Δεν μπορείς να ενηλικιωθείς, εκτός αν πραγματικά το θέλεις…

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 
Μπορούμε ίσως να ορίσουμε, αφετηριακά, τον Νεανισμό, σαν την κατάσταση εκείνη όπου συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που τυπικά συνδέονται με τα νεανικά στάδια ανάπτυξης, μεταφέρονται και στην ενήλικη ζωή. Ένα κοινό παράδειγμα είναι η μεξικανική σαλαμάνδρα. Ακόμη και σε πλήρη ωριμότητα συνεχίζει να μοιάζει με «γυρίνο», που είναι περισσότερο προσαρμοσμένος στο περιβάλλον απ’ ότι το σώμα της ενήλικης σαλαμάνδρας. Βέβαια, μερικές φορές, με την ανωριμότητα της αυτή, η σαλαμάνδρα, εξασφαλίζει  σημαντικά πλεονεκτήματα. 
 
Ο Νεανισμός ίσως να έχει παίξει σημαντικό ρόλο στο παρελθόν της ανθρώπινης εξέλιξης και, μάλιστα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι, ως μηχανισμός προσαρμογής, συνεχίζεται και στο παρόν της ανθρωπότητας. 
Ωστόσο, σήμερα, δεν είναι η φυσιολογία, αλλά η ψυχολογία μας, που όλο και παραμένει ανώριμη. Και αν θεωρήσουμε ως βασικούς δείκτες της ψυχολογικής ηλικίας το πώς οι άνθρωποι περνούν το χρόνο τους, καθώς και το περιεχόμενο των φαντασιώσεων τους, τότε η ψυχολογική ανωριμότητα φαίνεται να είναι τόσο έντονη, ώστε η εποχή μας μπορεί άνετα να περιγραφεί ως η εποχή του Ψυχολογικού Νεανισμού.
 
Απλή επιστημονική φαντασία, θα μπορούσε να πει κανείς ή απλά ακόμη μια υποθετική δυστοπία. Ίσως. Ο συγγραφέας Michael Crichton, στο τεχνο-θρίλερ του Next, αναφέρεται σε ένα φανταστικό σύντομο δελτίο ειδήσεων με έναν ψυχίατρο που συζητά για τον ψυχολογικό Νεανισμό: “Σύμφωνα με τον Δρ Bruce Charlton, ψυχίατρο στο Newcastle Upon Tyne, τα ανθρώπινα όντα τώρα χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να φτάσουν στην ψυχική ωριμότητα, και πολλοί άνθρωποι δεν το πετυχαίνουν καθόλου …οι ακαδημαϊκοί, οι καθηγητές, οι επιστήμονες και πολλοί άλλοι επαγγελματίες είναι συχνά εντυπωσιακά ανώριμοι…απρόβλεπτοι, με μη ισορροπημένες προτεραιότητες, ενώ τείνουν να αντιδρούν υπερβολικά»….
 
Ο Charlton πιστεύει ότι αυτό μπορεί να είναι μια διαδικασία προσαρμογής. «Μια σχεδόν παιδική ευελιξία στις στάσεις, στις συμπεριφορές και στις γνώσεις» μπορεί να είναι χρήσιμη στην περιπλάνηση του ανθρώπου μέσα στην αυξημένη αστάθεια του σύγχρονου κόσμου», όπως λέει, «όπου οι άνθρωποι είναι πολύ πιθανό να αλλάξουν εργασία, να μάθουν νέες δεξιότητες ή να μετακινηθούν σε νέες τοποθεσίες. Αλλά αυτό κοστίζει «την περιορισμένη χρονικά προσοχή, τη ξέφρενη αναζήτηση νεωτερισμών και …μια διάχυτη συναισθηματική και πνευματική ρηχότητα». Οι σύγχρονοι άνθρωποι «στερούνται ενός βάθους του χαρακτήρα που φαινόταν εξαιρετικά κοινός στο παρελθόν.”, προσθέτει. 
 
Σε μια πιο πρόσφατη, και όχι μυθιστορηματικού τύπου ερμηνεία, για τη συναισθηματική κατάσταση του αρσενικού Αμερικανού, στο «Η εξαφάνιση του Αρσενικών: Γιατί παλεύουν τα αγόρια και τι μπορούμε να κάνουμε γι’  αυτό;» ο Φίλιπ Ζιμπάρντο και η Nikita Duncan έγραψαν:
 
«Η υπερβολική χρήση των βιντεοπαιχνιδιών και το on line πορνό, δημιουργεί μια γενιά αγοριών που αποφεύγει το ρίσκο και που δεν μπορεί (και δεν θέλει) να περιηγηθεί στην πολυπλοκότητα και στους κινδύνους που ενυπάρχουν στις σχέσεις της πραγματικής ζωής, στο σχολείο και στην εργασία».
Αν και φαίνεται ότι στην εποχή του Ψυχολογικού Νεανισμού οι άνδρες είναι οι μόνοι νεανίζοντες ενήλικες, εν τούτοις, αν αυτό συμβαίνει, έχει σίγουρα επιπτώσεις και στα δύο φύλα.
 
Γιατί, μεταξύ μας, δεν είναι διαφορετική η ψυχολογική προτίμηση ορισμένων ανδρών για online διαφυγές σε σχέση με την εμμονική  επιδίωξη ορισμένων γυναικών για τα πρότυπα ομορφιάς και μόδας στα περιοδικά, στις ταινίες και στα on line μέσα. Όταν οι γυναίκες αναζητούν τα Botox, το κολλαγόνο, και άλλες ενισχυτικές «ενέσεις» νεότητας, ώστε να μοιάζουν με μοντέλα έφηβων κοριτσιών ή με δελεαστικές γυναίκες της τελευταίας χολυγουντιανής υπερπαραγωγής, αυτό σημαίνει ότι κι εκείνες αντιστέκονται στην ενηλικίωση. Βέβαια, ίσως ο θηλυκός Νεανισμός να έχει λιγότερο ενδιαφέρον, μιας και είναι κοινωνικά αποδεκτό για τις γυναίκες να συνεχίσουν τον αγώνα για την αιώνια νεότητα, ειδικά αν αυτό σημαίνει ότι είναι πιο σαγηνευτικές και οικονομικά ανεξάρτητες.
 
Η καθημερινή εμπειρία όλων μας μάλλον το πιστοποιεί, και καθόλου τυχαία και στη χώρα μας, πως η ψυχολογική ανωριμότητα φαίνεται αχαλίνωτη στις μέρες μας, έτσι που η περιγραφή του Crichton για το αποτέλεσμα του Νεανισμού ως «μια διάχυτη συναισθηματική και πνευματική ρηχότητα» να φαίνεται πάρα πολύ αληθινή. Θα μπορούσε μάλιστα, αυτό το φαινόμενο του Νεανισμού, να ερμηνεύει και τη στάση της νεολαίας και μεγάλου τμήματος του Λαού μας απέναντι στα Μνημόνια και στα όσα η τρέχουσα αποικιοκρατική διείσδυση επισώρευσε στον τόπο. 
 
Αλλά είναι δυνατόν, ο ψυχολογικός Νεανισμός, στον εικοστό πρώτο αιώνα, να ορίζεται έτσι απλά σε κάποιους δύστροπους άνδρες-παιδιά που έχουν επιστρέψει πίσω στο σπίτι και σκοτώνουν το χρόνο τους παίζοντας βιντεοπαιχνίδια και βλέποντας πορνό; Μάλλον όχι. Αντίθετα, πρόκειται μάλλον για ενέργειες αυτών των ανδρών, ώστε να καταστεί εφικτή η αντιμετώπιση της ψυχολογικής συντριβής, σαν μια κοινή απάντηση σε αυτό που ο δημοσιογράφος Thomas Friedman ονομάζει «Παγκοσμιοποίηση 3.0.» Όπως ακριβώς ο ψυχολογικός Νεανισμός των νεοελλήνων δεν είναι τίποτα περισσότερο, παρά η αναμενόμενη απάντηση-καταφυγή των ανθρώπων απέναντι στη Μνημονιακή βία.  
 
Ας δούμε τα πράγματα κάπως ευρύτερα. Από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την επέκταση του Διαδικτύου σε όλη την υδρόγειο, βρεθήκαμε να πρέπει να προσαρμοστούμε γρήγορα με τη γνώση για τις ζωές πολλών άλλων ανθρώπων με τους οποίους δεν θα έχουμε ποτέ επαφή, αλλά παρ' όλα αυτά γνωρίζουμε προσωπικές λεπτομέρειες για τη ζωή τους. Μπορούμε ακόμη να επηρεαζόμαστε περισσότερο από τους ξένους αυτού του εικονικού κόσμου, απ΄ ότι από τους πραγματικούς ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά γύρω μας. Βεβαίως, μερικές φορές μπορεί να μας εμπνέει η έκθεση μας στις ζωές άλλων ανθρώπων μέσω του Διαδικτύου, καθώς και μια αγορά που υπόσχεται απεριόριστες δυνατότητες. Όμως, υπάρχουν δύο τεράστια προβλήματα με αυτή τη νέα παγκόσμια οικονομία: έχουμε όλοι εξαιρετικά εξοικειωθεί με τον πολυτελή τρόπο ζωής και τις τεράστιες ευκαιρίες που έχουν στη διάθεσή τους οι πλούσιοι και οι διάσημοι, αν και υπάρχει μια βαθιά άνιση κατανομή του πλούτου στην οποία μόνο ένας περιορισμένος αριθμός επιτυγχάνει πραγματικά την πολυτελή ζωή, για να μην πούμε ακόμη και τη ζωή της μεσαίας τάξης ή την βασική επιβίωση, αν μιλάμε για χώρες σαν την Ελλάδα. 
 
Η αλήθεια είναι, ότι σε όλη την ιστορία του πολιτισμού υπήρξαν ακραίες διαφορές στην κατανομή του πλούτου. Αυτό που ίσως κάνει την τρέχουσα κατάσταση διαφορετική από το παρελθόν είναι το πώς οι φαντασιώσεις και η φαντασία μας γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, και με τρόπους που πραγματικά, ανενδοίαστα, μας διαβεβαιώνουν ότι η ανισότητα συνεχίζεται, αν όχι αυξάνεται.
 
Αντί, δηλαδή, να αμφισβητηθεί ριζικά ένα άνισο σύστημα, τις περισσότερες φορές, οι προσπάθειες μας δαπανώνται για να φανταστούμε τι θα πρωτοκάνουμε με τα λάφυρα του πλούτου, συμπεριλαμβανομένης της αίσθησης της δύναμης που τον συνοδεύει. Οι «πιστοί», παντού στον πλανήτη, «θρησκεύονται» στους ναούς του τζόγου και του εύκολου πλουτισμού. Κι έτσι, αν και φήμες λένε για το θάνατο του αμερικανικού ονείρου, ο τρέχων γύρος της παγκοσμιοποίησης πετυχαίνει επειδή οι άνθρωποι μπορούν εύκολα να χρησιμοποιούν το διαδίκτυο και άλλες μορφές των μέσων ενημέρωσης ως «ζωοτροφή» για τη συντήρηση των φαντασιώσεων, ότι εκείνοι προνομιακά θα είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Άλλο τόσο, αν και φήμες λένε για το τέλος της «δεύτερηςφοράςαριστερά», ο τρέχων -και χειρότερος όλων- γύρος των Μνημονίων πετυχαίνει, επειδή μπορούμε εύκολα να χρησιμοποιούμε το facebook, το twitter και τα άλλα site της «επανάστας» ως ζωοτροφή για τις φαντασιώσεις, ότι εμείς προνομιακά θα τη βγάλουμε καθαρή, ή ότι «νταξει μωρέ και τι να κάνω τώρα».  Ωστόσο, όταν γεμίζουμε με φαντασιώσεις ενός τέλειου εαυτού που «δεν κουνιέται φύλλο», κινδυνεύουμε να γίνουμε αυτό που ο Francis Moore Lappe ονομάζει «Μικρό-συσσωρευτές Εγωϊσμού», ανυποψίαστοι για τους περιορισμένους πόρους της Γης, τον πεπερασμένο ατομικό αλλά και -δυστυχώς- συλλογικό χρόνο μας, σε αντίθεση με τις ανεξάντλητες, προς το παρόν, δυνάμεις του νέο-ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης.
 
Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς, ότι πολλοί στην Ελλάδα σήμερα δεν μπορούν πια να καταναλώσουν σύμφωνα με την πολυπόθητη μεταπολιτευτική ναρκισσιστική αυτο-εικόνα τους, πράγμα το οποίο, μέχρι πρότινος, ήταν πραγματικά σημαντικό για τη διασφάλιση μιας κάποιας συναισθηματικής ισορροπίας, όπως μια αίσθηση ανωτερότητας ή η αποφυγή επώδυνων συναισθημάτων, όπως η ζήλια, η κατωτερότητα κ.λπ. Άλλωστε, η υπεροχή και ο φθόνος είναι δύο συναισθήματα που στις ιεραρχικές κοινωνίες ανακατεύονται συνήθως μαζί με αισθήματα ντροπής για τη μη επίτευξη ενός καλύτερου «στάτους», που λένε και στην Κρήτη. Και μάλλον πρέπει να το πούμε πολύ καθαρά, ότι όταν ένα άτομο μαστίζεται από αυτά τα συναισθήματα και επιδιώκει φαντασιώσεις προνομιακής αποφυγής του κακού ή τελειότητας, αυτό είναι ένα σημάδι της συναισθηματικής του εξάρτησης από το καπιταλιστικό σύστημα. Όπως, στην ίδια λογική, το αίσθημα υπεροχής, ο φθόνος ή η ντροπή, είναι «καμπανάκια» της συναισθηματικής μας εξάρτησης από τα Μνημόνια.  
 
Όταν σκεφτεί κανείς τους έφηβους ή τους νέους άνδρες του σήμερα, στην ακμή της ζωής τους, να χάνονται μέσα σε εμβρυικούς κόσμους, είναι να αναρωτιέται εάν αισθάνονται ότι δεν έχουν πια καμία πιθανότητα στο όνειρο, ότι έχουν εξαντληθεί από την προσπάθεια να δημιουργήσουν μια ταυτότητα στον πραγματικό κόσμο, και έχουν καταλήξει στο βολικό συμπέρασμα ότι μπορούν, έτσι κι αλλιώς, να πάρουν εξίσου μεγάλη ικανοποίηση από τις εμβρυικές αποδράσεις τους – τουλάχιστον μέχρι η πραγματικότητα να έρθει να τους τη «σπάσει» ή να τους σκάσει στα μούτρα. Γιατί να βγει κανείς στους δρόμους και να διεκδικήσει την ελληνική του ταυτότητα -αν σημαίνει κάτι αυτή ιδιαίτερα ως διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών- όταν αυτή ευτελίζεται καθημερινά ή μια ευρωπαϊκή γυαλίζει καλύτερα; Γιατί να μην διαφύγει στην εμβρυική φαντασίωση του «πίνω μπάφους και παίζω προ»;  
Έτσι κι αλλιώς, το να βάζουμε τη φαντασία πάνω από την πραγματικότητα είναι μια σχετικά κοινή άμυνα ενάντια στις χρόνια τραυματικές συνθήκες. Και πολλές έρευνες έχουν δείξει τα αποτελέσματα του χρόνιου στρες από την έκθεση στις ακραίες ανισότητες του πλούτου και της εξουσίας. Λιγότερες έρευνες, ωστόσο, έδειξαν γιατί, όχι μόνο ανεχόμαστε τα οικονομικά συστήματα που αναπαράγουν ανισότητες στον πλούτο και στη δύναμη, αλλά και εξαρτόμαστε από τέτοιες διαφορές για να τροφοδοτήσουμε φανταστικούς κόσμους που σπάνια αποδίδουν καρπούς, ενώ το πιο συχνά προκαλούν μια νοσταλγία για το παρελθόν, μια δυσαρέσκεια για το παρόν και μια απελπισία για το μέλλον.
 
Αυτές οι συναισθηματικές αντιδράσεις είναι επίσης συνηθισμένες στα παραμελημένα ή κακοποιημένα από τους γονείς τους παιδιά. Αλλά, κατά ειρωνικό τρόπο, ενώ πολλοί που εκτίθενται σε παραμέληση ή κακοποίηση μπορούν να μεγαλώσουν πολύ γρήγορα και να γίνουν ικανοί στο να φροντίζουν τον εαυτό τους και τους άλλους, συχνά υπάρχουν άλυτες συναισθηματικές ανάγκες εξάρτησης. Αργότερα οι σχέσεις τους, αντί να βασίζονται στην αλληλοσυσχέτιση  και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση, μπορεί να χαρακτηρίζονται από τις απεγνωσμένες προσπάθειες τους για την εκπλήρωση των ανικανοποίητων συναισθηματικών αναγκών που προέκυψαν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
 
Τα Μνημόνια και η Παγκοσμιοποίηση απαιτούν την Ψυχολογική μας Ανωριμότητα. 
 
Αντιλαμβανόμαστε ότι πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Όμως, θα ήταν ίσως πιο ενδιαφέρον να κατανοήσουμε πώς η παγκοσμιοποίηση εμποδίζει τη συναισθηματική ανάπτυξη, δημιουργώντας συνθήκες συναισθηματικής εξάρτησης που μας οδηγούν να σπαταλάμε τόσο πολύ χρόνο σε φανταστικούς κόσμους καθοδηγούμενοι περισσότερο από τα προϊόντα και τις εμπειρίες που μπορούμε να αγοράσουμε και λιγότερο από τις αυθεντικές επιθυμίες και ανάγκες μας. Άλλο τόσο είναι ενδιαφέρον να δούμε, πώς τα Μνημόνια φρενάρουν τη συναισθηματική μας εξέλιξη, προκαλώντας συνθήκες συναισθηματικής εξάρτησης που μας στρέφουν στους φανταστικούς ιδεοληπτικούς κόσμους μιας κάποιας «αριστερής διακυβέρνησης», καθοδηγούμενοι από την ατομική ανάγκη ανακούφισης των ενδοψυχικών συγκρούσεων και όχι από τις ανάγκες του Λαού και του τόπου.   
 
Αν κοιτάξουμε πίσω στην αποικιοκρατία και την υποδούλωση των ανθρώπων λόγω του χρώματος τους, το πρώτο που πλήττονταν ήταν τα πολυθεϊστικά συστήματα των πεποιθήσεων τους, μαζί με τους μύθους και τα τελετουργικά τους που συνέβαλαν στην κοινωνική συνοχή και στην καθοδηγούμενη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Χωρίς τις πνευματικές πεποιθήσεις τους, ήταν πιο επιρρεπείς στην ψυχολογική και πνευματική εξάρτηση τους από τους αποικιοκράτες. Αυτό συμβαίνει και στην Ελλάδα σήμερα.  
 
Ήταν κοινή πρακτική για τους αποικιοκράτες να βεβαιώνουν, ότι τα πολυθεϊστικά συστήματα πεποιθήσεων που βασίζονταν στη φύση, ήταν απόδειξη της ψυχολογικής ανωριμότητας των “ιθαγενών”. Αυτός έμοιαζε να είναι πάντα ένας επαρκής λόγος για να τα μετατρέψουν σε μονοθεϊστικά συστήματα πεποιθήσεων, όπως ο καθολικισμός. Άλλο τόσο, εδώ και μερικές δεκαετίες, και στη χώρα μας, είναι κοινή πρακτική για τους αποικιοκράτες και τους ντόπιους -συνειδητούς ή ανεπίγνωστους- υποστηρικτές τους να μας πείσουν, ότι το σύστημα των πεποιθήσεων μας είναι περίπου πρωτόγονο, μήτρα όλων των δεινών μας και ως εκ τούτου αδήριτη η ανάγκη εκσυγχρονισμού, μεταρρύθμισης, νέου Διαφωτισμού και ότι άλλο Ράμφειο ή Σώτειο ερχόταν στο μυαλό των «από μέσα σελίδων» του Βήματος, της Καθημερινής και της her master’s Voice.   
 
Ωστόσο, όπως, και κατά την πρώιμη αποικιοκρατία, στη διαδικασία της μετατροπής οι «ντόπιοι», δεν έμαθαν μόνο για τον Χριστιανισμό. Οι «ιθαγενείς» «εκπαιδεύτηκαν» επίσης σε πνευματικές πεποιθήσεις και πρακτικές που θεωρούνται ως ξεχωριστές και διακριτές από τους κανόνες και τις προϋποθέσεις που διέπουν την αγορά. Ένα κραυγαλέο παράδειγμα: Ο πολυπόθητος διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, αν και προορίζεται για να παρέχει μεγαλύτερη πνευματική ελευθερία, επιτρέπει επίσης τη διάσπαση της πνευματικότητας από τις υλιστικές συνθήκες που συμβάλλουν στην επιβίωση. Έτσι, η αγορά μπορεί να γίνει τόσο αδίστακτη, όσο είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της, ενώ οι οργανωμένες θρησκείες μπορούν να συνεχίσουν τις πνευματικές δεσμεύσεις τους για τις ψυχές των ανθρώπων, χωρίς καμιά σοβαρή αμφισβήτηση των ανήθικων συνθηκών της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, η οποία συμπεριλαμβάνει τη δουλεία, ήδη από την έναρξή της. 
 
Ωστόσο, η πνευματικότητα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις εμβρυικές πτυχές της ψυχής, αν δεν είναι συνώνυμη με αυτές. Έτσι, με τη διαίρεση ανάμεσα στην αγορά και την πνευματική ζωή, μπορούμε επίσης να δούμε την έναρξη της χρήσης του εμβρυικού πλαισίου ως απόδραση από τις συνθήκες της υλικής ζωής. Αυτό, αντικαθιστά τα παλιά συστήματα πεποιθήσεων που αναγνώριζαν την αλληλεξάρτηση της πνευματικής και φυσικής (ή σωματική) σφαίρας, η οποία, τουλάχιστον σε πολιτισμούς σαν τον δικό μας, υποστήριζε περισσότερο την υγιή αλληλοσύνδεση-αλληλοσυσχέτιση και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και όχι την παγκοσμιοποιητική εκμετάλλευση των πόρων και την ανάγκη για εξάρτηση των μελών μιας κοινότητας. Αυτό είναι και ένα μνημονιακό αιτούμενο: η αντικατάσταση του παλιού ελληνικού συστήματος πεποιθήσεων, αυτού που με τα όποια προβλήματα του, στήριζε την ανθρώπινη Σχέση και το ανθρώπινο Περιβάλλον, από το σύστημα της ολοσχερούς απάνθρωπης εκμετάλλευσης του Περιβάλλοντος και της εξάρτησης-χρήσης στη θέση της Σχέσης.  
 
Στην Αμερική, η οποία εν μέρει ιδρύθηκε με την ευκαιρία της θρησκευτικής ελευθερίας και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους, είδαμε τη συναισθηματική ανωριμότητα να εμφανίζεται από νωρίς στην ιστορία της. Σε μια επίσκεψή του στην Αμερική το 1831, ο Γάλλος πολιτικός στοχαστής Alexis de Tocqueville σημειώνει τη συναισθηματική ανωριμότητα που μαστίζει τους Αμερικανούς. Στο «Δημοκρατία στην Αμερική», ο Αλέξης γράφει:
 
“Πάνω απ 'αυτόν τον αγώνα των ανδρών βρίσκεται μια τεράστια και κηδεμονική δύναμη-εξουσία, η οποία κρατάει για τον εαυτό της και μόνο το δικαίωμα να εξασφαλίσει τις ικανοποιήσεις τους και να προστατεύει την τύχη τους. Η δύναμη αυτή είναι απόλυτη, λεπτή, κανονική, προνοητική και ήπια. Θα ήταν σαν την εξουσία ενός γονέα, αν, το αντικείμενό της ήταν να προετοιμάσει τους άνδρες για τον ανδρισμό, αλλά επιδιώκει, αντίθετα, να τους κρατήσει σε διαρκή παιδική ηλικία …Για την ευτυχία τους, μια τέτοια κυβέρνηση οικειοθελώς μοχθούντων …προβλέπει την ασφάλειά τους …διευκολύνει τις απολαύσεις τους, διαχειρίζεται τις βασικές υποθέσεις και ανησυχίες τους …και ό,τι άλλο μένει, αλλά τους απαλλάσσει απ’ όλη την φροντίδα της σκέψης και όλα τα προβλήματα της ζωής. “
 
Η ψυχαναλύτρια Géza Róheim γράφει: “[Πολιτισμός] είναι ένα τεράστιο δίκτυο από περισσότερο ή λιγότερο επιτυχείς προσπάθειες …που καταβάλλονται από ένα μωρό που φοβάται να μείνει μόνο του στο σκοτάδι»
Δεν είναι λίγοι οι διανοητές, όπως η Dr. Laura Kerr, του Πανεπιστημίου του Stanford, που πιστεύουν, ότι «χωρίς τους μύθους, τα τελετουργικά και μια υποστηρικτική κοινότητα για να καθοδηγήσει το πέρασμα προς την ενηλικίωση, ο φόβος της «απώλειας του αντικειμένου», «ο φόβος ενός μωρού στο σκοτάδι», μπορεί να προκαλέσει και τη λαχτάρα για την ασφάλεια, αλλά και το άγχος για το άγνωστο. Μπροστά στο αδυσώπητο άγχος, η παράλυση και η καταφυγή στη φαντασία, είναι οι συνηθισμένες άμυνες. Ενώ, υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να δυσκολευτούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα, που είναι επίσης χαρακτηριστικό της ψυχολογικής ανωριμότητας». 
 
Και δεν νομίζω ότι υπάρχει μύθος, τελετουργία ή παράδοση στην Ελλάδα που να μην λοιδορήθηκε, ξευτελίστηκε και περιφρονήθηκε, κυρίως από την «ριζοσπαστική αριστερά»,  που στο όνομα του προοδευτισμού καθήλωσε μια ολόκληρη γενιά στον ψυχολογικό Νεανισμό για να διεκπεραιώσει τον παγκοσμιοποιητικό ρόλο της. Είναι το ίδιο κοσμοπολίτικο «προοδευταριό», που γυρεύει να καταργήσει -με διοικητικές πράξεις και ιδεοληπτικά γλυκαντικά-  κάθε ιδέα, σύμβολο, στοιχείο πολιτισμού, μνήμη, μύθο, τελετουργία ή παράδοση που μπορεί να συγκροτεί αυτή τη συλλογικότητα, ώστε να την καθηλώσει σε μόνιμο ψυχολογικό Νεανισμό για να κάνει η «παγκοσμιοποίηση 3.0.» απρόσκοπτα τη δουλειά της. Ως εκ τούτου, πατριωτικό και, αληθινά, προοδευτικό καθήκον, δεν μπορεί να είναι άλλο από την άμεση ψυχολογική μας ενηλικίωση.