Δούλεψα στην Αυγή δεκαπέντε περίπου χρόνια, κυρίως στα «Ενθέματα». Ήταν σπουδαία εμπειρία για μένα, πολύ παραπάνω από δουλειά, καθώς απέκτησα στενό δεσμό με την εφημερίδα, τους ανθρώπους και τον χώρο της. Έτσι, κάθε φορά που διαβάζω κάτι για την Αυγή νιώθω να με αφορά άμεσα. Δεν θέλω όμως σήμερα να πω ιστορίες, παρότι ξέρω και πολλές και καλές. Πιστεύω ότι η εφημερίδα δεν είναι υπόθεση του παρελθόντος και δεν μπορεί να αντλεί τη δύναμή της από αυτό, όσο ένδοξο κι αν είναι. Προτιμώ να εκθέσω σκέψεις και ερωτήματα – κι ας μην ξέρω συχνά τις απαντήσεις, αφού τα προβλήματα της Αυγής θέτουν ουσιαστικά πολιτικά ζητήματα: πώς θέλουμε να είναι ένα έντυπο, ιδίως της Αριστεράς, ποια είναι τα προβλήματά του, πόσο και πώς μπορεί να έχει απήχηση κ.ά.

του Στρατή Μπουρνάζου

Μια εφημερίδα που πουλάει καθημερινά 700 περίπου φύλλα, και μάλιστα με βαριά παράδοση όπως η Αυγή, η οποία εκφράζει την αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτονοήτως, κάτι τέτοιο συνιστά πρόβλημα· δεν χρειάζεται μεγάλη συζήτηση. Συζήτηση χρειάζονται οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό.

Ας ξεκινήσουμε από κάτι βασικό: ο τύπος, ιδίως ο έντυπος, πεθαίνει. Σήμερα οι πολιτικές εφημερίδες, πρωινές και απογευματινές, μια οποιαδήποτε μέρα της βδομάδας (εκτός Σαββατοκύριακου) δεν πουλάνε, όλες μαζί, σε όλη την Ελλάδα πάνω από 35.000 φύλλα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι δύο μεγαλύτερες σε κυκλοφορία εφημερίδες (το Έθνος και τα Νέα, αν δεν κάνω λάθος) ξεπερνούσαν, μόνη της η καθεμιά, τα 100.000, αγγίζοντας μερικές φορές και τις 150.000 φύλλα. Κάπου εδώ θα μπορούσαμε ακόμα και να σταματήσουμε την κουβέντα: με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι εξωφρενικό που η Αυγή πουλάει 700 φύλλα. Ωστόσο, η γενική κατάρρευση του Τύπου , παρότι θέτει το πλαίσιο και επιδρά καθοριστικά, δεν εξηγεί ευθύγραμμα τη φθίνουσα πορεία, της Αυγής, που δεν είναι μόνο ποσοτική.

Η καθημερινή Αυγή είναι μια εφημερίδα φτωχή σε ύλη και σε ανάλυση, και με αργά αντανακλαστικά. Το γράφω με στεναχώρια, αλλά δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε, αν θέλουμε να έχει νόημα η κουβέντα – μεταξύ μας μιλάμε. Πόσες φορές έχουμε βρει στις σελίδες της πράγματα συναρπαστικά, πρωτότυπα, άξια λόγου (δεν μιλάω για επιμέρους συνεισφορές); Στις μέρες μας λοιπόν, όπου έχει παρέλθει η εποχή που αγοράζαμε δυο και τρεις εφημερίδες, γιατί να προτιμήσει κανείς να δώσει το 1,5 ευρώ και να αγοράσει την Αυγή και όχι μια άλλη εφημερίδα – αν υποθέσουμε ότι ανήκει στους «λίγους και εκλεκτούς» που πάνε στο περίπτερο; Ακόμα κι αν είναι οπαδός, ψηφοφόρος, «συμπαθών», που λέγαμε παλιά.

Ναι, αλλά και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ; Είναι κάτι που γράφτηκε πολύ αυτές τις μέρες: ο ΣΥΡΙΖΑ έχει 60.000 μέλη και η Αυγή, ακόμα και αν δεν ήταν ποτέ το κλασικό κομματικό όργανο, είναι η εφημερίδα του. Τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ όμως πάντα είχαν χαλαρή σχέση με το κόμμα. Και αν αυτή η σχέση ήταν ανέκαθεν χαλαρή, σήμερα έχει γίνει αποστεωθεί: οι οργανώσεις, εκτός του ότι είναι ολιγομελείς, δεν έχουν αποφασιστικό ρόλο· είναι σε μεγάλο βαθμό απαξιωμένες, σχεδόν διακοσμητικές. Έτσι, και η όποια εσωκομματική ύλη δημοσιεύεται έχει την ίδια μοίρα: αφορά ελάχιστα και ελάχιστους. Αυτό τουλάχιστον καταλαβαίνω βλέποντας τα πράγματα απέξω, αλλά από κοντά.

Και είναι και κάτι γενικότερο: το κλασικό μοντέλο της σχέσης κομματικού μέλους και εφημερίδας (το μέλος που παίρνει γραμμή από την εφημερίδα, βγαίνει εξόρμηση για να την πουλήσει κ.ο.κ.) έχει εκπνεύσει. Ας σκεφτούμε μόνο ότι το ΚΚΕ έχει τη δύναμη να κατεβάζει χιλιάδες στους δρόμους, όμως ο Ριζοσπάστης πουλάει, πάνω κάτω, 1.500 φύλλα τη μέρα.

Η μαγική λέξη «επίδραση»

Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Οι αριθμοί που αναφέρονται σε ανθρώπους (αναγνώστες που διαβάζουν ένα έντυπο, πολίτες που απαρτίζουν μια συλλογικότητα, ανθρώπους που αναλαμβάνουν ένα εγχείρημα), δεν είναι ουδέτεροι. Μπορεί να έχουν διαφορετική δυναμική, να εκφράζουν διαφορετικά δυναμικά, να αναδεικνύουν μικρό ή μεγάλο δυναμισμό. Έχει λοιπόν σημασία όχι μόνο πόσοι αγοράζουν ένα έντυπο, αλλά και τι επιρροή ασκεί σε αυτούς, τι κινητοποιεί μέσα τους, και σε τι σκέψεις και δράσεις τους κινητοποιεί.

Επίδραση: μια έννοια εξαιρετικά σημαντική, ειδικά αν μιλάμε για πολιτική – πόσες φορές στην ιστορία, ένα μικρό ρεύμα έδωσε τον τόνο, κέρδισε καρδιές και συνειδήσεις, τάραξε τα νερά, και σταδιακά έγινε μαζικό! Και, ταυτόχρονα, μια έννοια εξαιρετικά ρευστή. Πώς να τη μετρήσεις; Ωστόσο, παρά τον κίνδυνο να αυθαιρετήσουμε, δεν μπορούμε να την αρνηθούμε. Δύο παραδείγματα, κοντινά με το θέμα μας.
Παράδειγμα πρώτο. Η Εποχή είναι μια εφημερίδα που κινείται στον ίδιο πολιτικό χώρο, με όχι πολύ μεγαλύτερη κυκλοφορία από την καθημερινή Αυγή (1.000 φύλλα περίπου), αλλά με σημαντικά μεγαλύτερη επίδραση. Πώς τεκμηριώνεται αυτό; Ασφαλώς, η εξαγωγή συμπερασμάτων από τον κύκλο μας είναι μέθοδος αδόκιμη και επισφαλής· ωστόσο, όταν μιλάμε για 700 και 1.000 ανθρώπους, που μάλιστα κινούνται και κινούμαστε στον ίδιο χώρο, αποδεικνύεται χρήσιμη: το δείγμα είναι και επαρκές και κατάλληλο. Από εμπειρική παρατήρηση λοιπόν, διαπιστώνω ότι τα άρθρα της Εποχής, ιδίως τον τελευταίο καιρό (και κατεξοχήν των ενθέτων, όπως η Εποχή των βιβλίων και το Εντός Εποχής) κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, ανοίγουν συζητήσεις (σε έναν κύκλο, τουλάχιστον), κάνουν αυτό που παλιότερα θα λέγαμε «εξοπλίζουν». Μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την Αυγή, ακόμα και για την (πολύ πλουσιότερη) κυριακάτικη, των 2.000-2.500 φύλλων;

Παράδειγμα δεύτερο. Ο Πολίτης, ο Σχολιαστής και το Αντί ήταν τρία περιοδικά που άφησαν σημαντικό αποτύπωμα στον χώρο των –αριστερών ιδίως– ιδεών. Θα αναφερθώ στον Πολίτη, γιατί αυτόν γνώρισα και ξέρω καλύτερα. Η ισχύς του ποτέ δεν ήταν η κυκλοφορία ή, για να το πω αλλιώς, η επίδρασή του ήταν πολλαπλάσια της κυκλοφορίας του: διαμόρφωνε συντάκτες και αναγνώστες, τους μάθαινε να γράφουν, να διαβάζουν, να σκέφτονται, πολιτικά. Πολλοί και πολλές, μέσα από αυτόν, ήρθαμε σε επαφή με απόψεις πρωτοπόρες για τα ελληνικά δεδομένα τότε, καθώς το περιοδικό ήταν ένα εργαστήρι ιδεών, μειοψηφικών μεν (ακόμα και εντός Αριστεράς) αλλά συγκροτημένων και με βαρύτητα, ενώ άνοιγε πολιτικοϊδεολογικά μέτωπα: υπέρ του «αριστερού ευρωπαϊσμού, ενάντια στον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και τον «υπαρκτό» σοσιαλισμό» κ.ά.

Οι νέοι και οι νέες

Οι εφημερίδες μοιάζουν σήμερα να ανήκουν σε μια άλλη γενιά, και έτσι να απευθύνονται στις μεγαλύτερες γενιές, στους άνω των πενήντα. Δεν χρειάζεται, προφανώς, να αναλύσω γιατί αυτό συνιστά πρόβλημα, και τη σημασία που έχουν οι νεαρές ηλικίες, που είναι πιο δυναμικές, πιο μορφωμένες, πιο γλωσσομαθείς, πιο κινητικές, δραστήριες κλπ.

Αν μιλήσουμε ειδικότερα για την Αριστερά, υπάρχει κάτι αξιοπρόσεκτο και ενδιαφέρον. Η Αριστερά καταγράφει αυξημένη εκλογική επιρροή στους νέους. Στις βουλευτικές εκλογές του 2019, ενώ η διαφορά ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ ήταν 8 μονάδες, στις νεαρές ηλικίες η εικόνα ήταν αντίστροφη: με βάση τα exit polls, στις ηλικίες 18-24 και 25-34 ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πρώτος, με διαφορά 8% και 6% αντίστοιχα. Αθροιστικά, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΜΕΡΑ στις ηλικίες αυτές έφταναν το 48%. Είναι μια ένδειξη που έχει επιβεβαιωθεί και άλλες φορές, με ποικίλους τρόπους (π.χ. ο Θανάσης Καμπαγιάννης, στις πρόσφατες εκλογές του ΔΣΑ ήταν πρώτος στις κάλπες των νέων δικηγόρων). Αυτό, πιστεύω δείχνει τον δρόμο. Η ουσιαστική απεύθυνση στους νέους (και όχι οι «γέφυρες» τα ανοίγματα προς το Κέντρο αλλά ούτε η αναζήτηση μιας «συνεπούς» αριστερής γραμμής), θα μπορούσε να είναι το κλειδί για το πολιτικό άνοιγμα και την επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ – αλλά αυτό αποτελεί αντικείμενο ενός εντελώς άλλου άρθρου.

Επανέρχομαι στα αριστερά έντυπα. Έχουμε λοιπόν μια δύσκολη εξίσωση: Πώς στους νέους και τις νέες (ένα «κοινό» που κατεξοχήν σε ενδιαφέρει και στο οποίο εκλογικά έχεις καλή υποδοχή) θα απευθυνθείς με ένα μέσο γηρασμένο, με ένα λόγο και περιεχόμενο παρωχημένο.

***

Τι να κάνουμε;

Τι πρέπει να κάνουμε; Δεν διαθέτω καμιά ρετσέτα, ούτε κάποιο μεγαλοφυές σχέδιο, αλλιώς θα το είχα εισηγηθεί εγκαίρως. Άλλωστε, αν λέω πως οι εφημερίδες ανήκουν σε παλιότερες γενιές, κι εγώ εκεί ανήκω. Ας ανοίξουμε την κουβέντα. Θα πω μερικές γενικές σκέψεις για ένα έντυπο της Αριστεράς, ανεξάρτητα από αποχρώσεις.

α) Μια αριστερή εφημερίδα πρέπει να αναζητήσει τους τρόπους για να ασκεί επίδραση, να θέτει την ατζέντα. Τη δική της ατζέντα. Κανένας δεν θέλει να διαβάζει άχυρα. Ας σκεφτούμε το εξής: γιατί μια κομματική, ή και γενικότερα στρατευμένη, εφημερίδα θέλει να έχει αναγνώστες; Καταρχάς για να ζήσει, αλλά η επιβίωση από μόνη της δεν λέει τίποτα· η εφημερίδα πρέπει να ζήσει για να υπηρετήσει ένα σχέδιο: να ενημερώνει τους αναγνώστες από τη σκοπιά της, να τους πείθει, να τους διαμορφώνει, να τους κινητοποιεί. Αν μια τέτοια εφημερίδα έχει πολλούς αναγνώστες, αλλά η βασική χρησιμότητά της είναι να τυλίγουν ψάρια ή να ψήνουν τη ρέγκα τους (αγαπημένες συνήθειες παλαιοτέρων εποχών) είναι βέβαιο ότι δεν επιτελεί τον σκοπό της.

β) Πρέπει να αφορά τους αναγνώστες. Ελάχιστοι θα την αγοράζουν μόνο από υποχρέωση. Η είδηση του επικείμενου κλεισίματος της καθημερινής Αυγής δημιούργησε ένα ρεύμα συμπαράστασης, και έγιναν νέες συνδρομές. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς φανερώνει ζωτικότητα και μια κοινότητα που νοιάζεται. Ωστόσο, από μόνο του δεν αρκεί· είμαι βέβαιος ότι, μεσοπρόθεσμα (ούτε καν μακροπρόθεσμα) ελάχιστοι θα αγοράζουν ένα έντυπο από συγκίνηση ή καθήκον. Επίσης, το ότι η Αυγή είναι μια εφημερίδα με σπουδαία παράδοση από το 1952 κινητοποιεί ένα μεγάλο συγκινησιακό και πολιτικό φορτίο, αλλά δεν είναι το κρίσιμο για το σήμερα. Έχει αξία μόνο αν διαβάσει κανείς κριτικά αυτή την παράδοση (με τα θετικά και τα αρνητικά της) και την αξιοποιήσει δυναμικά.

γ) Να απευθύνεται στους νέους. Και το ζήτημα «νέοι» υπερβαίνει τη διάσταση έντυπου-ηλεκτρονικού. Προφανώς το χαρτί πεθαίνει, ωστόσο το ζήτημα δεν είναι να φτιάξουμε ένα σάιτ όπου θα σερβίρονται αδιάφορα ή ξαναζεσταμένα υλικά.

δ) Να είναι ανεξάρτητη από τον κομματικό φορέα που τη στηρίζει. Κανείς, ακόμα και τα μέλη του κόμματος, δεν ενδιαφέρονται να διαβάζουν μια ντουντούκα. Πώς γίνεται αυτό; Δύσκολο αλήθεια, ειδικά σε μια εποχή κυριαρχίας και αλαζονείας και της Δεξιάς και έντονης πόλωσης, ένα στρατευμένο έντυπο να είναι μαχητικό χωρίς να γίνεται κίτρινο, να είναι έγκυρο αλλά όχι νερόβραστο. Και τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα, καθώς δεν γνωρίζω κανέναν κομματικό φορέα που να συμμερίζεται μια τέτοια αντίληψη. Και όμως, αν για κάτι έχω βεβαιωθεί όσα χρόνια κινούμαι στον χώρο του τύπου είναι ότι το κόψιμο του ομφάλιου λώρου είναι πηγή ζωής και για το έντυπο, αλλά και για τον χώρο. Αν θέλει ένα έντυπο να στηρίζει αποτελεσματικά τον πολιτικό του χώρο, πρέπει να πάρει αποστάσεις από αυτόν, να κατακτήσει αξιοπιστία και εγκυρότητα· και λυδία λίθος, επ’ αυτού, είναι και η κριτική που του ασκεί.
***

Ως γνωστόν, έχει αξία να μιλάμε για το δέντρο, αρκεί να μη χάνουμε το δάσος. Αν η Αυγή είναι το δέντρο, ποιο είναι το δάσος;

Το δάσος, από μια σκοπιά, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, και γενικότερα η Αριστερά. Τα προβλήματα της Αυγής μας οδηγούν αναγκαστικά στη συζήτηση για τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο του Τύπου και της ενημέρωσης: η πορεία της Αυγής συνδέεται άρρηκτα με μια συγκεκριμένη κυρίαρχη αντίληψη του κόμματος (που εκφράστηκε λ.χ. στον τρόπο που διαχειρίστηκε επί κυβερνήσεώς του την ΕΡΤ, από τη βαξεβάνεια οπτική και τη δημιουργία σάιτ του τύπου The faq)· και σε πολλά η εφημερίδα είναι θύμα της αντίληψης αυτής. Αλλά πέραν αυτού, μας οδηγούν στη συνολική συζήτηση για την Αριστερά και την πολιτική της – μια εφημερίδα είναι και αντανάκλαση και διαμορφωτής της.

Το δάσος, από μια άλλη σκοπιά, είναι το γενικότερο τοπίο του Τύπου στην Ελλάδα του 2022. Ένα τοπίο που καθορίζουν, εν πολλοίς, η καταθλιπτική μονομέρεια, η εκτεταμένη αυτολογοκρισία και ο ασφυκτικός έλεγχος στους δημοσιογράφους, οι κυβερνητικές και επιχειρηματικές παρεμβάσεις, ο εκμαυλισμός που ασκεί η αυτοκρατορία Μαρινάκη, το Πρώτο Θέμα που είναι η πρώτη σε κυκλοφορία κυριακάτικη εφημερίδα.

Το στοίχημα, νομίζω, είναι να μπορέσουμε να ασχοληθούμε με την καλλιέργεια του δικού μας δέντρου, χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας το δάσος. Να μη χρησιμοποιούμε το δάσος ως άλλοθι για την καχεκτικότητα του δέντρου μας, αλλά να σκεφτόμαστε πώς, σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον, μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί.