημα των Τεμπών η οποία και απειλείται να «αναβληθεί επ’αόριστον» λόγω της σύμβασης 717. Την ίδια στιγμή, η δημόσια περιουσία καταχράται και ξεπουλιέται σε επενδυτές-κοράκια επί πινακίου φακής, για να ανδρωθούν κακόγουστες ξενοδοχειακές μονάδες καταμεσής των δημόσιων παραλιών, δεν έχει μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα που να μην έχει παραχωρηθεί στον βωμό της επονομαζόμενης ως «τουριστικής βιομηχανίας», αλλά ο ένας στους δύο Έλληνες δεν αντέχει οικονομικά να πάει διακοπές στην ίδια του την χώρα. Greek summer is a state of mind, με τους περισσότερους να περνάνε τις ημέρες του καύσωνα σε δουλειές που τους τρώνε το μεδούλι και τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο τους με το να σκρολάρουν ανελέητα στα social media, θεωρώντας μέγιστη υπέρβαση να ανάψουν τον κλιματισμό για να μη λιώσουν σαν άλλες μούμιες του Φαραώ μέσα στα σαρκοφαγικά διαμερίσματα. Είναι απορίας άξιο τι άλλα οικονομικά σκάνδαλα ενδέχεται να βγουν στην πορεία των χρόνων για όλο το δημόσιο χρήμα που έχει κατασπαταληθεί, για όλη τη δημόσια περιουσία που έχει κατακρεουργηθεί από σκιώδη χέρια, πάντα μέσα στο γενικό πρόταγμα «της ανάπτυξης και της καινοτομίας».
Η πολυκατοικία που κατέρρευσε πριν από λίγες εβδομάδες στα Πετράλωνα, επειδή οι εργολάβοι και οι μηχανικοί αποφάσισαν πως δεν χρειάζεται να πληρώσουν για μια επιστημονική στατική μελέτη, αποτελεί μια εξαίσια αλληγορία και για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας αυτή τη στιγμή. Το κτίριο έχει γεμίσει με ρωγμές, οι κάτοικοι δεν έχουν ιδέα τι συμβαίνει, αλλά προσπαθούν να το εκκενώσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται ώστε να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι τους, ο πάγιος φόβος των Γαλατών που στις ημέρες μας μετατρέπεται σε οδυνηρή πραγματικότητα.
Και εκείνοι που δεν μπορούν να το εκκενώσουν; Τί γίνεται με εκείνους που δεν έχουν πουθενά αλλού να πάνε; Τί γίνεται με εκείνους που δεν έχουν τα μέσα, τα εργαλεία να διαφύγουν τη μίζερη ζωή που τους έλαχε σε αυτή τη φάση στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο καπιταλισμός;
Αυτές τις ημέρες μου έρχεται πολύ συχνά στον νου εκείνη η εμβληματική φωτογραφία του Γιάννη Δήμου με τον «Τρελό του χωριού». Τραβηγμένη το 1976 σε ένα πανηγύρι στο Βρυσοχώρι Ηπείρου, ο «τρελός του χωριού» στέκεται απομονωμένος σε ένα υπερυψωμένο έδαφος πάνω από την κεντρική πλατεία όπου λαμβάνει χώρα η γιορτή. Στο κάτω μέρος της εικόνας, οι συγχωριανοί του, καθισμένοι όλοι μαζί, χαρούμενοι και καλοντυμένοι, διασκεδάζουν μέσα στο πλαίσιο του πανηγυριού. Ο «στιγματισμένος», όμως, δεν είναι καλεσμένος στο γλέντι τους.

Η λεζάντα που συνοδεύει τη φωτογραφία (πρόκειται για την απάντηση τού φωτογράφου στην ερώτηση «ποια είναι η πιο εντυπωσιακή σκηνή που θυμάστε από τα πανηγύρια; Ποια σας έρχεται πρώτη στο μυαλό;»), είναι η εξής:
«[…]Αυτή η στιγμή. Εδώ είναι ο τρελός του χωριού που είναι μόνος του, εξοστρακισμένος και παρακολουθεί τι κάνουν οι άλλοι. Ήταν συνταρακτικό, γιατί τη στιγμή που τον φωτογράφισα όλο το χωριό γλεντούσε κι αυτός παρακολουθούσε από απόσταση, ολομόναχος. Έχω τραβήξει τέσσερις φωτογραφίες νομίζω, περιμένοντας αυτή την στιγμή. Ήμασταν μόνο αυτός κι εγώ και θυμάμαι ότι έκλαιγα.».
Η φωτογραφία του «τρελού», μια κορύφωση του υπαρκτού απόκοσμου και του αλλόκοτου, δεν αντέχεται να κοιτάζεται για αρκετή ώρα. Πρόκειται για μια φωτογραφία που ρουφάει εντός της τον θεατή, που τοποθετεί κάποια αόρατα δεσμά μέσα του, όχι από οίκτο ή κάποια αόριστη ενσυναίσθηση, αλλά από καθαρό δέος. Ο τρελός του χωριού ίσως να είμαστε εμείς, ίσως να γίνουμε εμείς κάποια μέρα. Η ετεροτοπία της ψυχικής ασθένειας όπως και της κάθε είδους νευροδιαφορετικότητας δεν έχει καταφέρει να αποστιγματιστεί και να ενσωματωθεί ακόμα και στη σύγχρονη, πιο «ευαίσθητη» εποχή. Ο τρελός του χωριού παραμένει ο τρελός του χωριού, εκείνος που γίνεται ορατός μόνο όταν η φυσική του παρουσία ενοχλεί, επειδή όλοι θα θέλαμε να παραμείνει αόρατος. Να είναι μονίμως κάπου «Αλλού» και όχι θλιμμένος στη γιορτή μας, εκεί που εμείς θέλουμε να γίνουμε για λίγο οι λελογισμένα «τρελοί».
Κανένας αυτιστικός Θοδωρής να μην έχει δίπλωμα, να μην βγαίνει από το σπίτι του χωρίς συνοδεία ή και καθόλου εφόσον γίνεται, να μην είναι αυτάρκης, να μην έχει φίλους, να μην ενσωματωθεί ποτέ και σε τίποτα, να μην έχει «μια φυσιολογική ζωή». Ο κόσμος του Θοδωρή δεν είναι ο δικός μας κόσμος, αλλά εκείνος ο παράλληλος κόσμος του «τρελού» όπως στη φωτογραφία του Γιάννη Δήμου.
Πρέπει να ειπωθεί, όμως, και μια προειδοποίηση. Όταν οι κρατικές σφαίρες χτυπάνε τους «απόκληρους» και τους «περιθωριοποιημένους», τους Ρομά, τους μετανάστες, τους αυτιστικούς, τους «τρελούς», όταν τα χέρια των αστυνομικών φρουρών -και όχι μόνο- λύνονται εντελώς και αδειάζουν τους κάλυκες των όπλων τους πάνω σε ανθρώπινα σώματα σαν να είναι πυροτεχνήματα στον ουρανό, θα έρθει ο καιρός που αυτά τα όπλα θα αδειάσουν και σε έναν πιο «κοινώς αποδεκτό» στόχο. Σε έναν άλλον Αλέξη Γρηγορόπουλο.
Κοινώς, θα έρθει ο καιρός που αυτά τα όπλα θα αδειάσουν πάνω στο δικό σου σώμα, μικροαστέ, έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή. Στο δικό σου ή στου παιδιού σου.
Και τότε, τι θα κάνεις; Και τότε, τί θα κάνουμε;