Το πρώτο μυθιστόρημα του Μάικλ Ντίγκλερ, βραβευμένο με το PEN/Hemingway Award, παρακολουθεί τον 26χρονο Ντένις Μονκ μετά την απεξέρτησή του από το αλκοόλ. Η επιστροφή στη γενέτειρα πόλη θα σηματοδοτήσει την έναρξη μιας ιστορίας ενηλικίωσης όπου, ως τέλος της πορείας, η ωριμότητα αντικαθίσταται από τη νηφαλιότητα και το τι σημαίνει να ζεις υπό αυτή.

Ο Ντένις θα ξεκινήσει τη νέα ζωή του από την οικογενειακή εστία σε μια εις μάτην προσπάθεια επανεισαγωγής στον οίκο που θα καταλήξει ωστόσο στην εκδίωξή του από αυτόν. Ριγμένος εκ νέου στον κόσμο, θα ακολουθήσει μια πορεία από φιλικό σπίτι σε φιλικό σπίτι, σε μια σύγχρονη, χαμηλών τόνων οδύσσεια στην αμερικανική ενδοχώρα, όπου καμία Ιθάκη δεν αναδύεται στον ορίζοντα. Οι καθημερινές περιπέτειες δεν έχουν τίποτα το ηρωικό, αντίθετα παραπέουν ανάμεσα στο γκροτέσκο και το κωμικό, με δευτεραγωνιστές χαμένους στη ροή των προβλημάτων της καθημερινότητας, χωρίς καμία ελπίδα μετουσίωσης αυτών των εμπειριών σε κάτι που θα συνέχεται από κάποιο νόημα.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Ο απεξαρτημένος Μονκ (είναι άραγε τυχαίο το όνομα αυτού του μοναχικού ατόμου που ψάχνει το νόημα μετά τον εθισμό;) συναντά εκ νέου τους μικροαστούς γονείς και τον αδερφό του, που δεν έχει ακόμα αποφασίσει να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την οικογένεια, για να διαπιστώσει την ασυμφωνία του με ένα μοντέλο ζωής που βασίζεται στη ματαίωση. Παρά την προσπάθεια για ενσωμάτωση (θα κάνει -ως νηφάλιος- ακόμα και τον σοφέρ του μικρότερου και πάρτυ άνιμαλ αδερφού) θα είναι η ίδια η οικογένεια που τον κρατά απ’ έξω, πιέζοντάς τον να απεξαρτηθεί όχι μόνο από το αλκοόλ αλλά και από αυτή. Όπως ειρωνικά παρατηρεί ο αφηγητής, το ότι προέρχεται από μια ιρλανδοκαθολική οικογένεια συνεπάγεται την δυσπιστία απέναντι στον αλκοολισμό. Και επειδή αυτή η δυσπιστία προκαλεί πάντα την ανάγκη διερεύνησης των αιτιών που τον προκάλεσαν, προκύπτει εν τέλει ως καλύτερη λύση το κουκούλωμα του προβλήματος -κοινώς μακριά από το σπίτι.

Έτσι ο ανέστιος, πλέον,  Μονκ αναγκάζεται να να φιλοξενείται πρόχειρα, από καναπέ σε καναπέ, σε σπίτια φίλων και γνωστών στη Φιλαδέλφεια, καθώς η πόλη αλλάζει γύρω του. Η δυσκολία προσαρμογής του εξελίσσεται έτσι σε δύο επίπεδα, ένα που έχει να κάνει με τα πρόσωπα και ένα με το περιβάλλον.

Ο Ντίγκλερ μέσα από την περιπλάνηση του Μονκ από σπίτι σε σπίτι περιγράφει αδρά τον εξευγενισμό της Φιλαδέλφειας, την αλλαγή γειτονιών και επιχειρήσεων και την επιπρόσθετη δυσκολία του πρώην αλκοολικού ήρωα να βρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς σε έναν διαρκώς αναδιπλούμενο αστικό ιστό. Η πόλη καθίσταται μια νέα πόλη για τον Μονκ, όχι μόνο γιατί η αχλύ του αλκοόλ έχει διαλυθεί, αλλά γιατί και το ίδιο το αντικείμενο της θέασης έχει αλλάξει.

Παρόμοια έχουν αλλάξει και πολλοί φίλοι του. Μετά την πολύχρονη απουσία ο Μονκ θα βρει άλλους να έχουν κάνει οικογένεια, άλλους να έχουν βρει δουλειές, άλλους ακόμα και να έχουν αγοράσει σπίτι, παλεύοντας με την επιθυμία επίτευξης του αμερικανού ονείρου -καίτοι αυτό μοιάζει να απομακρύνεται ως ορίζοντας προσδοκίας όλο και περισσότερο. Ο Μονκ θα προσπαθεί κάθε φορά να προσαρμοστεί στα διαφορετικά συστήματα αναφοράς, αφήνοντας τον καινούριο και νηφάλιο εαυτό του να διαμορφωθεί από τον κάθε διαφορετικό φίλο και φίλη. «Κάνοντας υπακοή» όπως κάθε καλός μοναχός υιοθετεί διαφορετικά συστήματα πεποιθήσεων, καταλήγοντας ωστόσο κάθε φορά στο τίποτα ή μάλλον στον επόμενο καναπέ. «Το σπίτι μας», μονολογεί ο ήρωας, εννοώντας κατά βάθος “κάθε σπίτι μας”, «ήταν ένα καταφύγιο ανοχής μέσα σε έναν διαταραγμένο κόσμο».

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Έχει το πρόβλημα ο Μονκ ή ο κόσμος γύρω του. Τεκμήρια υπάρχουν και για τα δύο ενδεχόμενα. Για τον Μονκ η συνεχής κίνηση -έστω και εις μάτην- είναι η σωτήρια αδράνεια που του επιτρέπει να παραμένει νηφάλιος: «Για ένα εξαρτημένο, η αδράνεια ισοδυναμεί με επιβίωση […] Έψαχνα να βρω μια θέση», θα δηλώσει ήδη από τις πρώτες σελίδες. Η αδράνεια αυτή -μια μορφή απάθειας κατά βάθος για τον κόσμο, στο βαθμό που κάθε επιλογή λάιφ στάιλ είναι ισοδύναμη με την προηγούμενη και την επόμενή της- δοκιμάζεται ωστόσο τόσο επειδή η ανάμνηση του παρελθόντος δεν μπορεί να παρακαμφθεί όσο και επειδή το μέλλον ανοίγεται μπροστά του ως παράλογο.

Μιλάω για ανάμνηση, αλλά αυτή επανέρχεται ως αδυναμία ανάμνησης. Ο Μονκ θα ήθελε να ξεχάσει, αλλά αυτό προϋποθέτει μια ενεργητική διαδικασία απώθησης που είναι αδύνατη. Τις κρίσιμες στιγμές -λίγο πριν κάνει σεξ π.χ.- θα επανέλθει το παρελθόν ως έκλαμψη που θα ματαιώσει την πράξη. Η πορεία προς τα μπροστά εμποδίζεται από αυτό το σκληρό ελατήριο που όσο σε σπρώχνει τόσο και σε τραβά.

Από την άλλη, η εμπειρία του νηφάλιου κόσμου αποδεικνύεται η διαδοχή γεγονότων χωρίς νόημα. Το φτιάξιμο ενός επίπλου, η φύλαξη ενός παπαγάλου, η συγγραφή της νεκρολογίας ενός ασήμαντου μουσικού κ.λπ. κ.λπ. συγκροτούν μια διαδοχή εμπειριών που στερούνται οποιασδήποτε βαρύτητας.

Παρόλα αυτά -ο συνδυασμός των οποίων θα οδηγούσε πολλούς στον αλκοολισμό- η επιμονή του Μονκ στη νηφαλιότητα παραμένει τόσο σταθερή και η πίστη του στο μέλλον τόσο ατράνταχτη που υποψιάζεται κανείς ότι του έχει γίνει εξάρτηση. Η σταδιακή απαγκίστρωση από την εξαρτηση προϋποθέτει τη δυνατότητα του μέλλοντος, τη στιγμή που ο εξαρτημένος χρειάζεται μόνο το λίγο ακόμα, ένα αύριο προσδιορισμένο. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, υπάρχει η ίδια αίσθηση του περάσματος του χρόνου ως συνεχούς.

Σκέφτομαι εδώ τον αντίποδα του ήρωα του Ντίγκλερ, τον Γκυ Ντεμπόρ, που θα γράψει στον Πανυγηρικό του: «Αρχικά αγάπησα, όπως όλος ο κόσμος, την αίσθηση της ελαφράς μέθης, στη συνέχεια αγάπησα, πολύ σύντομα, αυτό που βρίσκεται πέρα από το άγριο μεθύσι, όταν έχεις ήδη ξεπεράσει το στάδιο αυτό: μια μεγαλειώδης και φοβερή γαλήνη, η αληθινή αίσθηση του ξεπεράσματος του χρόνου» (μτφρ. Κώστας Οικονόμου, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος).

Εξαρτημένοι και φανατικοί της νηφαλιότητας ασκούνται σε μια παρόμοια στρατηγική αδράνειας που αποτελεί την άμυνα απέναντι σε έναν κόσμο που στερείται νοήματος και που παρόλα αυτά θα πρέπει να συνεχίσει να ζει κανείς εντός του.