Ρεπορτάζ: Νεκταρία Ψαράκη
Είναι 2018. Στην περιοχή της Κάτιας στη Μυτιλήνη, ο 20χρονος τότε Ιρλανδός Sean Binder και η Σύρια προσφύγισσα Sara Mardini βρίσκονται σε υπηρεσία μέσα σε ένα ασημί SUV μάρκας Cherokee, ως μέλη της οργάνωσης Emergency Response Centre International (ERCI), πρακτικά κοιτώντας μέσα από το αυτοκίνητο της οργάνωσης με κυάλια τη θάλασσα μήπως εμφανιστεί λέμβος σε κίνδυνο.
Η Sara Mardini, το 2015 ξέφυγε από τον πόλεμο στη Συρία, πέρασε στην Τουρκία και από εκεί κυριολεκτικά κολύμπησε με την αδερφή της, Γιούσρα μέχρι τη Μυτιλήνη για να ελαφρύνουν την υπερφορτωμένη λέμβο αφού το Λιμενικό είχε αρνηθεί να τους διασώσει, και στη συνέχεια περπάτησε μέχρι τη Γερμανία όπου έλαβε και το άσυλο της. Δεν ξεκίνησε τη νέα της ζωή, επέστρεψε πίσω στην Ελλάδα, αποφασισμένη να δώσει τη βοήθεια που εκείνη χρειάστηκε και της στερήθηκε στις επόμενες καραβιές. Η ιστορία της μαθεύτηκε σε όλο τον κόσμο μέσω της ταινίας The Swimmers.
Ξαφνικά ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ασφάλειας Μυτιλήνης εμφανίζεται και προχωρά σε έλεγχο του SUV. Οι άνδρες της Ασφάλειας, βρίσκουν μυστηριωδώς ένα αυτοκολλητάκι με το εθνόσημο του στρατού κάτω από τις πινακίδες του ασήμι SUV. Ήταν αρκετό για να συλληφθούν απ αυτοφόρω για πλαστογραφία, ότι δήθεν δηλαδή πήγαν να μας παραπλανήσουν με το αυτοκόλλητο ότι είναι υπηρεσιακό όχημα του στρατού και όχι της οργάνωσης, της οποίας η επωνυμία βρισκόταν σε όλη την επιφάνεια του ασήμι Cherokee, από τις πόρτες μέχρι το καπό.
Η Sara και ο Sean συλλαμβάνονται και ξεκινά προκαταρκτική έρευνα, καλούνται επιπλέον 22 ανθρωπιστές για εξηγήσεις και στη συνέχεια ανακριτής και εισαγγελέας άσκησαν ποινική δίωξη για πλαστογραφία, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, κατασκοπεία, διακίνηση μεταναστών και διευκόλυνση εισόδου μεταναστών το 2016. Η Sara Mardini, o Sean Binder, ο Νάσος Καρακίτσος ως συντονιστής της ERCI, παίρνουν το δρόμο της φυλακής, μαζί με την κατηγορούμενη Αλέξου, η οποία ασχολούταν με τις δωρεές της οργάνωσης, και δεδομένου ότι είχε όνειρο να ασχοληθεί με το Marketing στην Αμερική, έβαλε τον τίτλο Project Manager στην ERCI στον προσωπικό της λογαριασμό στο LinkedIn για να αυξήσει τη βαρύτητα του βιογραφικού της.
Από αστυνομικό θρίλερ σε παρωδία: Η δημόσια συκοφάντηση των ανθρωπιστών
ΕΛ.ΑΣ και πρόθυμα ΜΜΕ ξεκινούν την κατασυκοφάντηση των ανθρωπιστών. Αρχίζουν και κυκλοφορούν δημοσιεύματα, επικαλούμενα αστυνομικές πηγές και τη δικογραφία όπως στήθηκε από την Ασφάλεια Μυτιλήνης, που κάνουν λόγο για εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης στη Μυτιλήνη, με εμπλεκόμενα 24 μέλη ΜΚΟ, τα οποία μέσω κρυπτογραφημένων συνομιλιών και κατασκοπεία μέσω ασύρματων, εμπλέκονται σε κύκλωμα διακίνησης μεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα, ξέπλυμα μαύρου χρήματος και πλαστογραφία με χρήση των στρατιωτικών συμβόλων. Οι 24 κατηγορούμενοι απειλούνται με πάνω από 20 χρόνια φυλακής.
Σκοπός ήταν ένας: με τον διασυρμό και τη δίωξη των 24 να αποθαρρυνθούν οι ανθρωπιστικές οργανώσεις και να απομακρυνθούν από το πεδίο. Και πέτυχε. Από την ημέρα της δίωξης των 24 σταμάτησαν οι επιχειρήσεις της κοινωνίας των πολιτών, ενώ στις θάλασσες παρέμεινε μόνο το Λιμενικό με αναρίθμητες καταγγελίες για εγκλήματα κατά προσφύγων, όπως οι επαναπροωθήσεις.
Το παραπάνω αστυνομικό θρίλερ εν τέλει αποδείχθηκε πως είναι μια κακοσκηνοθετημένη παρωδία, μετά την ολοκλήρωση της 11ωρης ακροαματικής διαδικασίας στην κατάμεστη αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, όπου δικάζονταν τα κακουργήματα. Η τελευταία δικαστική δοκιμασία των ανθρωπιστών, αφού τα πλημμελήματα κατέρρευσαν πριν 3 χρόνια.
Τελικά η αλήθεια αποκαταστάθηκε, 8 χρόνια μετά.
Όπου «κατασκοπεία μέσω ασυρμάτων», ακρόαση των δημοσίων VHF καναλιών 12 και 16 με τα οποία υποχρεούται να είναι συντονισμένο κάθε πλεούμενο. Όπου «κρυπτογραφημένα μηνύματα», ομαδικές συνομιλίες στην εφαρμογή WhatsApp με περισσότερα από 400 μέλη τα οποία ανέφεραν βάρκες σε κίνδυνο κοντά στις παραλίες της Μυτιλήνης, εκκλήσεις για παροχή ιατρικής βοήθειας και ειδών πρώτης ανάγκης όπως κουβέρτες στεγνά ρούχα και παπούτσια. Όπου «διευκόλυνση εισόδου», διαμοιρασμός των στιγμάτων προσφυγικών λέμβων σε κίνδυνο, όπως αυτά ήταν δημοσιευμένα σε ομάδες στο Facebook αλλά και από το Aegean Boat Report. Όπου «ξέπλυμα μαύρου χρήματος», οι δωρεές των δωρητών της ERCI, και όπου «διακίνηση μεταναστών», το χάος: όπως είπε και η δικηγόρος του Νάσου Καρακίτσου, Εβίτα Παπακυριακίδου, ακόμα αδυνατεί να εξηγήσει στον πελάτη της για ποιο λόγο κατηγορείται ότι ήταν οδηγός λέμβου που έφερνε μετανάστες στη χώρα από την Τουρκία.
Παρά τη γελοιότητα του κατηγορητηρίου, παρά το γεγονός ότι δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει βούλευμα που παραπέμπει την υπόθεση σε δίκη με τέτοια στοιχεία τα οποία προσβάλλουν την ελληνική δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, οι δικηγόροι στάθηκαν με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και επαγγελματισμό, φέρνοντας μάρτυρες και ένα κάρο έγγραφα ώστε να καταρρεύσει κάθε «θολό» σημείο, όπως, για παράδειγμα, η υποψία ότι οι ανθρωπιστές ενημερώνονταν για βάρκες που ξεκινούν από την Τουρκία με κάποιο μυστηριώδη τρόπο πριν φτάσουν στην ελληνική επικράτεια, «αποκρύπτοντας τις πληροφορίες» από το Λιμενικό.
Αποστολόπουλος: «Μια κατάσταση που ξεπερνούσε τις αντοχές του κράτους – Υπήρχε ανάγκη αυτοοργάνωσης»
Ο διασώστης Ιάσονας Αποστολόπουλος εισέφερε στο δικαστήριο το γενικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Μίλησε για μια κατάσταση εκτός ελέγχου με χιλιάδες αφίξεις προσφύγων και μεταναστών ημερησίως. Με μια ματιά στα σύνορα με την Τουρκία εντόπιζες δεκάδες βάρκες να έρχονται μαζεμένες, κατάσταση που ξεπερνούσε τις αντοχές του κρατικού μηχανισμού, αφού το νησί τότε διέθετε μόλις 2-3 ασθενοφόρα. Μίλησε για την ανάγκη αυτοοργάνωσης, περιγράφοντας το πώς ντόπιοι αλλά και εκατοντάδες εθελοντές του εξωτερικού κινητοποιήθηκαν για να συνδράμουν από τις διασώσεις μέχρι την παροχή νερού φαγητού και πρώτων βοηθειών: «Όλοι οι εθελοντές, ψαράδες και ΜΚΟ τρέχαμε όπως όπως για να δημιουργήσουμε δίκτυα συντονισμού με μοναδική στόχευση να σώσουμε ανθρώπους που είναι σε κίνδυνο, σε μια περίοδο που ο χρονος λόγω της έκτακτης ανάγκης ήταν ο μόνος αντίπαλος. Όλα έπρεπε να γίνουν στην παραλία. Οταν έχεις σοβαρές υποθερμίες στη Σκάλα Συκαμιάς, σπασμένα χέρια και πόδια στον Κόρακα, και το νησί με μόλις δύο ασθενοφόρα, καταλαβαίνετε ότι όλες οι οργανώσεις είχαμε κοινά δίκτυα με κοινές πληροφορίες ώστε να πεις γρήγορα θέλω κουβέρτες στη Σκάλα, ή γιατρό κάπου αλλού», είπε, αναφερόμενος στα περίφημα γκρουπς των εκατοντάδων συμμετεχόντων στο WhatsApp.
Η έδρα, ενδιαφέρθηκε για το αν υπήρχαν πληροφορίες ότι έρχονται βάρκες. Ο διασώστης ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε καμία πληροφόρηση από την απέναντι πλευρά. Οι πληροφορίες προέρχονταν κυρίως με παρακολούθηση της θάλασσας με κυάλια, από δημόσιες σελίδες που δημοσίευαν σήματα κινδύνου όπως η Alarm Phone και το Aegean Boat Report, από τους ίδιους τους πρόσφυγες που έλεγαν «μέσα σε βάρκα είναι ο αδελφός μου», ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που άγνωστοι έστελναν τοποθεσίες από τα τουρκικά νερά, όμως αφενός αυτές οι πληροφορίες ήταν μη αξιοποιήσιμες καθώς δεν υπήρχε δικαιοδοσία επιχείρησης εκεί, και αφετέρου έρχονταν από άγνωστα άτομα τα οποία οποτεδήποτε ήθελαν έμπαιναν ή έβγαιναν από το ανοιχτό γκρουπ.
Ο διασώστης, ορμώμενος από ερώτηση του δικηγόρου της Sara Mardini, Ζαχαρία Κεσσέ, αποδόμησε το αφήγημα που θέλει τους 24 να βοηθούν πρόσφυγες «να ξεφύγουν» από τον έλεγχο των Αρχών στη θάλασσα λέγοντας το εξής: «Τότε υπήρχε απόλυτος συντονισμός και συνεργασία με το Λιμενικό. Οι ίδιοι μας καλούσαν για συνδρομή. Δεν υπήρχε λόγος να στηθεί ένα δίκτυο που να βοηθά πρόσφυγες να αποφεύγουν τις Αρχές δεδομένου ότι τότε δεν υπήρχαν αναφορές για επαναπροωθήσεις. Μόνοι τους οι πρόσφυγες πήγαιναν στις Αρχές διότι τους διέσωζαν. Επίσης, μέσα σε αυτά τα γκρουπ ήταν και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ αλλά και όπως μάθαμε εκ των υστέρων, μέλη του Λιμενικού και της Αστυνομίας. Ηταν μεγάλη έκπληξη για εμάς όταν μάθαμε ότι κατηγορείται η ERCI, διότι ήταν γνωστό μεταξύ μας ότι ήταν η οργάνωση με τις στενότερες σχέσεις με το Λιμενικό και γνωρίζαμε ότι ο ίδιος ο συντονιστής, ο Νάσος Καρακίτσος είχε πολύ καλές σχέσεις μαζί τους», είπε. Ενώ ο δικηγόρος θύμισε στο δικαστήριο ότι υπάρχει απομαγνητοφωνημένη συνομιλία στην οποία ο Νάσος Καρακίτσος απαντά σε μήνυμα με στίγμα από την Τουρκία ότι «αυτή η πληροφορία δεν μας αφορά».
Σάρα Μαρντίνι: «Ήθελα μόνο να βοηθήσω διότι όταν εγώ ερχόμουν ως προσφύγισσα και ζήτησα βοήθεια το Λ.Σ είπε να γυρίσω από όπου ήρθα»
Η Σάρα Μαρντίνι στάθηκε ενώπιον των δικαστών και τους είπε ότι είναι η ίδια Σύρια προσφύγισσα, γνώριζε την κατάσταση και ήθελε να βοηθήσει. «Έφτασα το 2015 στη Λέσβο. Όταν ερχόμασταν, πήραμε τηλέφωνο το Λιμενικό και μας είπε να γυρίσουμε από εκεί που ήρθαμε. Γνώριζα την κατάσταση, την έζησα, ήθελα να βοηθήσω. Επέστρεψα στην Ελλάδα ένα χρόνο μετά, το 2016, εντάχθηκα στην ERCI και συγκεκριμένα στην ομάδα διερμηνέων διότι μιλάω αραβικά. Στην αρχή δούλευα στις ακτές, εκεί που έφταναν τα πλοιάρια και βοηθούσα στη συνεννόηση και μετά βοηθούσα στο camp ως διερμηνέας. Οι ομάδες για τις οποίες κατηγορούμαστε εμπεριείχαν πληροφορίες για το ποιες βάρδιες θα έχουμε, αν υπάρχει βάρκα σε κίνδυνο και τι ανάγκες από τρόφιμα και φάρμακα υπάρχουν», ενώ σχετικά με το πώς αντλούνταν οι πληροφορίες για τις βάρκες σε κίνδυνο επανέλαβε όσα είπε ο Ιάσονας Αποστολόπουλος.
Κλείνοντας την απολογία της είπε: «Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι είμαι εμβρόντητη. Έχασα το σπίτι μου πριν από 10 χρόνια. Η κατηγορία της διακίνησης μου κατέστρεψε τη ζωή. Είναι απαράδεκτο κάποιος που έχει ζήσει την ταλαιπωρία της προσφυγιάς να κατηγορείται για αυτό. Ως πρόσφυγας είχα πολύ άσχημη ζωή. Και οι άνθρωποι που κάθονται αυτή τη στιγμή πίσω μου (σ.σ. Εννοεί τους υπόλοιπους κατηγορούμενους), με βοήθησαν πολύ».
Sean Binder: «Αν για κάθε ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ενημερώναμε το Λιμενικό θα καταλήγαμε σαν τον ψεύτη βοσκό…»
Σειρά είχε ο Sean Binder ο οποίος εξήγησε ότι το 2017, ως Ευρωπαίος πολίτης και ως εκπαιδευμένος διασώστης ένιωσε την ανάγκη να βοηθήσει στην Ελλάδα. Εντάχθηκε στην ERCI το 2017 και οι βασικές του αρμοδιότητες ήταν μια 8ωρη βάρδια παρακολούθησης της θάλασσας στη θέση της Κάτιας με κυάλια. Αν εντόπιζαν λέμβο έκαναν διάσωση ή βοηθούσαν στη στεριά. Το πρώτο τρίμηνο της συμμετοχής του στην ERCI ήταν συντονιστής ο Νάσος Καρακίτσος, ενώ μετά την αποχώρηση του ανέλαβε ο ίδιος, με την προϋπόθεση να αναλάβει κάποιος άλλος σύντομα. Γνώμη του ως συντονιστής, ήταν ότι δεν πρέπει να περιορίζονται μόνο στην παρατήρηση της θάλασσας για τον εντοπισμό των βαρκών και έτσι ανοίχτηκαν περισσότερο και ήρθαν σε επαφή με άλλους εθελοντές και οργανώσεις, διαμοιράζοντας τις πληροφορίες στα γνωστά groups.
Ο πρόεδρος της έδρας τον ρώτησε γιατί δεν έστελναν κάθε πληροφορία στο Λιμενικό, και ο Sean απάντησε: «Δεν μπορούσαμε να απασχολούμε το Λιμενικό για κάθε ανεπιβεβαίωτη πληροφορία που ερχόταν. Διαμοιραζόμασταν μόνο τις έγκυρες για να μη δημιουργούμε πανικό χωρίς λόγο. Θυμάμαι ένα βράδυ κάποιος μας είπε ότι γίνεται πάρτυ με φωτιές στην παραλία. Εμένα μου φάνηκε περίεργο και πήγα να ελέγξω και τελικά ήταν πρόσφυγες που κρύωναν και έκαιγαν τη βάρκα τους για να ζεσταθούν. Τότε ειδοποίησα. Άλλη φορά όμως μας έστελναν στίγματα και τελικά ήταν σημαδούρες ψαράδων. Αν για κάθε τέτοια πληροφορία ενημερώναμε το Λ.Σ θα παθαίναμε ότι και ο ψεύτης βοσκός…», είπε.
Νάσος Καρακίτσος: «Αδιανόητο το πώς βρέθηκε το αυτοκόλλητο του στρατού κάτω από τις πινακίδες μας και γιατί τις ξεβίδωσαν καν»
Ο Νάσος Καρακίτσος, ως συντονιστής της ERCI, ανέφερε αρχικά ότι κλήθηκε να βοηθήσει τον Ιανουάριο του 2016. «Ήρθα για 15 μέρες και έκατσα δύο χρόνια», είπε. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να έρθει σε επαφή με τις Αρχές και να δώσει το δίπλωμα ταχύπλοου του. Εξήγησε πώς επιχειρούσαν στο πεδίο, την ώρα που έρχονταν καραβιές με γυναίκες, παιδιά, ανάπηρους ανθρώπους, έγκυες που γεννούσαν μετά από μισή ώρα. Επίσης, περιέγραψε πώς άρχισαν να συρρέουν στην οργάνωση εθελοντές από όλο τον κόσμο, με πολλούς εξ αυτών να αξιοποιούν τη συμμετοχή τους ως πρακτική για το Πανεπιστήμιο.
Επανέλαβε όσα ειπώθηκαν από τον Sean και τη Sara και ως προς το πώς επιχειρούσαν και ως προς το πώς αντλούσαν τις πληροφορίες, λέγοντας ότι μεγάλο μέρος των πληροφοριών ερχόταν από τον Tomy Olsen, τον ιδρυτή της Aegean Boat Report. Ακόμη, περιέγραψε τις επαφές του με τον Λιμενικό κ. Γκαγκαρέλη, ο οποίος λάμβανε ενημέρωση για κάθε στίγμα που ερχόταν σε γνώση του Νάσου Καρακίτσου.
«Είχα πάει στο γραφείο του κ. Γκαγκαρέλη μάλιστα και τον είχα ρωτήσει πως να διαχειρίζομαι τις πληροφορίες από τον Tomy και μου είχε πει να συνεχίσω να τις παίρνω γιατί είναι ο μόνος τρόπος να σώζουμε ζωές. Μέσω των καναλιών VHF επικοινωνούσαμε και με το Λιμενικό αλλά και με τους δικούς μας καπετάνιους. Ποτέ με δική μας πρωτοβουλία δε βάλαμε άνθρωπο στη βάρκα μας εκτός αν μας το ζητούσαν αν δεν είχε χώρο η FRONTEX», ξεκαθάρισε.
Στη συνέχεια η έδρα τον ρώτησε για κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά. Ειδικά για τη Sara Mardini σημείωσε: «τι να πω, ένα κορίτσι 20 ετών που είχε περάσει αυτόν τον εφιάλτη, έφτασε στο Βερολίνο και αντί να απολαύσει την καινουρια της ζωή και να ξεκινήσει τις σπουδές της γύρισε να βοηθήσει. 10 χρόνια στο προσφυγικό δεν το έχω ξαναδεί». Η έδρα επίσης ενδιαφέρθηκε -παρά το γεγονός ότι έχουν απαλλαχθεί- και για το περίφημο αυτοκόλλητο στο ασημί τζιπ: «Ήταν αδιανόητα ανεξήγητο. Δε βγάζει καν νόημα. Ο στρατός δε συμμετείχε σε καμία διάσωση. Δεν ξέρω καν γιατί μπήκαν καν στη διαδικασία να ξεβιδώσουν τις πινακίδες για να βρουν από κάτω τα αυτοκόλλητα», είπε.
Εθελοντές να ‘ναι, κι ό,τι να ‘ναι
Στη συνέχεια ακολούθησαν οι απολογίες των υπολοίπων κατηγορούμενων. Ενας δικηγόρος, που δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στη Μυτιλήνη μέχρι να απολογηθεί, με καμία ακτιβιστική διάθεση, απλώς και μόνο επειδή αποτέλεσε νομικός εκπρόσωπος για δύο μήνες και υπέγραψε δύο εξουσιοδοτήσεις. Ο Παλαιστίνιος εθελοντής Ίχαμπ Αμπάσι, ο οποίος δεν ανήκε καν στην οργάνωση ERCI, αλλά στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και ο οποίος κάποια στιγμή έστειλε screenshot από στίγμα που είχε δημοσιεύσει η Alarm Phone στο Facebook. Εθελόντρια του «Campfire», η οποία βοηθούσε με είδη πρώτης ανάγκης όπως σαπούνια. Ο Άρης Βλαχόπουλος, ο οποίος αράζοντας μια μέρα στην παραλία, απέπλευσε μπροστά του μια βάρκα με πρόσφυγες και τους έδωσε νερό φαγητό και την πετσέτα του, και στη συνέχεια αποφάσισε να ιδρύσει την «Άττικα», η οποία συγκέντρωνε τέτοια είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες. Ο Ολλανδός συνταξιούχος Pieter Witteberg, ο οποίος μετά το χαμό του γιου του, πάλεψε με τη γυναίκα του να αναδιαρθρώσει τη ζωή του, και έχοντας εμπειρία ναυσιπλοΐας ήρθε να βοηθήσει στην προσφυγική κρίση για να ξεπληρώσει και το χρέος που ένιωθε: να ανταποδώσει στην ανθρωπότητα το καλό που έκανε στην οικογένεια του, όταν όντες Εβραίοι το 1938 έφυγαν πρόσφυγες από τη Σλοβενία στην Ολλανδία, η οποία τους υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες. Η κατηγορούμενη Ιωαννίδου, η οποία παρατήρησε το κενό στις παραλίες: δεν υπήρχαν γυναίκες να βοηθούν γυναίκες και έγινε εθελόντρια. Η κατηγορούμενη Αλέξου, η οποία είχε φιλοδοξίες για μεγάλη καριέρα στο Marketing σπουδάζοντας στην Αμερική και ασχολούταν με την εξωστρέφεια στην ERCI, με τον τίτλο της Project Manager να της στερεί την ελευθερία της. Ειδικά η Αλέξου, με δάκρυα στα μάτια, είπε στο δικαστήριο «όλη μου τη ζωή προσπαθώ να κάνω το μέγιστο. Ήμουν αριστούχος, εκπροσώπησα το τμήμα μου, ήθελα να κάνω μεταπτυχιακό στην Αμερική, προσπαθώ όλη μου τη ζωή να κρατήσω την ακεραιότητα μου. Σας παρακαλώ πολύ έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σας, βοηθήστε να τελειώσει όλο αυτό».
Ο εισαγγελέας της έδρας, εξηγώντας πώς δεν στοιχειοθετείται κανένα από τα εγκλήματα, πρότεινε την αθώωση των 24 σκορπίζοντάς την ανακούφιση στη δικαστική αίθουσα.
«Μια Δικαιοσύνη σε αμηχανία που μετά από 8 χρόνια δεν μπορεί να εξηγήσει στους πολίτες γιατί κατηγορούνται»
Το λόγο πήραν οι δικηγόροι οι οποίοι εξέφρασαν το παράπονο τους για το ότι υπήρξε σε αυτή την υπόθεση παραπομπή σε δίκη, λέγοντας ότι με αυτά τα στοιχεία η δικαστική ομηρία των πελατών τους θα έπρεπε να έχει τελειώσει νωρίτερα. Ο Ζαχαρίας Κεσσές εξέφρασε την απορία για το πώς η Ασφάλεια της Μυτιλήνης επιχείρησε σε περιοχή ευθύνης του Λιμενικού, ενώ είναι εντελώς αναρμόδια. Μίλησε για ένα αφήγημα δημιουργίας εντυπώσεων 87 σελίδων «που αν αναζητούσαμε εγχειρίδιο μισανθρωπιάς θα ήταν αυτό», ενώ ανέφερε ότι δεν υπήρχε πραγματική επιθυμία αποκάλυψης της αλήθειας.
Η Εβίτα Παπακυριακίδου, είπε ότι η Δικαιοσύνη «δεν μπορεί να εξηγήσει σε ένα μέσο πολίτη οκτώ χρόνια μετά γιατί βρίσκεται σε αυτή τη θέση». Είπε πόσο ακατανόητο είναι το κατηγορητήριο, το οποίο κατηγορεί τον ίδιο άνθρωπο ταυτόχρονα και για διευκόλυνση εισόδου και για διακίνηση, αδυνατώντας φυσικά να εξηγήσει στον πελάτη της για ποιο λόγο κατηγορείται ως οδηγός μεταφορικού μέσου που φέρνει μετανάστες χωρίς δικαίωμα εισόδου. «Το ποινικό δίκαιο εμπεριέχει την αρχή της ηθικής απόδειξης και αυτό σας δίνει το δικαίωμα να καταλαβαίνετε κοιτάζοντας απλά τα πρόσωπα τους αν είναι ένοχοι ή όχι», είπε.
Ο δικηγόρος της κ. Αλέξου, Ιωάννης Ναζίρης, είπε ότι «όλοι αυτοί δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν την καταστροφή, αυτοί προκάλεσαν την καταστροφή! Χάσαμε το νόημα. Μπερδεύουμε την αλληλεγγύη με την κακιά και το έγκλημα με την ανθρωπιά. Τίποτα δεν μπορεί να τους δώσει τα χρόνια που χάθηκαν και τα γκρεμισμένα όνειρα. Το μόνο που μπορούν να περιμένουν είναι αθώωση χωρίς αστερίσκους».
Αθώοι – «Ώρα να αποκατασταθεί η βοήθεια της κοινωνίας των πολιτών στις ακτές»
Οι δικαστές συντάχθηκαν με τον εισαγγελέα και αποφάνθηκαν την αθωότητα των 24. Η αλληλεγγύη νίκησε και η δικαστική αίθουσα γέμισε με φωνές, χαμόγελα, αγκαλιές και δάκρυα χαράς.
Οι ανθρωπιστές βγήκαν από το δικαστήριο αγκαλιασμένοι και σε δηλώσεις τους ευχαρίστησαν τον αλληλέγγυο κόσμο για τα 8 χρόνια αδιάκοπης στήριξης, ενώ προέτρεψαν στην αποκατάσταση της βοήθειας της κοινωνίας των πολιτών στις ακτές. «Αν υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που θέλουν να κάνουν αυτό που κάναμε εμείς τους ενθαρρύνουμε να βγουν μπροστά γιατί δεν κάναμε τίποτα παράνομο. Αν το να βοηθάς ανθρώπους είναι έγκλημα, τότε είμαστε όλοι εγκληματίες», είπε η Σάρα Μαρντίνι.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Οι δικηγόροι επίσης εξέφρασαν τη χαρά τους για την έκβαση της υπόθεσης αλλά και την αγανάκτηση τους για το ότι χρειάστηκαν 8 χρόνια για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Είπαν ότι το πραγματικό κίνητρο ήταν η ποινικοποίηση της ανθρωπιστικής βοήθειας και η εκκαθάριση του πεδίου από τις οργανώσεις, ενώ δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο αναζήτησης ευθυνών για όσους υπέβαλαν αδικαιολόγητα τους πελάτες τους σε αυτή τη διαδικασία.
Ο διασώστης Ιάσονας Αποστολόπουλος είπε «όσοι βοηθούν πρόσφυγες κινδυνεύουν με 20 χρόνια κάθειρξη ενώ όσοι τους πνίγουν κυκλοφορούν ανάμεσά μας». Μίλησε για μια μεγάλη νίκη, η οποία σηματοδοτεί την ανάγκη «να επιστρέψουμε στις θάλασσες, να βοηθάμε ανθρώπους, να καταγράφουμε, να μελετάμε τα εγκλήματα του κράτους και να τα αναδεικνύουμε».
If we win, we swim
Μετά την αθώωση, οι ανθρωπιστές, εκπλήρωσαν την υπόσχεση που είχε δώσει ο Sean Binder στα social media του: «If we win, we swim» (Αν κερδίσουμε, κολυμπάμε).
Ελεύθεροι και αθώοι πλέον οριστικά και αμετάκλητα, γιόρτασαν τη νίκη τους παρέα με τον αλληλέγγυο κόσμο και τους δικηγόρους τους με μια χειμερινή βουτιά εκεί που ξεκίνησαν όλα: στις ακτές της Μυτιλήνης.