Σε συζήτηση που είχε με τον ιστορικό και συγγραφέα Γιουβάλ Νόα Χαράρι, ο Μητσοτάκης επανέλβαε την κυβερνητική ρητορική από τον περασμένο Μάιο, κάνοντας μάλιστα λόγο για «ελληνικό πείραμα», με τη διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας μέσω lockdown. «Σε ότι αφορά το «ελληνικό πείραμα» δεν θα ήμασταν επιτυχημένοι στην αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας αν δεν είχαμε καταφέρει να κάνουμε τους πολίτες να εμπλακούν πιο ενεργά και να χτίσουμε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της κυβέρνησης- εννοώ το κράτος και όχι απαραίτητα την εκλεγμένη κυβέρνηση- και των πολιτών. Δεν ήταν εύκολο γιατί βγαίναμε από δέκα χρόνια κρίσης, όλοι οι θεσμοί.
Χρησιμοποίησε ξανά την ευκαιρία για επίθεση στον «λαϊκισμο δέκα χρόνων», με αναφορές μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ, ξεχνώντας τα τρία χρόνια της κυβέρνησης Σαμαρά. «Μετά από δέκα χρόνια κρίσης και πειραματισμών με λαϊκιστές, στην περίπτωσή μας από την Αριστερά, η ελληνική κοινωνία ήταν έτοιμη και μέσω ανοιχτών δημοκρατικών διαδικασιών επέλεξε να μας δείξει την εμπιστοσύνη της. Σε τρία χρόνια θα ξαναπάμε στις κάλπες κι αν είναι ικανοποιημένοι από εμάς οι πολίτες θα μας ξαναψηφίσουν, αν όχι θα επιλέξουν κάτι άλλο. Αυτή είναι η ομορφιά της Δημοκρατίας και της δυνατότητας που έχει να αυτοδιορθώνεται».
Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη που υπήρχε για ενίσχυση του συστήματος Υγείας από την αρχή της πανδημίας, ξεχνώντας ότι ήδη σήμερα, το ΕΣΥ πιέζεται σημαντικά, ενώ έκανε λόγο και για τα μαζικά τεστ, ο αριθμός των οποίων μειώνεται τον Σεπτέμβριο, αλλά και κατά μέσο όρο την τελευταία εβδομάδα. «Και ξέραμε ότι ήταν η σωστή απόφαση εκείνη τη στιγμή γιατί χρειαζόμασταν χρόνο να μάθουμε περισσότερα πράγματα για τον ιό και να ενισχύσουμε το σύστημα υγείας. Ξέραμε επίσης ότι θα έχει οδυνηρές οικονομικές συνέπειες μολονότι σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, χώρες που δεν επέλεξαν το lock down αρχικά όπως η Σουηδία, πλήρωσαν τελικά και το οικονομικό τίμημα. Αλλά νομίζω ότι υπάρχει μια γενικη συμφωνία ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, ότι είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδιανόητο να πάμε σε ένα δεύτερο γενικό lockdown. Χρησιμοποιούμε περισσότερο τώρα τα τοπικά lockdown, την έξυπνη ιχνηλάτηση, το μαζικό testing.»
Υποστήριξε επίσης ότι υπήρξε οικονομική στήριξη για όλους και αναφέρθηκε στο ερωτηματικό του «αν θα καταφέρουμε να ζούμε με τον ιό και την κοινωνία ανοικτή».«Όμως υπάρχει ακόμη ένα ερωτηματικό. Και το ερωτηματικό είναι: μπορούμε να ζήσουμε με τον ιό και να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη συνήθη οικονομική δραστηριότητα δίχως ένα πλήρες lock down και δίχως να συσσωρευτεί μεγάλη πίεση στο σύστημα υγείας; Πιστεύω ότι κανείς δεν έχει την απάντηση ακόμη, γιατί έχουμε μπροστά μας τρεις-τέσσερις πολύ δύσκολους μήνες. Ελπίζω όμως και είμαι αισιόδοξος ότι δεν θα χρειαστεί να πάρουμε πιο δραστικά μέτρα από αυτά που ήδη λαμβάνουμε. Ομως αν ρωτήσει κάποιος αν αυτό μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, η απάντηση είναι καθαρά «όχι». Όσον αφορά δε στην οικονομική στήριξη, εμείς στην Ελλάδα στηρίξαμε τα εισοδήματα σχεδόν όλων, περιλαμβανομένου του ιδιωτικού τομέα, και κάναμε σαφές ότι πρέπει να στηρίξουμε τους πιο αδύναμους, αυτούς που χτυπήθηκαν περισσότερο, αυτούς που είχαν χαμηλά εισοδήματα ή απασχολούνταν στον τομέα του τουρισμού. Και αντέχουμε να το κάνουμε αυτό ακόμη για κάποιο χρόνο, αλλά δεν αντέχουμε να το κάνουμε για πάντα. Ετσι κοιτάζουμε πολύ προσεκτικά τους αριθμούς καθώς μπαίνουμε στο φθινόπωρο και στον χειμώνα.»
Απηύθυνες τέλος πρόσκληση, να εργαστεί κάποιος στο εξωτερικό, από την Ελλάδα, που θα έχει «καλή υγειονομική περίθαλψη» «Εάν θα μπορούσατε όχι απλώς να ζείτε αλλά και να εργάζεστε από οπουδήποτε, δεν θα προτιμούσατε να εργαστείτε από εδώ, από την Ελλάδα, από ένα ελληνικό νησί, εάν έχετε συνδεσιμότητα, ασφάλεια και καλή υγειονομική περίθαλψη; Δεν απευθύνω απλώς μια πρόσκληση για να έρθει κάποιος στην Ελλάδα, εξηγώ γιατί η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε αυτόν τον νέο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Γιατί πτυχές όπως η ποιότητα ζωής θεωρούνται πλέον πολύ πιο σημαντικές ως αποτέλεσμα των ανακατατάξεων που έφερε η COVID. Θα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, δεν θα υπάρξουν απλώς ηττημένοι ως αποτέλεσμα της αναταραχής που έφερε η COVID (…) Και δική μου ευθύνη, ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας, είναι να διασφαλίσω ότι θα ανήκουμε σε αυτούς που θα βγουν πιο δυνατοί από την πανδημία».»