Ειδικότερα, η Βίκυ Σταμάτη υποστηρίζει ότι αντιμετωπίζει διαγνωσμένο πρόβλημα υγείας. Επικαλείται βεβαιώσεις ιατρών των Νοσοκομείων Γ.Γεννηματάς και Άγιος Σάββας που αναφέρονται σε ευρήματα τα οποία χρήζουν περαιτέρω έρευνας και πιθανόν οδηγούν στην ανάγκη υποβολής της σε χειρουργική επέμβαση.

Ακόμα, τονίζοντας την πλήρη αθωότητα της για όσα της καταλογίζονται, υποστηρίζει ότι η δίκη για την υπόθεση των λεγόμενων παράνομων αμοιβών του συζύγου της θα κρατήσει μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι επομένως δεν θα πρέπει να εξακολουθήσει η κράτηση της προτείνοντας την άρση της με την επιβολή όρων.

Αναφερόμενη στον εξάχρονο γιο της, τονίζει, μεταξύ άλλων ότι «ο ξαφνικός αποχωρισμός από τον υιό μου, 13 μήνες τώρα, έχει συντρίψει ψυχολογικά και σωματικά και τους δυο. Η μόνη επί 13 μήνες τώρα επαφή μου με το εξάχρονο παιδί μου περιορίζεται σε μία συνάντηση, μιας ώρας, κάθε Κυριακή πρωί στον κήπο των αντρικών φυλακών». «Το παιδί ζει μόνο του, χωρίς του γονείς του, στο χωριό με τους ηλικιωμένους γονείς μου, στο επίκεντρο μιας σκληρής και κακής πραγματικότητας, για την οποία το ίδιο δεν έφερε την παραμικρή ευθύνη. Κι ενώ αρχικά πίστευα ότι το παιδί μου ζούσε σε μια εικονική πραγματικότητα και ότι δεν είχε αντιληφθεί τον λόγο της βίαιης απομάκρυνσής του από τους γονείς του και ποιος είναι στην πραγματικότητα ο τόπος, όπου πλέον κάθε Κυριακή πρωί μας συναντά, αφού του λέγαμε ότι τάχα είναι νοσοκομείο, πλέον με τις ερωτήσεις του και τις απορίες που διατυπώνει συνειδητοποιώ ότι αντιλαμβάνεται πως μας επισκέπτεται στη φυλακή», προσθέτει.

Τέλος, η Β. Σταμάτη στην αίτηση της αναπτύσσει λεπτομερώς τους νομικούς ισχυρισμούς που προέβαλε και στο δικαστήριο με την έναρξη της δίκης και καταλήγει με έκκληση προς τους Εφέτες που θα κρίνουν το θέμα: «Σας εκλιπαρώ να σκύψετε με τη δέουσα ευαισθησία και τον δέοντα ανθρωπισμό στην έκκλησή μου να μου δώσετε την δυνατότητα, που ούτως ή άλλως είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο του νόμου, να επανέλθω στο ρόλο της μάνας και μόνον σε αυτόν».